Slavoj Žižek – Βία. Έξι λοξοί στοχασμοί

Βία; Μη, (τ)Ζίζ!

Εσείς το κάνατε αυτό; Όχι, εσείς το κάνατε αυτό

Στο μυαλό μας βία αποτελούν οι εγκληματικές και τρομοκρατικές πράξεις, τα επεισόδια κατά της δημόσιας τάξης, οι διεθνείς συρράξεις· δηλαδή πρόκειται για την άμεσα ορατή «υποκειμενική» βία, που διαπράττεται από έναν σαφώς προσδιορίσιμο δρώντα. Μας διαφεύγουν τα περιγράμματα του φόντου που προκαλούν τέτοια ξεσπάσματα, η «συμβολική» βία που ενσαρκώνεται στη γλώσσα, η «συστημική» βία. Αν η «εμφανής» πρώτη βία αποτελεί διατάραξη της «φυσιολογικής», ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων, η δεύτερη, η αντικειμενική βία, ενυπάρχει σε αυτή τη «φυσιολογική» κατάσταση των πραγμάτων και αθέατη συντηρεί ακριβώς εκείνο το μηδενικό επίπεδο. Χρησιμοποιεί αδιόρατες μορφές καταναγκασμού και συντηρεί σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, καθώς και απειλές επιβολής της. Μόνο που όταν η «φιλελεύθερη στάση» καταπολεμά την άμεση/ ιδεολογική βία (ρατσισμός, διακρίσεις με βάση το φύλο κλπ.) αποσπά την προσοχή μας από τις άλλες μορφές βίας και την αληθινή καρδιά του προβλήματος. Άρα η απάντηση σ’ εκείνους που ρωτούσαν τους αριστερούς για τις λεηλασίες στα παρισινά προάστια Εσείς το κάνατε αυτό; είναι ίδια με εκείνη που έδωσε ο Πικάσο όταν του έκαναν την ίδια ερώτηση για την Γκερνίκα κι εκείνος απάντησε Όχι, εσείς το κάνατε αυτό.

Η πολιτική του φόβου

H πολιτική σήμερα παίρνει μια νέα μορφή και γίνεται μεταπολιτική (: ισχυρίζεται ότι έχει αφήσει πίσω της τους παλιούς ιδεολογικούς αγώνες και εστιάζει στη διοίκηση από ειδήμονες) βιοπολιτική (: ορίζει ως βασικό της σκοπό την ασφάλεια και την ευημερία). Φυσικά η «αποπολιτικοποιημένη» τεχνοκρατική διαχείριση δεν είναι δυνατό να ασκήσει εξουσία παρά μέσω του φόβου και της (ανάγκης) άμυνας απέναντι σε μια πιθανή παρενόχληση ή καταπίεση. Έτσι χρησιμοποιείται ο φόβος των μεταναστών, του εγκλήματος, του κράτους, της περιβαλλοντικής καταστροφής.

Από το 2006 και μετά η αντιμεταναστευτική πολιτική έγινε κυρίαρχη τάση και αποκόπηκε ο ομφάλιος λώρος που τη συνέδεε με την Άκρα Δεξιά. Τα μεγάλα κόμματα θεώρησαν πλέον αποδεκτό να τονίσουν ότι οι μετανάστες είναι φιλοξενούμενοι που πρέπει να συμμορφωθούν με τις πολιτισμικές αξίες της κοινωνίας που τους φιλοξενεί: «Δική μας είναι η χώρα, ή την αγαπάτε ή φεύγετε». Η φιλελεύθερη ανεκτικότητα και ο σεβασμός της ετερότητας συνυπάρχουν με τον ιδεοληπτικό φόβο μήπως μας παρενοχλήσουν – άρα η ανεκτικότητα συμπίπτει με το αντίθετό της. Αναδύεται λοιπόν στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού το  θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα να μη μας παρενοχλούν, να παραμένουμε σε απόσταση ασφαλείας από τους άλλους. Και δεν υπάρχει πιο έντονη αντίθεση από αυτήν ανάμεσα στο σεβασμό για το ευάλωτο του άλλου και στην υποβάθμισή του σε απλώς «γυμνή ζωή».

