The Walkmen – Lisbon (2010)

Αν ρωτήσεις 100 ανθρώπους να σου πουν ποιο κομμάτι θα κρατήσουν απ’ τους Walkmen στην βαλίτσα με τα οριστικά τραγούδια, οι 95 θα πουν το The Rat. Φαίνεται πως και εδώ η ορμή υπερισχύει της εσωτερικότερης έντασης, γι’ αυτό μάλλον λίγους θα συνεπάρει το συναρπαχτικό Stranded. Ίσως πρέπει να είναι κανείς πολύ απογοητευμένος από το ροκ εντ ρολ για συγκλονίζεται από έναν σχεδόν λατινογενή θρήνο, τραγουδισμένο από έναν (ξανά) ζαλισμένο ντυλανικό φωνάρχη, που σέρνει τα βήματά του δίπλα σε εμβατηριακά πνευστά σαν σε νεκρώσιμη πομπή. Ενώ τέσσερις νότες των χάλκινων έτσι όπως είναι ριγμένες, μοιάζουν με ένα σημείο του …. ιταλικού εθνικού ύμνου. Και μόνο για το Stranded δηλαδή παραμένουμε Λισαβώνα.

Λίγοι θα έπαιρναν στο βαλιτσάκι το Another One Goes By από το Α Hundred Miles Off που στο προσωπικό μου πηχολόγιο αποτελεί τον δίσκο που καλούνται κάθε φορά να ξεπεράσουν. Αλλά ήδη νοιώθω να τους αδικώ: πώς γίνεται να περιμένεις εξέλιξη σε ένα σχήμα που εξαρχής χάραξε τα όρια του ράντσου του; Στο δικό τους ακίνητο τα δεδομένα είναι ακίνητα: ένα ροκ εντ ρολ με συγκεκριμένη πηγή και φυσιογνωμία, ο αμερικανικός ήχος και ο απανταχού νότος, η μεμψιμοιρία και η ήρεμη αποδοχή μιας ζωής που δεν είναι αυτό που υποσχέθηκε. Γι’ αυτό και εξ ορισμού οι Walkmen δεν θα αλλάξουν. Θα παραμένουν το ίδιο γοητευτικά παράφωνο σχήμα, με κομμάτια που σχεδόν ποτέ δεν σκάνε ή δεν σε ανεβάζουν αλλά συνεχίζουν ακόμα κι εκτροχιασμένα απ’ το δρόμο, μέχρι να σβήσει η βενζίνη. Θα προτείνουν από ένα έως κανένα χάιλαιτ αλλά δίσκους που ακούγονται ολόκληροι, ρέοντες, συνεκτικοί, χωρίς τίποτε περιττό, που ορισμένες φορές θες να τους πετάξεις από την επανάληψη της καμπανιστής τους γκρίνιας κι άλλες ξέρεις πως θα σε συντροφεύσουν στην απόγνωσή σου, παιγμένοι στο τέρμα, όταν ψάχνεις τις χαμένες απλότητες του ροκ.

Τι με νοιάζει αν ο τύπος τους συνεχίζει με τον ίδιο και απαράλλακτο τρόπο να αντηχεί σαν ένας Ντύλαν ενός Ολοκαίνουργιου Κόσμου (Brave New World, ή όπως το μετέφραζαν παλιά οι αδαείς Γενναίος Νέος Κόσμος, αλλά σ’ έναν τέτοιο πρέπει να σταθεί και να πουλήσει!) ενίοτε τόσο απροκάλυπτα και συχνότερα τόσο ύπουλα; Τι με κόφτει που το ανώτεμπο ριφ του Woe Is Me θα το αβαντάραμε περισσότερο αν προερχόταν από τους Go Betweens ή τόσους άλλους απόντες; Τι με πειράζει που το Torch song είναι διαιώνισμα τόσων και τόσων δεκαετιών αν μπορώ μ’ αυτό έστω να ονειρευτώ πως θα χορέψω αγκαλιστί με την κυρά του δικού μου σαλουνιού;

Η μπάντα επισκέφθηκε δις την πόλη της ονοματοδοσίας του δίσκου, σε εποχή πλήρη βροχοπτώσεων, πράγμα που δεν τους εμπόδισε να συνεπαρθούν και να (της τον) αφιερώσουν. Φυσικά ουδεμία ιβηρική επιρροή δεν προστέθηκε στον ήχο τους: οι Walkmen ανέκαθεν υπήρξαν σχήμα λατινογενούς ροκ έμπνευσης. Φέτος έκλεισαν δεκαετία, και πώς μετράται άραγε η ενηλικίωση ενός σχήματος; Αντίστοιχα μ’ ενός σκύλου; Πάντως το αίμα τους παραμένει πάντα μπλε, (μάρτυράς μου το έκτο κομμάτι), μπλε της μοναξιάς και του αχανούς ουρανού.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Για τους προ-προηγούμενους Walkmen εδώ. Στις φωτογραφίες: οι 5 νέοι προτού περάσει το απορριματοφόρο και η εμπνέουσα πόλη.

Περιοδικό Κλήδονας, τεύχος 4 (Μάιος 2010)

 

Αφιέρωμα στη Συνάντηση

Μπορείτε να πείτε ποια υπήρξε η κεφαλαιώδης συνάντηση της ζωής σας; — Μέχρι ποιο σημείο αυτή η συνάντηση σας έδωσε, σας δίνει την εντύπωση του τυχαίου; Του αναγκαίου; Αυτό ήταν το θέμα μιας έρευνας που δημοσιεύτηκε το 1933 στο υπερρεαλιστικό περιοδικό Minotaure. Στη συνάντηση λοιπόν, «ένα από τα προνομιακά πεδία άσκησης και καταγραφής της υπερρεαλιστικής εμπειρίας», που ο υπερρεαλισμός έβλεπε ως συνάντηση της εξωτερικής αναγκαιότητας και της εσω­τερικής επιθυμίας είναι αφιερωμένο το τρέχον κληδονισμένο περιοδικό. Σ’ αυτή τη στιγμή που δεν είναι κατ’ ανάγκην ερωτική και που πλέον περιλαμβάνει και ένα λαβύρινθο δυνητικών συναντήσεων, π.χ. διαδικτυακών, που ταυτόχρονα είναι τυχαία και αναγκαία και μπορεί αιφνίδια να αλλάξει τις ζωές.

Ανθολογούνται (και συναντιούνται) κείμενα πλούσια πλείστων πλουμιστών υπερρεαλιστών (André Breton, Benjamin Péret, Paul Éluard, Jean Schuster, Mary Low, Ody Saban, Rafet Arslan, Vicente Gutierrez Escudero και Eugenio Castro), μέλη και φίλοι της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών κατά – γράφουν, -θέτουν και -φέρνουν να εκφράσουν προσωπικές συναντήσεις και κατα-λυτικές εμπειρίες αλλά και μοιράζονται τα σατανικά τους παιχνίδια. Παλιά βιβλία Βίπερ Νόρα βγαίνουν από το Μπαούλο με τα Βίπερ και ξαναδιαβάζονται «αλλιώς»

Η παρέμβαση του ανθρώπου μέσα στη ζωή των λέξεων υλοποιείται ως μία πράξη απόλυτου έρωτα που πραγματοποιείται διά του βιασμού και διαπράττεται διά του σοδομισμού έγραφε ο Γάλλος υπερρεαλιστής Guy Cabanel, που κυκλοφορούσε τις συλλογές του εκτός εμπορίου με σίγουρο όμως αναγνώστη και εκθειαστή τον Μπρετόν, διατηρούσε συχνές επαφές με μέλη της παρισινής υπερρεαλιστικής ομάδας χωρίς όμως ποτέ να ενταχθεί σε αυτήν, χρησιμοποίησε μια προσωπική μορφή «φωνητικής και γλωσσικής Καμπάλα» και άσκησε μια ποίηση αυτοματική, συνειρμική, συνεπαρμένη και παραισθησιακή. Αυτή η ποίηση μεταφράζεται εδώ από τον Σωτήρη Λιόντο, όπως κι ένα αφήγημα της Annie le Brun, ενώ με αφορμή τον πρόσφατο θάνατό του κορυφαίου Αμερικάνου υπερρεαλιστή της Ομάδας του Σικάγο Franklin Rosemont ο Νίκος Σταμπάκης μας εισάγει στην προσωπικότητά του και μας μεταφράζει 2 κείμενά του.

Κλείνω ξανά με τον Cabanel: Αφήνω τις λέξεις να ερωτεύονται. Τις ερωτεύομαι. Έρχονται με βροντώδη πληθώρα. Πολλές είναι νεκρές. Ακούω αυτές που επέζησαν…Όταν γράφω, ελπίζω σε μιαν αποκάλυψη που εκείνη τη στιγμή δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο, ενώ με κάθε μία από τις λέξεις που οριστικά τοποθετώ στο χαρτί, μου ανοίγεται ένας καινούργιος ορίζοντας. [σελ. 112]