Kate O’ Riordan – Ο άγγελος του σπιτιού

Πότε είναι περισσότερο ευάλωτος κανείς σε μια ορμητική επέλαση του έρωτα; Όταν τον περιμένει μια ζωή ή όταν έχει αποκλείσει τον ερχομό του; Ποιος δίνεται κατόπιν περισσότερο, ο φοβισμένος ή ο διψασμένος; Πώς γίνεται και όσο μεγαλώνουμε αποφεύγουμε να καλούμε στο σπίτι μας το νέο πρόσωπο στη ζωή μας; Και πώς φιλοδοξούμε να γνωρίσουμε τον άνθρωπο απέναντί μας, όταν είναι δεδομένο πως δυσκολευόμαστε να το κάνουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό;

Σε τέτοια δύσκολα νερά ρίχνει τα δημιουργήματά της η συγγραφέας, δίνοντάς τους βέβαια την τελευταία στιγμή εξοπλισμό από χιούμορ, αιχμηρές φράσεις και συνεχείς απρόβλεπτες αντιδράσεις. Πριν απ’ όλα όμως έχει πάρει δυο τυπολογικά μυθιστορηματικά στερεότυπα: ο «Άγγελος Του Σπιτιού» είναι το κατά Βιρτζίνια Γουλφ οικιακό φάντασμα της αγνής, υποτακτικής και ευνουχισμένης γυναίκας, ενώ ο «Άνθρωπος στη Σοφίτα» είναι ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας που κρύβει κάθε σπίτι, ακόμα και το πρόσωπο της ντροπής για την οικογένεια. Ύστερα τα αντιστρέφει: η αγγελικότητα της Άντζελα διαχέεται αποκλειστικά στον περίγυρό της, διαφυλάσσοντας άλλες δαιμονικές εσωτερικές δυνάμεις για τους οικείους της. Όσο για τον σοφιτόβιο θείο Μάικυ, ήταν ο ίδιος που επέλεξε τον πεντηκονταετή υπέργειο εγκλεισμό του, φτύνοντας με τον τρόπο αυτό την αθλιότητα των γύρω του.

Μια Άντζελα λοιπόν αφοσιωμένη σε ένα άσυλο άστεγων και ανιάτων (γνωστή ιστορία: αφοσιωνόμαστε παθιασμένα γύρω μας για να αποφύγουμε να κοιτάξουμε μέσα μας) κι ένας Ρόμπερτ, εξόριστος στο οικογενειακό πλωτό του σπίτι, με καταφύγιο μια …ξένη οικογένεια. Διάφοροι αλλόκοτοι τέταρτοι χαρακτήρες αναλαμβάνουν όλοι τους με το έτσι θέλω ρόλο στην ιστορία, ο ασφυκτικός κλοιός των θειάδων της Άντζελα υποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο αναπόδραστοι παραμένουμε στις οικογενειακές μας φυλακές, ο καθένας δηλώνει άλλο από αυτό που είναι, δημιουργώντας πολλαπλασιαζόμενα σενάρια, να λοιπόν γιατί οι μοναστική επιλογή τελικά αποτελεί για πολλούς όχι την πιο δύσκολη, αλλά την πλέον εύκολη λύση διαφυγής!

Όσο γκριζόμαυρο (όπως οι βρετανικοί ουρανοί και τα μελαγχολικά σπίτια της γενέτειρας) κι αν μοιάζει το θέμα, η ιστορία κυλάει σχεδόν σαν φάρσα, με λογοτεχνικές (όχι κινηματογραφικές!) ανατροπές, με απρόοπτα και τραγελαφικές καταστάσεις, διαλόγους με σχήμα τσιγκελιού και πάνω απ’ όλα την ατμόσφαιρα των ταινιών του Neil Jordan, του Stephen Frears, του Michael Winterbottom, του Mike Newell. Η Ο’Ριόρνταν γεννήθηκε και ζει στο Λονδίνο, μεγάλωσε στην δυτική Ιρλανδία, έχει εκδώσει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα και γράφει για θέατρο και τηλεόραση.

Εκδ. Πόλις, 2006, μτφ. Μαρία Σκαμάγκα, σ. 538 (The Angel in the House, 2000). / Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Τζων Μ. Κουτσί – Ξένα ακρογιάλια. Κριτικά δοκίμια 1986-1999

Ο επιδραστικότατος νοτιοαφρικανός συγγραφέας, μια από τις μοντέρνες και ριζοσπστικές λογοτεχνικές φωνές, αφήνει στην άκρη τις δικές του λευκές σελίδες για να ασχοληθεί με τις τυπωμένες των άλλων. Εξασκημένος σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα δοκίμια (ενδεικτικά: Μίασμα της πορνογραφίας, Λογοκρισία στη Νότιο Αφρική, Δομές της επιθυμίας στη διαφήμιση), εδώ εκθέτει τις ερεθιστικότατες λογοτεχνικές κριτικές του, αποτελώντας την εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τους συγγραφείς να αποφεύγουν να κρίνουν δημόσια τα έργα των συναδέλφων τους ή να τα εκθειάζουν συντεχνιακώς.

Ποιους επιλέγει; Μερικούς μοντερνιστές του 20ού – Κάφκα, Μιούζιλ, Ρίλκε (άλλωστε μαζί με τον Μπέκετ οι βασικότερες δεδηλωμένες επιρροές του), Μπόρχες, λιγότερους κλασικούς (Ντηφόου – μην ξεχνάμε, ο Κουτσί επανέγραψε την ιστορία του Ροβινσώνα από την γυναικεία πλευρά (Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα/Foe, 1996), Ντοστογέφσκι – που χρησιμοποίησε ως ήρωα στον Άρχοντα της Πετρούπολης, 1994) και περισσότερους σύγχρονους, ενεργούς «ανταγωνιστές» πεζογράφους: Α.Σ. Μπάιατ, Σάλμαν Ράσντι, Άμος Όζ, Ναγκίμπ Μαφχουζ, Ντόρις Λέσινγκ. Διαβάζει τα Ημερολόγια του Μιούζιλ ως συγκινησιακή αυτοβιογραφία αλλά και ως δυνάμει λογοτεχνία και την μνημειώδη 1500σέλιδη Κλαρίσσα του Ρίτσαρντσον για να ξαναμιλήσει ακόμα και αιρετικά ή ανορθόδοξα (σε πολλά εισαγωγικά οι όροι) για τα προσφιλή του θέματα του βιασμού και της παρθενίας που την διαπερνούσαν.

Είναι ενδιαφέρουσα η κριτική του στους ολλανδούς Χάρρυ Μούλις και Σες Νότεμπομ που τους γνωρίζουμε κι εδώ από πολλά μεταφρασμένα τους βιβλία. Στην περίπτωση δε του δεύτερου θίγει ένα γενικότερα συζητήσιμο θέμα και παίρνει σαφή θέση: αν αποκαλύπτεις στους αναγνώστες τους τελευταίους απομονωμένους ειδυλλιακούς ταξιδιωτικούς προορισμούς, τότε γίνεσαι ο ίδιος μέρος της τουριστικής βιομηχανίας. Σε αντίστοιχα ακάνθινο θέμα (καθαρή συγγραφική συνείδηση συγγραφή ή πολιτική στράτευση;) περιλαμβάνει την συντοπίτισσα Ναντίν Γκόρντιμερ.

Μην περιμένετε εδώ δυσανάγνωστα κομμάτια. Ο Κ. φωτίζει κάπως αφώτιστες όψεις του έργου ή και του χαρακτήρα των συγγραφέων, γράφει απλά, διηγείται πλοκές, περιγράφει χαρακτήρες, εκφράζεται αυτοβιογραφικά. Κάθε του κομμάτι είναι προσιτό κι ενδιαφέρον. Στο κατεξοχήν δε αυτοβιογραφικό του δοκίμιο για το «Τι είναι κλασικό;», εκθέτει τη δική του προσωπική εξομολογητική άποψη για την έννοια αλλά και την ανιχνεύει μέσω του «κανόνα» της …μουσικής του Μπαχ!

Εκδ. Μεταίχμιο, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, πρόλογος – επιμέλεια: Άρης Μπερλής, σελ. 366 (J.M. (John Mawell) Coetzee, Stranger shores: Essays 1986-1999, εκδ. 2001). Με πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.