Οι Φιλάνθρωποι Απάνθρωποι

Στη φιλελευθεροκομμουνιστική ηθική, το ανελέητο κυνήγι του κέρδους αντισταθμίζεται από τη φιλανθρωπία. Σ’ έναν υπερεγωτικό εκβιασμό γιγαντιαίων διαστάσεων, οι ανεπτυγμένες χώρες συνδράμουν τις υπανάπτυκτες, με ανθρωπιστική βοήθεια, δάνεια κ.ο.κ., και με τον τρόπο αυτό αποφεύγουν το κομβικό ζήτημα, δηλαδή τη συνενοχή και τη συνυπευθυνότητά τους για την ελεεινή κατάσταση των υπανάπτυκτων. [σ.34] Και ποιοι είναι οι νέοι φιλελεύθεροι κομμουνιστές; Μα οι συνήθεις ύποπτοι: Μπιλ Γκέιτς (στο πρότυπο του «πρώην χάκερ που τα κατάφερε»), Τζορτζ Σόρος (ο συνδυασμός της αδίστακτης χρηματοοικονομικής κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης και του αντίδοτού της, του ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος για τις καταστροφικές της επιπτώσεις), οι διευθύνοντες σύμβουλοι των Google, IBM, eBay, Intel, οι φιλόσοφοι που ψωμίζονται στις αυλές τους (Τόμας Φρίντμαν), ο γκουρού της μεταμοντέρνας Αριστεράς Τόνι Νέγκρι, που επαινεί τον μετανεωτερικό ψηφιακό καπιταλισμό ως περιέχοντα όλα τα στοιχεία του κομμουνισμού.

Η επικαλούμενη μεταστροφή από τους θεσμούς στα άτομα (που επανέρχονται στο προσκήνιο ως πολίτες μιας νέας ψηφιακής δημοκρατίας), αυτή η υποτιθέμενη νέα κυβερνοδημοκρατία στην οποία εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν να επικοινωνούν και να αυτοοργανώνονται, άμεσα συγκαλύπτει μια σειρά από ανησυχητικά χάσματα. Ο τυπικός χρήστης του Παγκόσμιου Ιστού σήμερα καθισμένος μόνος μπροστά σε μια οθόνη, είναι όλο και περισσότερο μια μονάδα που δεν έχει καμιά άμεση επαφή με την πραγματικότητα και συναντά μόνο εικονικά ομοιώματα, έστω και εμβυθισμένος σε ένα παγκόσμιο επικοινωνιακό δίκτυο. Ο Ζίζεκ συνδέει ευφυώς την κατάσταση με τον οπωσδήποτε αποενοχοποιημένο και απαραίτητο αυνανισμό.

Ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω ότι ξέρω, γι’ αυτό δεν ξέρω

Μας είναι πιο δύσκολο να βασανίσουμε ένα συγκεκριμένο άτομο από το να εγκρίνουμε εκ του μακρόθεν τη ρίψη μιας βόμβας που ενδεχομένως θα προκαλέσει τον επώδυνο θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Θα προτιμούσαμε να πατήσουμε ένα κουμπί που θα σκοτώσει δεκάδες ανθρώπους παρά να πυροβολήσουμε εξ επαφής. Ο Τσόμσκι έχει ήδη υποδείξει την υποκρισία στο να ανεχόμαστε τον αφηρημένο – ανώνυμο σφαγιασμό χιλιάδων ανθρώπων, ενώ καταδικάζουμε μεμονωμένες περιπτώσεις παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Γιατί ο Κίσινγκερ που διέταξε τον βομβαρδισμό της Καμπότζης που σκότωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να θεωρείται λιγότερο εγκληματίας από τους υπεύθυνους των Δίδυμων Πύργων; Η επιλεκτική λήθη απορρέει από μια χειρονομία φετιχιστικής αυταπάρνησης: «Ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω ότι ξέρω, γι’ αυτό δεν ξέρω».

«Καλός οικογενειάρχης»

«Ένας εχθρός είναι κάποιος την ιστορία του οποίου δεν έχεις ακούσει» αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας…γιατί οι εξαιρέσεις είναι αμέτρητες, όπως κι οι ακραίοι εγκληματίες. Η Χάνα Άρεντ έχει γράψει για το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στον τρόπο που οι ναζιστές βίωναν τον εαυτό τους και στη φρίκη των πράξεών τους. Γι’ αυτό και εκπλήσσει η θερμή ανθρωπιά που έδειχναν για την οικογένειά τους στυγνοί εγκληματίες της ανθρωπότητας. Η ιστορία που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας, προκειμένου να τον αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε είναι ένα ψεύδος – η αλήθεια βρίσκεται έξω, σε αυτά που πράττουμε.

Τόσο κοντά, όσο μακριά

Εκείνοι που εννοούν την παγκοσμιοποίηση ως μια ευκαιρία να γίνει η Γη ένας χώρος που θα φέρει κοντά όλη την ανθρωπότητα, συχνά δεν κατορθώνουν να αντιληφθούν τη σκοτεινή πλευρά της πρότασής τους. Όπως το έθεσε ο Πέτερ Σλότερνταϊκ «Περισσότερη επικοινωνία σημαίνει καταρχάς περισσότερη σύγκρουση». Γι’ αυτό και η στάση «τού να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον» πρέπει να συμπληρωθεί με τη στάση τού «να μην μπαίνουμε ο ένας στο δρόμου του άλλου», να τηρούμε μια δέουσα απόσταση, εφαρμόζοντας έναν νέο «κώδικα διακριτικότητας». Ιδού μια άλλη, λιγότερο ελκυστική πτυχή της παγκοσμιοποίησης: στο «παγκόσμιο πληροφοριακό» χωριό μια άσημη εφημερίδα στη Δανία προκαλεί βίαιο αναβρασμό σε μακρινές μουσουλμανικές χώρες. Ίσως μια δόση αποξένωσης είναι αναγκαία για την ειρηνική συνύπαρξη. Μερικές φορές η αποξένωση δεν αποτελεί πρόβλημα, αλλά λύση. [σ. 75]

Προάστια 2005

Ο Ζίζεκ εντάσσει τις ταραχές στα παρισινά προάστια το 2005 στην σύγχρονη μεταϊδεολογική εποχή: το εξεγερμένο πλήθος δεν προέβαλε συγκεκριμένες διεκδικήσεις, δεν υπήρχε κανένα πρόγραμμα πίσω από τους φλεγόμενους δρόμους. Ιδού το ιδεολογικοπολιτικό αδιέξοδο ενός κόσμου που αυτοπροβάλλεται ως κοινωνία της επιλογής αλλά στον οποίο η μόνη διαθέσιμη εναλλακτική είναι η τυφλή εκτόνωση. Είναι θλιβερό το γεγονός ότι η αντίθεση στο σύστημα δεν μπορεί να εκφραστεί με μια ρεαλιστική πρόταση ή ένα θετικό πρόταγμα αλλά με ένα άνευ νοήματος ξέσπασμα. Η βία των εξεγερμένων στρεφόταν αποκλειστικά εναντίον αυτών των ίδιων και των ομοίων τους. Αυτά που πυρπόλησαν αποτελούσαν μέρος των σκληρά κερδισμένων αποκτημάτων εκείνων ακριβώς των στρωμάτων από τα οποία προέρχονταν. Επαληθεύεται εδώ ο λακανικός όρος «παρορμητική κινητοποίηση σε δράση», η οποία δεν μπορεί να μεταφραστεί σε λόγο ούτε σε σκέψη.

Οι ταραχές ήταν απλώς μια άμεση προσπάθεια των εξεγερμένων να καταστούν ορατοί. Μια κοινωνική ομάδα θεωρούσε εαυτήν αποκλεισμένη από τον καθαυτό πολιτικό και κοινωνικό χώρο κι ήθελε να κάνει αισθητή την παρουσία της, να δείξει ότι αποτελεί ένα πρόβλημα που δεν μπορεί πλέον να αγνοείται. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν απαραίτητη η βία. Αν είχαν οργανώσει μια μη βίαιη πορεία διαμαρτυρίας, το μόνο που θα είχαν καταφέρει θα ήταν να τους αναφέρουν σε μια σύντομη σημείωση, στο τέλος μιας σελίδας….

Οι τρομοκράτες θεοί

Στον αντίποδα βρίσκονται οι άμεσα τρομοκρατικές ενέργειες και οι βομβιστικές επιθέσεις εν ονόματι της θρησκείας. Ο Αντρέ Γλικσμάν στο βιβλίο του Ο Ντοστογιέφσκι στο Μανχάταν χρησιμοποιώντας τη φράση του Ντοστογιέφκσι Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε όλα επιτρέπονται. Λάθος! Το δίδαγμα της σύγχρονης τρομοκρατίας είναι ότι, αν υπάρχει Θεός, τότε όλα, ακόμα και το να ανατινάζεις εκατοντάδες αθώους παρατυχόντες, επιτρέπονται σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι ενεργούν άμεσα, εξ ονόματός, ως όργανα της βούλησής τους, αφού, ασφαλώς, ένας άμεσος σύνδεσμος με τον Θεό νομιμοποιεί την παραβίαση οποιουδήποτε ορίου.

Τιμωρητέα κράτη

Με αφορμή την ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη ο Ζίζεκ επιμένει ότι τα κυρίαρχα κράτη δεν εξαιρούνται πλέον από τις ηθικές κρίσεις αλλά αντιμετωπίζονται ως ηθικοί δρώντες οι οποίοι πρέπει να τιμωρούνται για τα εγκλήματά τους, όσο διαφιλονικούμενο κι αν παραμένει το ποιος απονέμει τη δικαιοσύνη και το ποιος κρίνει τον κρίνοντα. Η μεσοανατολική διαμάχη μας φέρνει ακριβώς αντιμέτωπους με την ευθραυστότητα και τη διαπερατότητα  του ορίου που χωρίζει την «άνομη» κρατική ισχύ από τη «νόμιμη» κρατική εξουσία. Και στις δυο πλευρές υπάρχει η παθολογική προσκόλληση στη γη, από την οποία απορρέει το δικαίωμα να επιστρέψει κανείς σε αυτήν ακόμα κι έπειτα από χιλιάδες χρόνια – μια άρνηση της απεδαφοποίησης που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει τον σύγχρονο καπιταλισμό. Το κράτος του Ισραήλ παρότι συνεχώς «νικηφόρο» εξακολουθεί να στηρίζεται στην εικόνα των Εβραίων ως θυμάτων για να νομιμοποιήσει την πολιτική της ισχύος. Ο Άρθουρ Κέσλερ έχει ήδη επισημάνει: Αν η δύναμη διαφθείρει, το αντίστροφο είναι επίσης αλήθεια· ο κατατρεγμός διαφθείρει τα θύματα, αν και ίσως με πιο αδιόρατους και τραγικούς τρόπους.

///

Ο λόγος του Ζίζεκ είναι γνωστός: δεν τον βαριέσαι ποτέ, χρησιμοποιεί διαρκώς αναφορές από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τρέχουσα πολιτική, τη σύγχρονη ζωή και τις επιστήμες που καλά γνωρίζει, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Αποκαθηλώνει κάθε καθιερωμένη βεβαιότητα ακόμα και τις πιο «προοδευτικές» απόψεις, συχνά χωρίς να βασίζει τη σκέψη του σε ατράνταχτα επιχειρήματα αλλά στις πρακτικές τους αποτυπώσεις, για να υποδείξει τις μαύρες τρύπες τους και τα συμφέροντα που πάντα βρίσκονται εκεί μέσα. Η βιβλιογραφία του περιλαμβάνει Adorno, Brecht, Kant, Kierkegaard, Lacan, Carl Schmitt, Terry Eagleton, John Gray αλλά και λογοτέχνες, όπως οι W. G. Sebald, Primo Levi, George Orwell, Jose Saramago. Σε κάθε περίπτωση είναι απόλαυση να τον διαβάζεις και να αναθεωρείς σχεδόν τα πάντα.

Εκδ. Scripta, 2010, μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, 289 σελ., με βιβλιογραφία και πολυσέλιδο ευρετήριο [Violence. Six sideways reflections, 2008-2009]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 61. Δέσποινα Ρισσάκη

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία;

Τα πρώτα βιβλία που διάβασα ήταν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου διασκευασμένες για παιδιά, έγιναν και από τα πιο αγαπημένα. Άλλα αγαπημένα μέσα στα χρόνια: Κοντά στις ράγες της Άλκης Ζέη (ως παιδί επέστρεφα ξανά και ξανά), Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι του Χρ. Μίσσιου, Εν ονόματι του Σαμαράκη, Η Παναγιά η γοργόνα του Μυριβήλη, ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη (μάλλον φταίει η κρητική μου καταγωγή), η Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή (σε αυτό επιστρέφω ως μεγάλη ξανά και ξανά), Νανά του Zola, De Profundis του Wilde, ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας του Marques, ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου (γι’ αυτό δεν φταίει η κρητική μου καταγωγή, αλλά μάλλον ο Χάλαρης),  Αδριανού απομνημονεύματα της Yourcenar, The Golden Bough του Frazer (γι’ αυτό φταίει η Έρημη χώρα), η ποιητική συλλογή Adieu του Χ. Βλαβιανού, τα Χαστουκόψαρα του Λ. Χρηστίδη, και φυσικά ο Αστερίξ.

Αγαπημένα σας διηγήματα;

Σχεδόν όλα από τους Δουβλινέζους του Joyce, περισσότεροι οι «Νεκροί»,  η συλλογή Τα ρέστα του Ταχτσή, τα αφηγήματα στο Τέλος της μικρής μας πόλης του Χατζή, «Το καινούργιο φόρεμα» της Β. Γουλφ (που το μετέφρασα και δημοσιεύτηκε στην Νέα Εστία).

Αγαπημένοι παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί! Ο Καζαντζάκης, ο Ταχτσής, ο Σαμαράκης, ο Χατζής, η Άλκη Ζέη, ο Wilde, ο Coetzee, ο Marques, ο Roth, η Morrison   κ.α.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή με τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

 …και με το βιβλίο που μεταφράζει. Ερωτική. Όχι πάντα μονογαμική, αν και σχέση αφοσίωσης. Προσπαθείς να τον γνωρίσεις, να μάθεις τα μυστικά του, προσπαθείς, κατά μία έννοια, να γίνεις εκείνος, να τον κάνεις σαν εσένα. Προσπαθείς να μπεις στο μυαλό του – τα καταφέρνεις; Χμμ… δεν ξέρω… εσύ όμως προσπαθείς να καταλάβεις τι σκέφτεται για να το σκεφτείς· τι θέλει να πει για να το πεις· να διαβάσεις πίσω από τις λέξεις του, να τον οικειοποιηθείς, να τον κατακτήσεις για να τον ικανοποιήσεις και να σε αφήσει τελικά να τον μεταφέρεις στην γλώσσα σου. Εδώ όμως πρέπει να προσθέσω ότι καμιά φορά αναγκάζεσαι να είσαι άπιστος, με μέτρο πάντα, ώστε ο καρπός από τη σχέση πρωτοτύπου-μετάφρασης να βγει όμορφος.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές; Ποιο βιβλίο θα επιθυμούσατε να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ποια με δυσκόλεψε; Εύκολη η απάντηση. Η Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας  του Anthony Kenny με εξουθένωσε, τόσο λόγω όγκου όσο και λόγω περιεχομένου.  Ποια μου πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές; Δύσκολη απάντηση! Όλα τα αγαπώ και απόλαυσα τη μετάφρασή τους για διαφορετικό λόγο το καθένα. Τον Αλέξανδρο; Γιατί ήταν το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα. Τον Φίλιππο;  Γιατί συστήνει τον αδικημένο από την ιστορία πατέρα ενός μεγάλου για την ιστορία γιου. Την Ιστορία της φιλοσοφίας; Για την πρόκληση που μου έθεσε. Το Ο θεός δεν είναι μεγάλος; Γιατί σε αυτό βρήκα αλήθειες που δεν τις είχα συνειδητοποιήσει πριν. Την Μονογαμία του A. Philips; Γιατί έγινε θέμα συζήτησης με φίλους. Το Περί λογοκρισίας; Γιατί το έγραψε ο Coetzee. Ίσως, λέω ίσως, έχω μια μικρή αδυναμία στην Λαγνεία του Simon Blackburn, γιατί, την μετέφραζα και γελούσα, τη διασκέδασα την μετάφρασή της. Ίσως αυτό να σύστηνα λοιπόν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι δεν εργάζομαι με συγκεκριμένο τρόπο. Ούτε σε συγκεκριμένο μέρος. Όταν έχω «μπει» στην μετάφραση οι κεραίες μου είναι παντού και πάντα όρθιες. Ποτέ δεν ξέρεις που θα συναντηθείς με την κατάλληλη λέξη, την κατάλληλη έκφραση, ή ακόμη και το κατάλληλο ερέθισμα που θα σε οδηγήσει σε αυτό που πολλές φορές καταλαβαίνεις ότι θέλει να πει ο συγγραφέας, αλλά δεν μπορείς να το εκφράσεις λεκτικά. Συχνά έχει τύχει να ξυπνήσω το πρωί και η πρώτη σκέψη μόλις ανοίξω τα μάτια μου να είναι εκείνη η λέξη που μπορεί να έψαχνα όλο το προηγούμενο απόγευμα ή ένα απόγευμα μία εβδομάδα πριν… Όταν δουλεύω ακούω ραδιόφωνο – συνήθως μουσικούς σταθμούς, διάφορους – περισσότερο για παρέα, όταν δεν έχω ραδιόφωνο, διαβάζω φωναχτά αυτό που μεταφράζω. Όσον αφορά γενικά στη μουσική, δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση, ακούω τα πάντα, αρκεί η μελωδία να έχει κάτι να μου πει….

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ναι. Με έχει γοητεύσει η ευγλωττία και η γοητεία του λόγου του Anthony Kenny, του σύγχρονου Άγγλου φιλοσόφου, και θα ήθελα κάποια στιγμή να αναμετρηθώ και με  τη μετάφραση του συλλογικού έργου του,  A new History of Western Philosophy σε 1000 σελίδες.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Δον Κιχώτης γιατί ακολουθεί την τρέλα και το όνειρό του.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτόν τον καιρό;

Τα τελευταία χρόνια τα διαβάσματά μου έχουν να κάνουν τις περισσότερες φορές με αυτό που μεταφράζω. Αυτόν τον καιρό λοιπόν ετοιμάζω ένα «Απάνθισμα αρχαίας σοφίας» για τις εκδόσεις Πατάκη και κάνω παρέα με τους προσωκρατικούς, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τους τραγικούς, τον Πλούταρχο, τον Διογένη Λαέρτιο, τον Σενέκα κ.α. Συγκεκριμένα, αυτές τις μέρες βρίσκομαι στo Συμπόσιο και στον λόγο της Διοτίμας για τη φύση του έρωτα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο και θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Κινηματογράφο κυρίως. Μου αρέσουν ο W. Allen, ο Almodovar, το Kill Bill του Tarantino. Επιστρέφω πολύ συχνά στο Amelie του Jeunet. Με ενθουσίασε το  I love you, Phillip Morris με τους Ewan McGregor και Jim Carrey, παλιότερα Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού  πάλι με τον Carrey,  και το Matrix (κυρίως η πρώτη από την τριλογία). Βλέπω τις αγαπημένες μου ταινίες πολλές φορές. Θέατρο, όχι και τόσο συχνά. Παρακολουθώ όμως κάποιες ερασιτεχνικές ομάδες από θεατρικά εργαστήρια δήμων, όπως τους «Εν δράσει», όπου συμμετέχουν φίλοι.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι φιλόλογος και παραδίδω μαθήματα. Παράλληλα, εργάζομαι στην οικογενειακή επιχείρηση, Ναυπηγεία, στο Πέραμα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της αναγνωστικής και μεταφραστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν την συναλλαγή;

Μα τα βιβλία συμβάλλουν στην νεότητα. Μαθαίνεις νέα πράγματα, βιώνεις εμπειρίες, ωριμάζεις, αλλάζεις, αυτό δεν είναι νεότητα; Ίσως όχι αιώνια… αλλά φοβάμαι πως το για πάντα είναι πάρα πολύ μεγάλο διάστημα. Θα έπληττα….

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;;

Πολλές. Κάνω κατάχρηση του διαδικτύου.  Με ένα κλικ μπορείς να βρεθείς παντού. Να επικοινωνήσεις, να μάθεις, να αγοράσεις, να πουλήσεις (τα δύο τελευταία δεν τα κάνω)… Σου εξασφαλίζει πρόσβαση σχεδόν παντού. Χρωστάω τεράστια ευγνωμοσύνη –το ίδιο, νομίζω, και πολλοί άλλοι σε όλο τον πλανήτη – στον «καλό εκείνο άνθρωπο που σκέφτηκε πρώτος να ανεβάσει στο διαδίκτυο βιβλία σε μορφή PDF».

Σημ.: Παρουσίαση του συναρπαστικού βιβλίου του Κρίστοφερ Χίτσενς εδώ.