Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 520 (Ιούλιος – Αύγουστος 2011)

200 βιβλία για το καλοκαίρι

Δεν πρέπει ν’ αφήσεις τούτη τη σιωπή να παγώσει, σαν ένα στρώμα πυκνό από ζελατίνα πάνω στα αντικείμενα, στις χειρονομίες, έλα, σάλεψε, κάνε κάτι, μίλησε, προκάλεσε, ανακίνησε έγραφε ο προσφάτως Χόρχε Σέμπρουν (Ο δεύτερος θάνατος το Ραμόν Μερκαντέρ, μτφ. Άρης Αλεξάνδρου) και το Ικάριο Ζενερίκ του τεύχους καλά κάνει και μας το θυμίζει, ειδικά σήμερα, ειδικά τώρα. Εκτός από την καταιγιστική τιτλογραφία 200 νέων εκδόσεων, στην οποία είναι κατά παράδοση κάθε χρόνο αφιερωμένο το κατεξοχήν θερινό διπλόμηνο τεύχος, δυο συνεντεύξεις παρουσιάζουν πλεόνασμα ενδιαφέροντος.

Η Έμα Ντόναχιου μιλάει για το βιβλίο της Το Δωμάτιο, την δική της κατά πρόσωπο αναμέτρηση με την άβυσσο της περίπτωσης Γιόσεφ Φριτζλ, του «πατέρα» που κρατούσε σε υπόγειο αιχμάλωτη και βιαζόμενη την κόρη του επί 24ετία. Η συγγραφέας πλάθει την ιστορία ενός πεντάχρονου και της νεαρής Μαμάς του, που για να αποκρούσουν τις καθημερινές επιθέσεις του ΣαταΝίκ πλάθουν έναν δικό τους κόσμο από λέξεις, συνήθειες, και κανόνες, απροσπέλαστο στον ίδιο. Η Ντόναχιου μιλάει για τις επιρροές της όσον αφορά τον νεαρότατο αφηγητή (Μαρκ Χάντον, Ρόντι Ντόιλ, Λούις Κάρολ, L.P.Hartley, Βολταίρος) αλλά και τη γραφή της (Παραμύθια, Τρικυμία, Μεσαιωνικά Κάλαντα, Ο Συλλέκτης του Φόουλς, ο Κέβιν της Σρίβερ, Ο Δρόμος του ΜακΚάρθυ), το ενδιαφέρον φαινόμενο της «αναστολής της δυσπιστίας», κατά το οποίο ο ίδιος ήρωας γίνεται άλλοτε αξιόπιστος και άλλοτε αναξιόπιστος αφηγητής, την κατά Άρεντ κοινοτοπία του κακού που αντιπροσωπεύει ο ΣαταΝίκ, και γενικά για την δύσκολη διερεύνηση  μιας τόσο γόνιμης ιδέας.

Η δεύτερη συνομιλία είναι με τον Αιγύπτιο συγγραφέα Μπάχαα Τάχερ (τελευταίο βιβλίο: Όαση στο ηλιοβασίλεμα), ιδρυτικό μέλος της πολιτικής κίνησης Kefaya (που εκφράστηκε ανοιχτά το 2004-05 κατά του προέδρου Μουμπάρακ), συμμετείχε από την αρχή στις συγκεντρώσεις της πλατείας Ταχρίρ, στις οποίες η υγεία του κινδύνεψε από τα δακρυγόνα που εισέπνευσε. Ο Τάχερ ήδη από την δεκαετία του ’60 είχε καταφύγει στο εξωτερικό όταν κόπηκε η ραδιοφωνική του εκπομπή κι ο κλοιός γύρω του άρχισε να σφίγγει, αλλά δεν έπαψε να υπηρετεί την αιγυπτιακή λογοτεχνία, ενώ για τα γεγονότα που συντάραξαν την χώρα του φέτος αναφέρει χαρακτηριστικά: Καθώς η αιγυπτιακή διακυβέρνηση γινόταν από μια συμμορία ληστών, όπως σταδιακά αποκαλυπτόταν, τα αρχικώς νωχελικά αντανακλαστικά του αιγυπτιακού λαού άρχισαν να ενεργοποιούνται και το κίνημα Kefaya, που αρχικά μετρούσε χίλια άτομα, άρχισε να διογκώνεται να βγαίνει στους δρόμους να φωνάξει «Κάτω ο Μουμπάρακ», πράγμα αδιανόητο μέχρι τότε. Η αντίδραση στην πρόκληση ήταν τόσο μεγάλη όσο και η ίδια η πρόκληση και οι εκατοντάδες διαδηλωτές έγιναν εκατομμύρια. Οι συνεντεύξεις στους Λευτέρη Καλοσπύρο και Σωκράτη Καμπουρόπουλο αντίστοιχα.

Και μια και περί πλατειών ο λόγος, το μηνιαίο σημείωμα του Αλέξη Ζήρα καταγράφει αυτό που πολλοί αδυνατούν ακόμα να εννοήσουν: πως η ώθηση, πλέον, των πολιτών μπορεί να έχει πολύ υψηλά συμμετοχικά αποτελέσματα χωρίς να χρειάζεται απαραιτήτως η πυραμιδοειδής αναφορά σε οποιασδήποτε μορφής παραδοσιακό θεσμό. Αν πριν μερικά χρόνια μόνο οι εργατικές ενώσεις, τα πολιτικά κόμματα και οι … εκκλησιαστικές ηγεσίες μπόρεσαν να κατεβάσουν τα πλήθη στους δρόμους, τώρα οι περιπτώσεις της Τύνιδας, του Καΐρου και φυσικά της Αθήνας αποδεικνύουν πως κάτι έχει αλλάξει και το Διαδίκτυο έχει μέγιστο μερίδιο σ’ αυτό. [128 σ.]

Στις φωτογραφίες: Έμα Ντόναχιου, Μπάχαα Τάχερ.

Antonio Tabucchi – Ταξίδια και άλλα ταξίδια [μέρος B’]

Μέρος Β΄

Καθώς ο Ταμπούκι ξεφυλλίζει τον παλιό αγαπημένο του άτλαντα Ντε Αγκοστίνι για ένα πράγμα είναι βέβαιος: πως κάθε απεικόνιση του κόσμου είναι σχετική, τα χρώματα των γεωγραφικών χαρτών αλλάζουν, τα μεγέθη των χωρών μεταβάλλονται, οι μεθοριακές γραμμές μετατοπίζονται. Τα μόνα «σύνορα» που δεν θα αλλάξουν ποτέ είναι εκείνα του ανθρώπινου σώματος και αυτό που αισθάνονται όταν παραβιάζονται ή βασανίζονται.

«Το όνειρο του Αμαζονίου» (και το φερώνυμο βιβλίο του Μισέλ Μπροντώ) στρέφει το βλέμμα του στον τραυματισμένο πνεύμονα του πλανήτη μας, που ο πολιτισμός κατέστρεψε ως ένα εύκολο θήραμα. Η Αμαζονία, αυτή η τεράστια αποθήκη φυσικού πλούτου, έδρα μιας ατέλειωτης βιοποικιλότητας και ίσως θησαυρός της μελλοντικής ιατρικής μας δεν αποτελεί μονάχα το πιο ανησυχητικό παράδειγμα ανθρώπινης λαιμαργίας αλλά και τη μορφή μιας μεταφοράς του παρανοϊκού πολιτισμού μας, που όσο περισσότερα παράγει, τόσο περισσότερο καταβροχθίζει τον εαυτό του. Εκεί που… μετά τον Κάντιντο Ροντόν, άδολο τόσο ως όνομα όσο και ως χαρακτήρα, αθώο πιονέρο της μελλοντικής καταλήστευσης, παρελαύνουν όλες οι απεχθείς επιχειρήσεις του φασιστοειδούς δισεκατομμυριούχου Χένρυ Φορντ, τα μεγαλομανή σχέδια της σκληρής στρατιωτικής χούντας της Βραζιλίας,…η επίθεση της μυστηριώδους ημικρατικής εταιρείας CVRD που καθοδηγεί εκατομμύρια σκλάβους (τους garimpeiros) στη χρυσοφόρα εκμετάλλευση μέχρι την δορυφορική κατασκοπεία που ασκείται σήμερα στον Αμαζόνια.

«Η Εδέμ των ενοχών μας», μέσα από την  Ιστορία της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας της Λουτσιάνα Στεγκάνιο («ένα εξαιρετικό ταξιδιωτικό βιβλίο»), αποκαλύπτει πως η Ευρώπη δεν ανακάλυψε τόσο τη Βραζιλία όσο τις δικές της πιο κρυφές επιθυμίες: την Απόδραση και το Αλλού. Και ότι η Βραζιλία της έδωσε σχεδόν αμέσως την προοπτική των μυθικών «Ευτυχισμένων Νήσων». Τι ειρωνεία: η seca (ξηρασία) ανάγκασε χιλιάδες retirantes να επιχειρήσουν ένα ταξίδι μέσα από τις πιο ερημικές περιοχές σε αναζήτηση μιας δικής τους Εδέμ που βρίσκεται στους αντίποδες της δικής μας: στην αναζήτηση της Μητρόπολης.

Ο συγγραφέας μοιράζεται την αισθητική συγκίνηση αλλά και την αίσθηση γαλήνης στο πάρκο με τα γλυπτά του Εδουάρδο Τσιλίδα («Στη γη των Βάσκων») όπου οι ανθρώπινες μορφές μικραίνουν, ο χώρος γιγαντώνεται, οι αναλογίες αλλάζουν και αλλάζει μέσα μας και η παράλογη ιδέα ότι είμαστε τα αφεντικά αυτής της γης. Στην μικρή Πλατεία του Αδάμαντα (Βαρκελώνη) θυμάται το φερώνυμο μυθιστόρημα της Μερσέ Ροντορέντα, το πιο συγκινητικό πάνω στις φρικαλεότητες του ισπανικού Εμφυλίου, ακριβώς επειδή δεν γίνεται ποτέ λόγος γι’ αυτόν, αλλά είναι συνεχώς παρών στις παράπλευρες συνέπειές του.

Ενθουσιάζεται με Το Θέατρο της Οδύνης (Odin Teatret) («Μια κινητή σκηνή που γυρίζει τον κόσμο»), που για να αντιμετωπίσει την απαγόρευση των θεαμάτων σε χώρες όπως το Περού (διότι συγκεντρώνουν πλήθη, και οι αρχές της χώρας δεν αγαπούν τα πλήθη, φοβούνται ότι μπορούν να προκαλέσουν distúrbios), σε κάποια παράσταση στις περουβιανές Άνδεις χρησιμοποίησε τη στρατηγική που έχει εφαρμόσει από τη Σαρδηνία μέχρι τον Αμαζόνιο: μια παράσταση ανταλλαγών, όπου και οι ίδιοι οι θεατές τους δείχνουν με τη σειρά τους κάτι δικό τους, ένα χορό ή μια δεξιότητα. Κι όλοι συμμετέχουν στο Μεγάλο Θέατρο του Κόσμου, στην πάλη πάλι εναντίον του άλλου που κρύβεται μέσα μας.

Και μας προσκαλεί («Η Λισαβόνα ενός βιβλίου μου») στην ονειρική διαδρομή του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του Ρέκβιεμ. Μια παραίσθηση, από τον μόλο και το ναυτικό σταθμό της Αλκάνταρα (αγαπημένο τόπο του Άλβαρο ντε Κάμπος, ετερώνυμου του Πεσσόα) στο καφέ Μπραζιλέιρα (των διανοούμενων, των λογοτεχνικών περιοδικών), στο Νεκροταφείο των Απολαύσεων, στο Μουσείο των Πράσινων Παραθυριών, στη λέσχη και στην άκρη του Ωκεανού, όπου οι φάροι μοιάζει να στέλνουν κάποιο μήνυμα στον εραστή των άλογων διαδρομών, εκεί όπου ελλοχεύει η ατλαντική νύχτα, προτού επιστρέψουμε στη Λισαβόνα, στην μυθοπλασία του Ταμπούκι, στην ίδια τη Λογοτεχνία.

Πρόκειται για κείμενα ανέκδοτα ή δημοσιευμένα σε εφημερίδες (Corriere della Sera, La Repubblica, La Nación (Μεξικό), στο περιοδικό Grazia Casa, στην ρουμπρίκα Se passate da questi parti (Αν περάσετε από αυτά τα μέρη), στο Ulisse της αεροπορικής εταιρίας Alitalia, σε συλλογές, τόμους, ως εισαγωγικά σημειώματα και αλλού.

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σ. 307 (Antonio Tabucchi, Viaggi e altri viaggi, 2010).

[Βλ. μέρος Α΄ στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, εδώ]