10
Φεβ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 25. Ηρώ Νικοπούλου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι πεζογράφοι και ποιητές.
Χρόνια τώρα με συναρπάζει εξακολουθητικά το ακραία δαιμονικό στοιχείο με το οποίο προι­κίζει τους ήρωές του ο Ντοστογιέφσκι καθώς και τα ηθικά διλήμματα που θέτει, είναι από τους λίγους συγγραφείς που άσκησαν επιρροή στον τρόπο που σκέφτομαι ορισμένα ζητήματα. Από την άλλη μεριά, πραγματικά με συγκλονίζει ο τρόπος που αποτυπώνει την έλλειψη της αγάπης και τις συνέπειες αυτής της έλλειψης ο Φώκνερ κι ας αρρω­σταίνω με το διάβασμα κάθε βιβλίου του. Επανέρχομαι συχνότατα στον μεγάλο Μπόρχες για την σοφία που κρύβει η παραδοξολογία του. Η άποψή του για το μυθιστόρημα – έλεγε πως δεν καταλαβαίνει γιατί να γράψει κανείς ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όταν μπορεί να διηγηθεί την ίδια ιστορία μέσα από ένα διήγημα – με προβλημάτισε ως προς την οικο­νομία του λόγου, και ενίσχυσε την επιλογή μου προς αυτή την κα­τεύ­­­­θυνση. Αγαπώ πολύ τον Μαρκές, τον Φουέντες και γενικότερα την Λατι­νο­αμε­ρικάνικη λογο­τεχνία με τον μαγικό ρεαλισμό της. Με ενδια­φέρει ο αμφιλεγόμενος Σελίν για το τολμηρό χιού­­μορ του απέ­ναντι στον ίδιο τον μηδενισμό του, ο Καουαμπάτα για την δύναμη της ελλει­πτι­κότητάς του, ο Κάφκα για την αντιστρο­φή της δυναμικής ανάμεσα στην κρυφή και την ορατή ιστορία του που συνιστά – κατά τον Πίγλια – το Καφκικό ιδίωμα. Τώρα από τους σύγχρονους πεζογράφους με γοητεύει η ψυχρή ματιά του Ουελμπέκ, μ’ αρέσει ο Κούντερα για το σαρκασμό και την φαι­νο­μενική ψυχραιμία του, ο Σαρα­μάγκου που σπάει τα ταμπού, η Ακινάουα για τα τολμηρά θέματά της και για την υπαινικτική υγρή ατμό­σφαιρα που δημιουργεί. Από τους έλληνες πεζογράφους ξεχωρίζω τον Τσίρκα, τον Μάτεσι για τον σχεδόν αιρετικό τρό­πο που χρησιμοποιεί την γλώσσα και κυρίως για τα θεατρικά κεί­μενά του, την Καρυστιάνη, τον Μίγγα, τον Χιόνη για την λοξή έως κι ανάποδη ματιά του, τον Μαυρουδή για την ακριβή και πολυσημική ελλειπτικότητά του.

Όσον αφορά στην ποίηση θα αναφερθώ μόνο σε έλληνες ποιητές για­τί θεωρώ ότι το θέμα της γλώσσας είναι πολύ περιοριστικό. Η ποίηση ουσιαστικά κατά την γνώμη μου δεν μεταφράζεται, αν και προσωπικά θα προτιμούσα τον όρο μεταγραφή αντί μετάφραση. Όταν ο μετα­φρα­στής προσπαθεί να αποδώσει τις έννοιες του κειμένου και ταυτόχρονα να διασώσει ότι μπορεί από την μουσι­κό­τητα ή το ρυθμό του ποιήματος, αναγκαστικά θα πρέπει να καταφύγει σε λύσεις που θα τον απομακρύνουν από την κατά λέξη μετάφραση, οπότε πάμε στην απόδοση. Μιλώ­ντας λοιπόν για έλληνες, ανατρέχω συχνά στη Σαπφώ για τον λυρικό της πόθο, στον γλωσσοπλάστη Ελύτη για το φως που αναδύεται από την ποίησή του και για τον τρόπο που αξιοποιεί την παράδοση, στον ώριμο πικρό Καρούζο – της ύστερης ποιητικής του- που βρίσκεται στον αντίποδα του Ελύτη, στη Δημουλά που οδηγεί με την γλώσσα της μέσα από την ουσια­στικοποίηση των επιθέτων – όπου δεν φτάνει στην μανιέρα – στην ψίχα των πραγμάτων, στη λιτότητα του Λάσκαρη, στον τολμηρό έως προκλητικό λόγο του Βαρβέρη.

2. Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
«Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ» του Φουέντες, «Το σπίτι των πνευμάτων» της Αλλιέντε, η «Εφεύρεση του Μορέλ» του Κασάρες, το «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέιμς, η «H βουή και η αντάρα» του Φώκνερ, τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλυ Μπροντέ, το «Άγνωστο αριστούργημα» του Μπαλζάκ, το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα, ο «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ, η «Ασκητική» του Καζα­ντζά­κη που επηρέασε την οπτική μου απέναντι στη θρησκεία, η «Μετα­μόρφωση» του Κάφκα, το «Εκατό χρόνια μονα­ξιά» του Μαρκές, «Των Κεκοιμημένων» του Μίγγα, το «Κουστούμι στο χώμα» της Καρυστιάνη κ.α.

3. Αγαπημένα σας διηγήματα.
Το «Πίστομα» του Θεοτόκη για τον αδιαπραγμάτευτο τρόπο που χειρίζεται το θέμα της τιμής, ένα θέμα που αισθάνομαι πως πλέον έχει εκλείψει από την ελληνική πεζογραφία, η «Πισίνα» της Ογκάουα για τον ατμώδη ερωτισμό της, η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζατέλη, η «Φό­νισσα» και το «Μοιρολόι της φώκιας» του Παπα­διαμάντη, σχεδόν όλος ο Μπόρχες, και πολλά του Τσέχωφ.

4. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Υπάρχουν στιγμές ή και κείμενα ολόκληρα σύγχρονων λογο­τεχνών που με γοητεύουν. Το βιβλίο του Χιόνη «Όντα και μη όντα», το «Ενός λεπτού μαζί» της Δημουλά.

5. Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Θαυμάζω τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες και τον τρόπο που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην τρέλλα και την λογική, στην φαντασία και το όνειρο. Μ’ αρέσει ο χειρισμός του μύθου του Φάουστ από τον Γκαίτε που τελικά δημιουργεί έναν άλλο Φάουστ, και πραγμα­τικά ζηλεύω τον τρόπο που έχτισε ο Ντο­στογιέφσκι, τον χαρακτήρα του Ρα­σκό­λ­νι­κοφ στο Έγκλημα και τιμωρία, και του Σταβρόγκιν στους Δαι­μο­­νισμέ­νους, αυτό το τραγικά αντιφατικό στοιχείο που κου­βα­λούν τους κάνει απελπιστικά αληθινούς.

6. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι, μου θέτει ακόμα ερωτήματα η Αρετή Θεοφίλου από το ομώνυμο διήγημα που βρίσκεται στην συλλογή με τίτλο «Ομελέτα με μανιτάρια», ερωτήματα για το πώς μπορεί να απαντήσει ο άνθρωπος στην αδικία που του γίνεται, πώς μπορεί να την διαχειριστεί χωρίς να προξενήσει κι αυτός με την σειρά του πόνο. Είναι άλλωστε ένα από τα θέματα που διατρέχουν και το βιβλίο που τελείωσα πρόσφατα και έχει τίτλο «Η βρεφοδόχος». Μια άλλη ηρωίδα μου, που συχνά συνομιλώ μαζί της, είναι η παραβιασμένη Παυλίνα από το διήγημα «Το κομμωτήριο» πάλι από την «Ομελέτα» που αναφέρεται κατόπιν κι αυτή στη «Βρε­φο­δόχο». Είναι θέματα που επανέρχονται μέσα από τους ήρωες και ερω­τήματα που δεν εξαντλούνται, άλλωστε δεν νομίζω πως καταθέτουμε απαντήσεις μέσα από ένα βιβλίο, αλλά ζητήματα που μας απασχολούν.
Κάθε συγγραφέας δημιουργεί το δικό του μικρόκοσμο και μέσα σ’ αυτόν κινούνται τα πλάσματα της φαντασίας του, τα παιδιά του κατά μια άλλη έννοια, και δεν έχει σημασία αν φτιάχτηκαν από ανακυκλωμένα υλικά, το θέμα είναι να πετύχει η συναρμολόγηση και να αρθρωθεί τελικά ένας νέος χαρακτήρας. Αν αρθρωθεί, τότε δεν εγκαταλείπει εύκολα τον μικρό­κο­σμό του.

7. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ξέρετε, έχω γράψει ένα ποίημα που απαντάει ακριβώς σ’ αυτή την ερώτηση. Έχει τίτλο «Ενυδρείο» και βρίσκεται στην τελευταία ποιητική μου συλλογή (σελ.51), λέει λοιπόν :
«Στα σοβαρά δεν πρέπει/ να παίρνεις τις στιγμές/ για τον ίδιο λόγο που δεν πρέπει/ να γράφεις στο γραφείο ποιήματα/ κλείνεις το χρόνο στη γυάλα/ κι αυτός σε κοιτά σαν το ψάρι/ από τα βάθη/ ρίχνοντας φυσαλίδες βροχή/ τα λεπτά στο πρόσωπό σου» κλπ.
Ενώ, λοιπόν, χρησιμοποιώ αποκλειστικά και μόνο το κομπιούτερ για την πεζογραφία και γράφω απ’ ευθείας, αντιθέτως τα ποιήματα τα γράφω ακόμα στο χαρτί, σε οποιοδήποτε χαρτί και οπου­δήποτε μου κάνει την χάρη να με επι­σκεφθεί η μούσα. Έχει τύχει να γράψω στην παραλία στάζοντας νερά, ή να σημειώ­σω ένα στίχο στο εισιτήριο του τραμ, έχω γράψει ποίημα ολό­κληρο στη χαρτο­πετσέτα υπόγειου μαγειρείου στην Ομόνοια, ή άλλοτε σε καφενείο στον Φλοίσβο. Πολύ συχνά γράφω στο κρεβάτι. Δεν έχω τέτοιου τύπου στερεότυπα. Δεν έχει σημασία για μένα ο τόπος. Αυτό όμως που κάνω πάντα μόνο στο γραφείο μου είναι η επε­ξεργασία των ποιημάτων, η οποί­α­ με παιδεύει για πολύ καιρό πριν κατά­στα­λά­ξω στην τελική μορφή.
Τώρα όσον αφορά στην πεζογραφία τα πράγματα καθορίζονται κυρίως από το κομπιούτερ μου, που είναι μεν φορητό αλλά οπωσδήποτε πιο δυσκίνητο απ’ ότι ένα απλό σημειωματάριο.

8. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν πρόκειται για πεζό, διήγημα ή μυθιστόρημα, έχω κατ’ αρχάς την βασική ιδέα στο μυαλό μου και την πλάθω για αρκετά μεγάλο χρο­νικό διάστημα πριν την ακουμπήσω στον υπολογιστή. Σιγά-σιγά αρχί­ζουν να ανα­δύ­ο­νται οι χαρα­κτήρες, αποκτούν περίγραμμα, σωματότυπο, συνή­­­θειες, βλέμ­μα, χαρακτηριστικά, το όνομα και το χρώμα έρχονται προ­ς το τέ­λος. Τους ντύ­νω με το υλικό που ήδη έχω συγκεντρώσει ή συνε­χί­ζω να μαζεύω, προσέχοντας τι ταιριάζει κάθε φορά.
Την πρώτη ύλη μου την βρίσκω οπουδήποτε, στον δρόμο, σ’ ένα μαγαζί, σε μια θεατρική παράσταση. Μόλις κάτι μου τραβήξει την προσοχή κρα­τάω σημειώσεις, μπορεί να είναι μια κίνηση, ένας διάλογος, ένας μορφασμός, οτιδήποτε που θα κινητοποιήσει την σκέψη, την φαντασία μου. Όταν πια έχω αρκετές σημειώσεις σχετικές με το θέμα μου και αισθά­νομαι την ιδέα να έχει κάπως ωριμάσει, αρχίζω το γράψιμο. Η διαδικασία της γραφής βάζει τα πράγματα σε διάλογο μεταξύ τους, πρέπει να βρε­θούν οι εσωτερικές ισορροπίες του κειμένου, οι τομές, τα σημεία φυγής, ο συ­σχε­τισμός των χαρακτήρων, δεν είναι το ίδιο με το να τα σκέφτεσαι απλώς και να τα σχεδιάζεις. Υπάρχει το ενδεχόμενο από ένα σημείο και μετά ο χαρακτήρας να μην χωράει σ’ αυτά που είχα προ­γραμματίσει, που είχα σκεφτεί εξ αρχής γι’ αυτόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις τον παρα­τηρώ ή ακό­μη και τον ακολουθώ για να δω πού το πάει και πώς μπορεί να εξε­λιχθεί, προσπαθώντας να θυμάμαι κάτι που είχε πει ο Στανισλάφσκι για τον θεατρικό χαρακτήρα που βεβαίως ισχύει και στην πεζογραφία, είχε πει λοιπόν πως ένας χαρακτήρας για να πάψει να είναι χάρτινος, για να αποκτήσει υπόσταση, όγκο και εκτόπισμα πρέπει να έχει προο­πτική και βάθος χρόνου και πριν και μετά την συγκεκριμένη σκηνή του έργου. Αυτή η σκέψη με βοήθησε πολύ στο χτίσιμο των ηρώων μου. Το στάδιο που­ τα πρόσωπα αποκτούν την δική τους δυ­να­­μική είναι πολύ ενδια­φέ­ρον­ αλλά και πολύ δύσκολο, γιατί πρέπει να ισορροπήσουν -μέσα από τις σωστές αναλογίες- οι έννοιες της ελευ­θε­ρίας και της πειθαρχίας που, χωρίς να είναι αλληλοαποκλειόμενες, βρίσκονται πάντως σε διαλεκτική αντίθεση. Και τότε αρχίζει η μακρά και κοπιώδης περίοδος της επεξεργασίας, που είναι πάρα πολύ σημαντική για μένα.

9. Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω, αλλά και όταν διαβάζω, προσπαθώ να ακούσω την εσωτερική μουσική των λέξεων και να συντονιστώ μαζί τους. Τα κείμενα έχουν τον δικό τους ρυθμό, την δική τους ατμόσφαιρα, επομένως δεν μπορώ ταυτόχρονα να ακούω και μουσική, όσο καλή ή αγαπημένη κι αν είναι γιατί πιστεύω ότι όταν μπε­ρδεύ­ο­νται οι αρμονίες προκύπτει χάος. Όλα αυτά φυσικά ισχύ­ουν ακόμα περισσότερο για την ποίηση, που ρυθ­μός και μουσικό­τη­τα απο­τελούν συστατικά στοιχεία της ή, εν πάση περι­πτώσει, ζητούμενα. Η μουσική μας εμπλουτίζει μ’ ένα τρόπο μαγικό, προσδίδοντας νέες δια­στάσεις στις σχέσεις μας με τα πράγματα, τους τόπους, τον χρόνο. Αγαπώ πολύ την προκλασική περίοδο, την Μεσαι­ω­νική του Γρηγο­ριανού με­λους­, την Αναγεννησιακή με τα μαδριγάλια, την μπαρόκ του Μπαχ, ακούω φυσικά και κλασική, και απ’ την σύγχρονη με ξεκουράζει η ευαισθησία του Χατζηδάκη, με συνεγείρει ο λυγμός των Πορτογαλέζικων φάντος και η αμφισβήτηση της ροκ.

10. Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιούς πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Δεν γίνεται να μιλήσω για το πότε και το πώς γράφτηκε το πρώτο μου βιβλίο χωρίς να αναφερθώ σ’ ένα πρόσωπο που έπαιξε πολύ σημα­ντικό ρόλο στην ζωή μου. Θείος και νονός μου ήταν ο Νάσος Νικόπουλος, ποιητής και κριτικός θεάτρου επί πολλά χρόνια στην εφη­μερίδα Αυγή. Το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα, τα αινίγματα των πρώτων ακουσμάτων, οι συζητήσεις, οι προτροπές, άσκησαν με­γάλη επίδραση στην διαμόρφωσή μου. Με τον θείο μου συζητούσαμε για την τέχνη γενικότερα – αγαπούσε πολύ το θέατρο και την ζωγραφική- για την ποίηση, για το Σολωμό, και πάντα με προέτρεπε να διαβάζω, να διαβάζω πολύ, μου πρότεινε βιβλία, μου έδινε ερεθίσματα. Χαρακτηριστικό παρά­δειγμα είναι η αντίδρασή μου όταν πρωτοάκουσα το Άξιον Εστί του Ελύτη μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη σε ηλικία έξι-επτά ετών, φυσικά δεν μπόρεσα να καταλάβω παρά ελάχιστες λέξεις, την αύρα όμως του έργου την ρούφηξα όλη, κι όταν τελείωσε η ακρόαση άπνοη και εκστασιασμένη δήλωσα πως θέλω κι εγώ να μπορώ να καταλαβαίνω κά­ποτε όπως οι με­γά­λοι­ τα λόγια του ποιητή. Το πρώτο μου βιβλίο λοιπόν ήταν η ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο μύθος του οδοιπόρου», Αθήνα, 1986, και διαπνέεται από την ζέση εκείνου του πρώτου πόθου. Το δεύτερο ήταν πάλι ποίηση με τίτλο «Χειμερινοί μορφασμοί», Αθήνα, 1993. Το 1999 ακολούθησε η ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανέμου», από τις εκδόσεις Πλανόδιον, όπου νομίζω πως συντε­λείται και μια στροφή στον τρόπο της γραφής μου.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2003 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Σαν σε καθρέφτη» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και έχει ως θέμα την ανα­ζήτηση της εσωτερικής ταυτότητας μιας νεαρής γυναίκας που είναι υιοθετημένη και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ολλανδία – που είναι γενέ­θλια χώρα της μητέρας της- για να την βρει. Με ενδιέφερε η σύνδεση της αναζήτησης της ταυτότητας με το ταξίδι. Αν αναλογιστούμε τους προ­σκυ­­νητές των Αγίων Τόπων ή ακόμα και τους σημερινούς ταξιδευτές της Δύ­σης προς την Ανατολή, θα δούμε ότι το ταξίδι έδινε πάντα στον άνθρω­­πο την δυνατότητα της ενίσχυσης ή ακόμα και του επα­να­προσδιο­ρι­σμού της ταυτότητάς του. Ολόκληρο το κείμενο ουσι­α­στικά ανα­πτύσ­σεται με κατοπτρικό τρόπο καθώς είναι χωρισμένο σε δύο μέρη τα οποία λειτουργούν οργανικά σαν αντικατοπτρισμός το ένα του άλλου. Είναι ουσιώδης, κατά την γνώμη μου, η οργανικότητα της μορφής σε σχέση με το περιε­χό­μενο.
Το επόμενο βιβλίο μου κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Νεφέλη με τίτλο «Ομελέτα με μανιτάρια». Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων που είναι χωρισμένη σε πέντε θεματικές ενότητες. Εδώ υπάρχουν πρόσωπα και ρόλοι που τα όριά τους μπλέκονται δημι­ουρ­γώ­ντας εφιαλτικούς λαβυρίνθους σχέσεων, όπου συχνά αποκα­λύ­πτε­ται­ το ασύμπτωτο της ηλικιακής με την ουσιαστική ενη­λικί­ω­ση. Υπάρχουν επίσης ιστορίες που βασικός στόχος τους είναι να ανα­τρέψουν τους κανόνες του παιχνιδιού, το δεδομένο υλικό των μύθων και των παρα­μυ­θιών. Αισθάνομαι ότι είναι ένα βιβλίο ανοιχτό που συνε­χίζε­ται.

11. Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Είναι η ποιητική συλλογή με τίτλο «Μη με ψάχνετε εδώ», και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2009 από τις εκδόσεις Πλα­νό­διον. Εδώ από το πρώτο κιόλας ποίημα – απ’ όπου και ο κάπως προκλη­τικός τίτλος – το ποιητικό υποκείμενο θέλει να δηλώσει (ή να υπο­δη­λώσει;) πως ο τόπος του ποιητή είναι εντέλει πέρα από τις λέξεις. Το φα­νέ­ρωμα, η επιφάνεια -για να το πούμε αλλιώς- συντε­λείται μέσα στην γλώσσα, αλλά ο ίδιος δεν κατοικεί εκεί.

12. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το τελευταίο βιβλίο του Ουελμπέκ, με τίτλο «Η δυνατότητα ενός νησιού».

13. Τι γράφετε τώρα;
Σχεδιάζω μια νέα συλλογή διηγημάτων, οπότε συνεχίζω να γράφω διηγήματα, έχω αρκετά στο συρτάρι μου και μερικά από αυτά είναι ήδη δημο­σιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Συνεχίζει να με απασχολεί το θέμα των σχέσεων και κυρίως το αφανέρωτο ψυχικό υλικό τους. Το σημαντικό κατά τη γνώμη μου είναι το άρρητο, αυτό που υποδηλώνεται μέσα από λεπτομέρειες, από ανεπαίσθητες κινήσεις του σώματος, από το βλέμμα, από πράγματα που τέλος πάντων διαφεύγουν συνήθως της προσοχής μας και ο τρόπος που επιδιώκω να αποδοθεί όλο αυτό είναι υπαινικτικός. Δεν μ’ αρέσει η επεξηγηματικότητα και η πλήρης ανάλυση των πάντων, προτιμώ στα κείμενά μου να αφήνω χώρο και για τον αναγνώστη. Κακά τα ψέματα, όσο συγκεκριμένο κι αν είναι αυτό που είχε στο νου του ο συγγραφέας όταν έγραφε το έργο, ο τρόπος πρόσληψης ενός κειμένου διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ο καθένας έχει άλλες προσλα­μβά­νουσες, προβάλει τα δικά του βιώματα. Αλλά, νομίζω, ότι αυτό είναι τελικά ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα ενός έργου να μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, να λειτουργεί πολυεπίπεδα, να επιδέχεται επομένως κι άλλες προσεγγίσεις.

