Alias – Fever Dream (Anticon, 2011)

Αν υπάρχει θεαματικότητα στην ακοή, τότε η δίδυμη κολλητή έναρξη του Πυρετικού Ονείρου [Goinswimmin, Wanna Let It Go], την εκφράζει πλήρως: πρώτα ένα επαναλαμβανόμενο φωνητικό sample πάνω σε μια κολλώδη trip hop επιφάνεια κι ύστερα ένα οινοπνευματικό συνθορίπ που τριπχοπίζει και νταμπίζει ακόμα περισσότερο. Πού βρισκόμαστε; Σε δοκιμαστικές ηχογραφήσεις των Burial ή των Flying Lotus; Η απατηλάδα διαρκεί ακόμα περισσότερο με την κολλητική μελωδία του Revi Is Divad που γλυτώνει το chillwave γλίστρημα και διασώζεται άκομψα με την ακαμψία του hip hop.

Υπάρχει αρκετό σκάψιμο των ηλεκτρονικών 90ς εδώ, αλλού κρυφό αλλού φανερό (π.χ. στο No Choice) κι αν υπάρχει ως έννοια ο υπνωτικός χορός, αυτόν σέρνει το Dahorses, με τις μαύρες του φωνολούπες ως τη μέση (συχνότατα τα τραγούδια έχουν δυο μέρη) και με τις ζαλιστικές του κλαγγές ως το τέλος. Τα θηλυκά μονοτονίζοντα φωνητικά του Lady Lambin’ μοιάζουν να βγαίνουν από τα παλιά παραμορφωτικά κουτιά των πρώιμων Cocteau Twins – σε σημείο δηλαδή να σπεύσω στα πιτς για να βεβαιωθώ πως η κυρία δεν λέγεται Lady Liz αλλά Lady Lamb.

Στο όνομα και πράμα Όνειρο σε Κατάσταση Πυρετού παρευρίσκονται τα προσκεκλημένα μέλη της Αδελφότητας των Αντικονιδών κ.κ. Dax Pierson των Subtle και οι Why?. Το Talk in Technicolor όπου τραγουδάει ο πρώτος Μαρβινγκεΐζει αυστηρώς ακατάλληλα, ενώ το Boom Boom Boom όπου «δειγματίζει» ο Yoni Wolf αντηχεί υπέροχα τα ηλεκτρονικά συναισθήματα αλλά θα μπορούσε ακόμα περισσότερο να αποτελέσει μέρος ενός συγκλονιστικού κομματιού – κι όχι όλον όπως τώρα. Το ίδιο συμβαίνει και αλλού: το Sugarpeeeee θα αποτελούσε κάλλιστα tune ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού και το μίνιμαλ παιχνίδισμα του Tagine εξαντλείται στον εαυτό του και δεν εξελίσσεται παραπέρα. Κάτι που μάλλον προλαβαίνουν τα έξοχα Feverdreamin και Wrap.

Κι ίσως εδώ ακριβώς είναι το δικό μας παράπονο αλλά και η διπλή παγίδα που μας στήνει ο δίσκος τρία χρόνια μετά το υπέροχο Resurgam. Από τη μία μάς δημιουργείται η εντύπωση πως όλα τα ευάκουστα εδώ παραμένουν ημιτελή παιχνίδια, αχρησιμοποίητες εισαγωγές, πανέτοιμα γεμίσματα μιας πλουσιότερης σύνθεσης που …που δεν καταφτάνει ποτέ! Από την άλλη οι ιδιότητες του Alias ως συνιδρυτή της Anticon και άρα ακουστή άπειρων νέων προτάσεων και πειραματίσεων πάνω σε κάθε σύγχρονο χιπ χοπ και σε κάθε σύγχρονη ρυθμική ηλεκτρόνικα –  σε προδιαθέτουν ακριβώς για το νέο, τη ρήξη, το παραπέρα βήμα, ακόμα κι αν γίνει ενοχλητικό, αγριευτικό ή κολαστικό. Ίσως άδικο για τον ίδιο: έβγαλε έναν ακροατικώς απολαυστικότατο δίσκο που καλύτερα να είχε άλλη υπογραφή κι όχι τη δική του!

Δηλαδή ευάκουστο, αλλά με κρατημένες πισινές. Θεαματικότατο αλλά συμμαζεμένο, με πρωτοτυπίες λιγότερες αλλά μελωδίες πάντα ισχυρές, λιγότερο τολμηρό, αλλά χορταστικό και αβάρετο. Με θόρυβο απορρυπαντικό που δεν ξεφεύγει ποτέ σε ηχορρύπανση. Σαν απλή επίδειξη δυνάμεων, ο δίσκος αυτός μοιάζει να φτιάχτηκε εύκολα, πολύ εύκολα. Υπάρχει βέβαια και η ψυχολογική – κοινωνιολογική ερμηνεία: ο κατά κόσμον Brendon Whitney δήλωσε πως εμπνεύστηκε τον δίσκο από τη γέννηση της κόρης του. Αν είναι έτσι, χαλάλι για την μικρή. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.  Παρουσίαση παλαιότερου δίσκου του Alias, εδώ.

Αχιλλέας Πεκλάρης (έρευνα – κείμενα), Αλέξανδρος Λαμπροβασίλης (φωτογραφία) – Hopes, Dreams and Hard Times [Β΄]

Μέρος Β΄

Καλλιτέχνες, άστεγοι, άνεργοι, μετανάστες, golden boys, φωτογράφοι, πωλητές, λογιστές, επικοινωνιολόγοι, χρηματιστές, χορευτές, πρώην μαστροποί, συνταξιούχοι, επιχειρηματίες, μετρ ξενοδοχείων, οδηγοί ταξί, μουσικοί, εργάτες, διακοσμητές, περιπλανώμενοι, καθηγητές, στελέχη νυν και πρώην, κληρικοί, αστυνόμοι και όποια άλλη ιδιότητα, «επάγγελμα» ή ετικέτα μπορεί να φανταστεί κανείς παρελαύνει από το project του δημοσιογραφικού και φωτογραφικού διδύμου, για να εξιστορήσει την σχέση του με την νέα Νέα Υόρκη, δηλαδή την μετά – 11/9, μετά– Ομπάμα και μετά – Κρίση πόλη. Όλοι έχουν θέση εδώ, από τον Victor Saul Navasky, καθηγητή δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, επίτιμο εκδότη του περιοδικού The Nation, (της αυτοπροσδιοριζόμενης ως) «ναυαρχίδας της αμερικανικής αριστεράς μέχρι μια οικογένεια νεοαφιχθέντων μεταναστών από τα περίχωρα του Κατμαντού.

Η γραφίστρια Dunja Pantic (γεννημένη στη Σερβία, μεγαλωμένη στη Ζιμπάμπουε, σπουδαγμένη σε Γαλλία και Ιταλία) με επιρροές από τόσες εθνότητες αδυνατεί να φανταστεί τον εαυτό της κάπου αλλού. Η Bren Ann Chin, υπεύθυνη ιατρικών αρχείων στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, τονίζει την ύπαρξη μιας πολυεθνικής νεολαίας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αμερικής, «όπου η διαφορετικότητα είναι απολύτως απαραίτητη». Η Ασιάτισσα (μογγολικής καταγωγής) Sumiya Myagmarjav νιώθει άνετα έχοντας πρόσβαση σε οτιδήποτε θελήσει που να παραπέμπει στον πολιτισμό της, από κουζίνα μέχρι μουσική. Όμως ο Ali Muare, Σύριος κορνιζάς σε μαγαζί δίπλα στο Σημείο Μηδέν, έζησε για μήνες αντιμέτωπος με την καχυποψία, προσπαθώντας συνεχώς να πείσει ότι «δεν το έκανε αυτός».

Κανείς πολιτικός ως τώρα δεν είχε τολμήσει να μιλήσει ανοιχτά για τις μεγάλες ομάδες θρησκόληπτων οπλοφόρων στο Νότο και τις Μεσοδυτικές Πολιτείες. Ακόμα και ο ίδιος ο Ομπάμα διόρθωσε τη δήλωσή του πως «φοβισμένοι άνθρωποι που στρέφονται στα όπλα και τη θρησκεία για καταφύγιο». Κι όπως δηλώνει ένας εκ των συνεντευξιαζόμενων εδώ, όλοι αυτοί «παρ’ ότι όλοι τους δηλώνουν θρήσκοι και παρ’ ότι όλες οι θρησκείες κηρύττουν την αγάπη προς τον πλησίον, αυτό είναι το μόνο που δεν κάνουν. Φοβούνται τους ανθρώπους που έχουν διαφορετικό χρώμα, τους ξένους. Δεν θέλουν να βοηθήσουν το γείτονα τους».

Η Ουγγαρέζα Nemeth Renata, υπεύθυνη υποδοχής σε δικηγορικό γραφείο, έχει δει σε βίντεο κλαμπ στο Βίλατζ και φωτοτυπεία ουρά 25 ατόμων με βιογραφικά και πτυχία στο χέρι κι έχει νοιώσει το φόβο του υπαλλήλου πως εκείνη θα του πάρει τη θέση. Είναι κι αυτή μέλος της γενιάς των αρουραίων (που ορμάνε στα λαγούμια του μετρό κάθε πρωί) και της χάρτινης σακούλας, με το γεύμα για το μεσημβρινό διάλειμμα. Ο άνεργος David Roberts, άλλοτε κωμικός και διασκεδαστής του κοινού στα μπαρ του Χάρλεμ,  φροντίζει πάντα να έχει τον χαρτοφύλακά του γεμάτο από αντίγραφα του βιογραφικού του, λίστα με τηλέφωνα και διευθύνσεις υποψηφίων εργοδοτών και μερικά άλλα άχρηστα πράγματα για να μοιάζει κάπως γεμάτος.

Πάντα υπάρχουν εκείνοι που αρκούνται στην ταπεινή δουλειά τους, όπως ο Reynold Jeffers, που εδώ και χρόνια στέκεται έξω απ’ το Apollo Theater, μοιράζοντας διαφημιστικά για τις συναυλίες που θα γίνουν στο ναό της Μαύρης Μουσικής στην Ανατολική Ακτή (από εδώ έχουν παρελάσει Έλλα Φιτζέραλντ, Σάρα Βων, Μπίλι Χόλιντεϊ, Τζέιμς Μπράουν, Λούθερ Βαντρός). Ξεναγός του εδώ και 25 χρόνια, ξέρει όλη την ιστορία και τα μυστικά του. Μέσα στο Apollo, ο Julius Hollingsworth, θεατρικός συγγραφέας και σερβιτόρος από το Χάρλεμ αισιοδοξεί: Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα ήταν πως όταν έχεις φτάσει στον πάτο, εμφανίζονται άνθρωποι από το πουθενά, για να σε στηρίξουν.

Εδώ οι ταξιτζήδες είναι ευγενικοί και δεν κλέβουν τους πελάτες. Την περισσότερη ώρα μιλούν με ένα hands free σε κάποια «άγνωστη» γλώσσα, πίσω στην πατρίδα. Σπάνιο να βρεις ένα Ιρλανδό, λευκό ταξιτζή, που να τυγχάνει να είναι και ροκ μπασίστας στους tRnzPrNt αλλά να που βρέθηκε και καταθέτει την δική του εμπειρία. Λίγο πιο κάτω, ο βιμπραφωνίστας Christos Rafalides (μαθητής του Τζο Λοκ), που έπαιξε μουσική για την ταινία Καπιταλισμός: η ιστορία ενός έρωτα (Μάικλ Μουρ) δίνει μια εικόνα για την κατάσταση της τζαζ, «της μοναδικής τέχνης που γεννήθηκε στην Αμερική». Μπορεί το New York JVC Jazz Festival να μην πραγματοποιήθηκε το 2009 λόγω έλλειψης χορηγών και να έκλεισε ένα από τα μεγαλύτερα περιοδικά της χώρας για το είδος, όμως η δημιουργία νέων μικρών εστιών ζωντανής μουσικής είναι εμφανής, όπως και η αλλαγή της θεματολογίας των περισσότερων τραγουδιών.

Ο ζωγράφος σώματος («η αρχαιότερη τέχνης της ανθρωπότητας») Rainbeau Heart θρηνεί για τους τρεις χιλιάδες νεκρούς των πύργων αλλά και για τους τριακόσιες χιλιάδες που πέθαναν έκτοτε επειδή δεν είχαν χρήματα να πάνε στο γιατρό ή να πάρουν φάρμακα. Η ανυπαρξία δημόσιας πρόνοιας σκοτώνει σαράντα πέντε χιλιάδες Αμερικανούς το χρόνο για τους οποίους κανείς δεν θρηνεί. Ο Αργεντινός καλλιτέχνης τατουάζ Tayda Le Bon προτιμά ένα στούντιο στο Μπρονξ παρά τα σαλόνια του Μπουένος Άιρες: εδώ η διαφορετικότητα και η εκκεντρικότητα είναι απολύτως αποδεκτές έως και επιβραβεύονται.

Από το Στάτεν Άιλαντ όπου βρίσκεται η χωματερή της πόλης (η μεγαλύτερη στον κόσμο), άρα εδώ έρχονταν και τα φορτηγά με τα μπάζα από το Σημείο Μηδέν, ο κριτικός τέχνης – φωτογράφος A.D.Coleman βλέπει πως η Νέα Υόρκη παραμένει το αιώνιο Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού και αισιοδοξεί βλέποντας να υλοποιούνται χιλιάδες παραγωγές, εφημερίδες, περιοδικά, εκδόσεις. Μεσίτες όπως ο Marcus Louis Fien βλέπουν ως θετικό της κρίσης την ύπαρξη μικρότερων και φθηνότερων σπιτιών. Τουλάχιστον εδώ τα ενοίκια παραμένουν σταθερά για όσα χρόνια ο ενοικιαστής μένει στο σπίτι (σύμφωνα με τον περίφημο νόμο ελέγχου των ενοικίων της Νέας Υόρκης). Οι Lysette Parker και Nelson Orego, ιδιοκτήτες μάντρας αυτοκινήτων δεν έχουν τίποτα να τους κλέψουν, εκτός από το κρασί και τον σκύλο τους. Οι καλοί φίλοι που έρχονται να τα πούνε κάθε απόγευμα είναι όλη τους η περιουσία.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται από πού έρχονται, μόνο πού πηγαίνουν. Κι όλοι μοιάζουν να έχουν συνάψει μια σιωπηρή συμφωνία του να παραμείνει η Ν.Υ. ο τόπος όπου όνειρα και προσδοκίες γίνονται πραγματικότητα.

Δημοσίευση του Α΄ μέρους στην προηγούμενη ανάρτηση, εδώ.  Στις φωτογραφίες: Dunja Pantic (γραφίστρια – εικονογράφος από Σερβία/Ζιμπάμπουε), Eddie Martinez (εργάτης από το Πουέρτο Ρίκο), Lysette Parker & Nelson Orego (Πουέρτο Ρίκο, ιδιοκτήτες μάντρας αυτοκινήτων, όπου και ζουν), John “The Dog” Hook (προδομένος στρατιώτης του Κόλπου, άστεγος στην Τάιμ Σκουέαρ).