14. Τι είδους ηδονές σας προσφέρει η ενασχόλησή σας με την ζωγραφική; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Έχετε συνδέσει λογοτεχνικά κείμενα δικά σας ή άλλων με συγκεκριμένες εικαστικές εικόνες;
Η ζωγραφική και η λογοτεχνία λειτουργούν για μένα ως δύο δια­φορετικοί τρόποι έκφρασης και είναι στην πραγματικότητα δύο δρόμοι προσέγγισης του εαυτού κι ενός πολύπλοκου ψυχισμού, που χωρίς τον ένα ή τον άλλο δρόμο θα έμενε ουσιαστικά ανερμήνευτος και αλύ­τρωτος. Όλο αυτό φυσικά πρέπει να γίνεται με τρόπο που να αφορά και τους άλλους, αλλιώς κινδυνεύει να παραμείνει απλή ψυχαναλυτική δια­δικασία εσωτερικής κατανάλωσης και όχι τέχνη. Επομένως δεν τίθεται θέμα υπε­ξαί­ρεσης συγ­γρα­φικού χρόνου από την ζωγραφική, μια και προς το παρόν τουλά­χιστον διατηρείται μέσα μου – αν και μέσα από πολύπλοκες διαδρομές – μια συμπληρωματική ισορρο­πία. Η ευχαρίστηση και η ολο­κλήρωση – η ηδονή όπως το διατυπώνετε – που μου προσφέρει η ζω­γραφική είναι σημαντική κι αναντικατάστατη για μένα, άλλωστε άρχισε να ξετυλίγεται σε πολύ νεαρή ηλικία ταυτοχρόνως με την λογο­τεχνία και έκτοτε συνυπάρχουν. Όσο για την σύν­δεση λογοτεχνικού κειμένου με τον εικαστικό λόγο, ναι συνέβη μια του­λάχιστον φορά όταν έγραψα ένα διήγημα με τίτλο «Η θυμω­μένη του Ντεγκά» που περιέχεται επίσης στη συλλογή «Ομελέτα με μανιτάρια» και έχει ως αφετηρία κι έμπ­νευση την «Μικρή χορεύτρια» (φώτο), του ζωγρά­φου και γλύπτη Ντεγκά – που αγαπώ ιδιαίτερα – γλυπτό το οποίο μάλιστα πρό­σ­φατα εκτέθηκε και στην Αθήνα. Σε κριτικές που έχουν γραφτεί για το λογοτεχνικό μου έργο, ανα­φέρεται ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το στοιχείο της ζωγρα­φικό­τητας. Φυσικά αυτή είναι μια επισήμανση που θα μπορούσε να ισχύει, και ισχύει, για πολλούς συγγραφείς στων οποίων το έργο το εικονιστικό στοιχείο είναι δραστικά παρόν. Αυτό που παρατηρώ εγώ στη σχέση των δύο εκφραστικών διαδρομών μου είναι ότι εντέλει λειτουργούν με τρόπο συμπληρωματικά αντίθετο, μιλούν για διαφο­ρετικά κομμάτια μου. Η ζωγραφική, έχοντας τις γερές –ε­νί­­οτε και περιοριστικές – βάσεις των ακα­δημαϊκών σπουδών –Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών- εκφράζει τμήματα του ψυχισμού μου που δεν εκφρά­ζονται στην λογοτεχνία, είναι πιο αφαι­ρετική και δεν στηρίζεται στην πρόφαση της διήγησης (όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες των έργων Νο 01, 02, 03). Αντιθέτως μέσα στο πεδίο της συγγραφής ξετυλίγονται πιο ελεύθερα κώδικες του υποσυ­νει­δήτου που δεν είχαν βρει το δρόμο τους μέσα από την ζωγραφική. Το πολύ ενδιαφέρον για μένα βρίσκεται με μια αλλαγή που συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια περίπου, που αυτό άρχισε να διαφοροποιείται. Άρχισαν, δηλαδή, να εμφανίζονται παραστατικά, αφηγη­ματικά στοιχεία στη ζωγραφική μου, που νομίζω ότι δεν θα παρου­σιά­ζονταν αν δεν είχε προηγηθεί η διεργασία της γραφής. (Στην φωτογραφία του έργου Νο 04 που έχει τίτλο «Η κούκλα και το παιδί» από την ενότητα «Δωμάτια -΄Ενοικοι» φαίνεται καθαρά πως μορφοποιείται η αντιστροφή των ρόλων ανάμεσα στην κούκλα-μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί.) Αισθάνομαι σαν η μια τέχνη μου να μπολιάζει την άλλη. Επομένως αυτό που μέχρι πριν έμοιαζε σαν εσωτερική αντινομία, τώρα μέσα από την διαδικασία των κατα­βολάδων ή των αντιδανείων, μοιάζει να μπαίνει σε νέο δρόμο.

Σημ.: Τα τέσσερα πρώτα έργα είναι της συγγραφέως, το τελευταίο του Edgar Degas (βλ. σχετικές αναφορές εντός κειμένου).

Advertisements

1 Response to “Στο αίθριο του Πανδοχείου, 25. Ηρώ Νικοπούλου”


  1. 1 pandoxeio
    Φεβρουαρίου 16, 2010 στο 2:20 μμ

    Ευχαριστώ τον ανώνυμο αναγνώστη για τις επισημάνσεις του. Αρχή του Πανδοχείου πάντως είναι να μην υπάρχει επέμβαση στα κείμενα των συγγραφέων.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Φεβρουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728

Blog Stats

  • 818,140 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: