Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 102. Γιώργος Λαμπράκος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίου σας;

Οι Αναμνήσεις από το Ρετιρέ (2009) είναι το πρώτο μου βιβλίο: το «μαύρο» βιβλίο ανατέμνει τη ζωή ενός μετανθρώπινου χαρακτήρα, ο οποίος ζει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στον οργανικό και τον ψηφιακό κόσμο. Ο Αγνοούμενος (2010) είναι το δεύτερο βιβλίο μου: το «κόκκινο» βιβλίο είναι ένα θεατρικό έργο με θέμα τον έρωτα στη ζωή τριών νέων της εποχής μας, έναν έρωτα που αγνοείται, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει. Η Υπογείωση (2012) είναι το τρίτο μου βιβλίο: στο «βυσσινί» βιβλίο ακούμε μια ξεπεσμένη μεσήλικη ηθοποιό να μας διηγείται την πλούσια ιστορία της από το κρεβάτι του άπονου πόνου της. Και τα τρία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Κι επειδή βαρέθηκα τις μονοχρωμίες, το επόμενο βιβλίο θα είναι πλουμιστό.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω κάποιον προσφιλή τρόπο συγγραφής. Λίγο σκοτάδι να υπάρχει… Όσο για τις ιδέες, πρέπει να πω το κοινότοπο: αυτές με παγιδεύουν, όταν το θελήσουν, όπου κι αν βρεθώ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως δουλεύω στο γραφείο και διαβάζω στο κρεβάτι. Αλλά συχνά συμβαίνει και το ανάποδο. Το βασικό είναι να γίνονται όλα με άνεση, γι’ αυτό δουλεύω μόνο με το σώβρακο. Μουσική ακούω όλη μέρα: κλασική, ηλεκτρονική, ποστ ροκ. Επομένως, υπολογιστής-μουσική-σώβρακο είναι το τελετουργικό τρίπτυχο της δουλειάς μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα μια τέτοια πρόταση στις αρχές του χρόνου, και γι’ αυτό καταπιάστηκα με έναν συγγραφέα που γουστάρω από παλιά, τον Μισέλ Ουελμπέκ. Η μονογραφία ολοκληρώθηκε πρόσφατα, οπότε αν όλα πάνε καλά και υπάρχει ακόμα αγορά τους επόμενους μήνες, θα εκδοθεί.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα περιοριστώ σε δημιουργούς της νεωτερικότητας και εξής: Μπέκετ, Τζόις, Φλομπέρ, Σελίν, Πεσσόα, Τσέχοφ, Ρεμπό, Ιονέσκο, Ουέλς, Μπάλαρντ, Μπέρνχαρντ, Καμύ, Μπόρχες, Κάμινγκς, Ζενέ, Μπουκόφσκι, αλλά και στοχαστές όπως ο Σοπενχάουερ, ο Δαρβίνος, ο Νίτσε, ο Φρόιντ, ο Σιοράν, ο Μποντριγιάρ. Από Έλληνες προτιμώ κυρίως ποιητές, Ελύτη, Καρούζο, Χιόνη, αλλά και πεζογράφους όπως ο Ροΐδης, ο Σκαρίμπας, ο Χειμωνάς, και από θεωρητικούς τον Κονδύλη. Από σύγχρονους συγγραφείς προκρίνω τον Πίντσον, τον Ουελμπέκ, τη Γέλινεκ, τον Αντούνες, τον Κουτσί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά λίγο παλαιότερα λογοτεχνικά βιβλία που μου έρχονται ανάκατα στο νου και τα οποία θεωρώ εντελώς «σύγχρονα»: τα Κύματα της Γουλφ, η Άντα του Ναμπόκοφ, η Κοινή ανθρώπινη μοίρα του Μπάτλερ, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, ο Θαυμαστός καινούριος κόσμος του Χάξλεϊ, ο Αιώνας των φώτων του Καρπεντιέρ, ο Φράνκενσταϊν της Σέλεϊ, το Εμείς του Ζαμιάτιν, οι Πρεσβευτές του Τζέιμς, το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, ο Μαλντορόρ του Λοτρεαμόν, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι, το Ηλεκτρικό πρόβατο του Ντικ… Σταματώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Κάφκα, του Φιτζέραλντ, του Αντρέγεφ, του Σαλάμοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Επειδή γνωρίζω αρκετούς προσωπικά, θα ήταν κρίμα να αναφέρω έναν και να στενοχωρήσω κάποιους άλλους. (Άσε που το καλλιτεχνικό συνάφι είναι συχνά ανελέητο…) Θα αναφέρω λοιπόν έναν νέο λογοτέχνη με τον οποίον γνωριζόμαστε μόνο εκ μεγάλης αποστάσεως, τον Γιώργο Γεωργίου, του οποίου το βιβλίο Αιώνια ύλη με είχε συναρπάσει όταν το διάβασα πριν από τρία χρόνια. Όπου κι αν βρίσκεται, μακάρι να είναι εξίσου δημιουργικός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.  

Ο «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» Ούλριχ, ο κεντρικός χαρακτήρας στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μούζιλ. Ένας ευφυής άνθρωπος που αδυνατεί να βρει στόχο και νόημα, καθώς ζει σε έναν χαοτικό και νευρόσπαστο κόσμο που απαιτεί από τους ανθρώπους να διαθέτουν ένα γνώρισμα αρκετά οξύμωρο: ρευστές ιδιότητες. Αυτό είναι ευλογία και μαζί κατάρα. Στην εποχή μας εξακολουθεί να υπάρχει αυτός ο «χαρακτήρας», αλλά όπως γράφει ωραία και θλιβερά ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ο μοντέρνος άνθρωπος χωρίς ιδιότητες (Mann ohne Eigenschaften) έχει σε μεγάλο βαθμό μετατραπεί στον μεταμοντέρνο άνθρωπο χωρίς δεσμούς (Mann ohne Verwandtschaften).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρόβλημα με τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι πως είτε μυρίζουν φορμόλη, είτε επιδίδονται σε μεταμοντερνιές χωρίς κανένα έρεισμα. Πιστεύω πως η «Ποιητική» είναι το περιοδικό που κρατά τις πιο γερές ισορροπίες ανάμεσα στο παλαιό και στο καινούριο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι να διαβάζω τις Επικίνδυνες σχέσεις του Λακλό στο στρατιωτικό λεωφορείο, πηγαίνοντας από τον Αυλώνα στο 401 Νοσοκομείο το 1999. Η μισητή θητεία, ο εκνευριστικός πόνος, οι δυσώδεις αρβύλες, η απουσία γυναικών, όλα συνδυάστηκαν αμετάκλητα με το αριστούργημα έρωτα, σαγήνης και εξουσίας του στρατηγού Λακλό.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση συγγραφέα και μεταφραστή είναι πολύπλοκη, όπως κάθε σχέση. Καταρχάς, δεν μπορεί κανείς να διαλέγει πάντα ό,τι του αρέσει: έτσι, από τα βιβλία που μεταφράζω, υπάρχουν κάποια που μάλλον δεν θα τα διάβαζα, και άλλα τα οποία λατρεύω. Ο μεταφραστής έχει συχνά μια αμφίθυμη σχέση αγάπης-μίσους με τον συγγραφέα: ο κόπος της μετάφρασης, καθώς και οι γλίσχρες απολαβές, επιβραβεύονται πάντως από το τελικό αποτέλεσμα. «Σε κατάφερα κι εσένα!» αναφωνεί ο μεταφραστής στον αόρατο συγγραφέα, μέχρι να βρεθεί κάποιος να του επισημάνει τα αναπόφευκτα λάθη του… Κι όλο πάλι απ’ την αρχή.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολη μετάφραση ήταν το εξαιρετικό βιβλίο του Brian Leiter, Νίτσε και ηθική (εκδ. Οκτώ), καθώς έπρεπε να μεταφράσω εκατοντάδες αποσπάσματα του νιτσεϊκού έργου από τα γερμανικά και να τα συντονίσω με τον λεπτομερή σχολιασμό τους, που γράφτηκε στα αγγλικά. Μεγάλες «ηδονές», αφού έτσι το θέλετε, μου προσφέρει η μετάφραση αγαπημένων μου ποιημάτων του 20ού αιώνα, την οποία άρχισα υπό τον τίτλο «Στιχοπλοκίες» στο έντυπο περιοδικό Κοντέινερ και τη συνεχίζω στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ντουέντε.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το βιβλίο του Mark Edmundson, Ο θάνατος του Σίγκμουντ Φρόιντ (εκδ. Πατάκης) δεν προσέχτηκε ιδιαίτερα, αν και είναι συναρπαστικό: εξιστορεί εκ παραλλήλου τη ζωή του Φρόιντ και του Χίτλερ, συνδυάζοντας καίρια τις ψυχαναλυτικές ιδέες με την πολιτική ιστορία του Μεσοπολέμου. Είναι δε απελπιστικά επίκαιρο, καθώς εξηγεί την άνοδο του φασισμού αξιοποιώντας τη φροϋδική θεωρία για το πώς συμπεριφέρονται ηγέτες και μάζες σε περιόδους οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης… Ας αναφέρω και το βιβλίο του Τζον Γκρέι Αχυρένια σκυλιά (εκδ. Οκτώ), στα συμπεράσματα του οποίου θα σκοντάφτουμε συνέχεια, θέλοντας και μη, στον 21ο αιώνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.  

Η μεταφραστική εμπειρία είναι δύσκολη, η ηδονή επισφαλής και η απομάγευση πιθανή. Μεγαλύτερη απογοήτευση προκύπτει όταν ένα βιβλίο, που ο μεταφραστής θεωρεί αξιοπρόσεκτο, πάει κατά διαόλου ως προς τις πωλήσεις και την ανταπόκριση (αντιστοίχως, όταν ένα υπερκείμενο πάει άπατο ως προς τα λάικ…). Επειδή είναι αδύνατον να μιλήσω εδώ συγκεκριμένα για όσα έχω μεταφράσει, ας αναφέρω μονάχα μερικά ονόματα: Τζορτζ Στάινερ, Πίτερ Άκροιντ, Άνταμ Φίλιπς, Τζούλιαν Μπελ, Μάρθα Νούσμπαουμ, Ουμπέρτο Έκο, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Νάιτζελ Ουόρμπερτον, Κουέντιν Σκίνερ, Άρθουρ Ντάντο, Καλίλ Τζιμπράν. Συχνά, για προσωπική μου ευχαρίστηση (κι όχι μόνο, ελπίζω), μεταφράζω διηγήματα και δοκίμια για περιοδικά: Βιρτζίνια Γουλφ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Χ. Τζ. Ουέλς, Όσκαρ Ουάιλντ, Τσαρλς Μπουκόφσκι κ.α.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Υπάρχει ένας σημαντικός και άλλοτε διάσημος αμερικανός ποιητής, ο Ρόμπινσον Τζέφερς, το έργο του οποίου μεταφράζω και δημοσιεύω, προσπαθώντας να το καταστήσω γνωστό στην Ελλάδα. Συνάμα, με τα ακόμα αμετάφραστα κείμενα του Μπέκετ αναμετριέμαι όποτε νιώθω τη βαθύτατη ανάγκη να αποτυγχάνω (κάθε φορά, καλύτερα). Έχουν δημοσιευτεί τρία από δαύτα, και ποιος ξέρει τι ακολουθεί; Ποιος ξέρει γενικά τι ακολουθεί;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό εν γένει ισχύει, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει ευτυχώς αλλάξει. Οι κριτικές αναφέρουν πλέον πιο συχνά τους μεταφραστές, ακόμα κι αν οι κριτικοί δεν αντιλαμβάνονται πόσος κόπος καταβλήθηκε. Πάντως, όσοι διαβάζουν συστηματικά, έχουν μάθει να ξεχωρίζουν τους καλούς μεταφραστές. Συχνά, μάλιστα, κάποιοι αναγνώστες αγοράζουν τα βιβλία που έχουν μεταφράσει οι αγαπημένοι τους μεταφραστές, ακόμα κι αν δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων είναι εν γένει «αγγούρι». Καθώς μάλιστα το αντικείμενο της συνεργασίας μεταξύ συγγραφέων-μεταφραστών-διορθωτών είναι το ίδιο το εργαλείο της επικοινωνίας τους, δηλαδή η γλώσσα, τα προβλήματα περιπλέκονται αφάνταστα. Αλλά ευτυχώς δεν έχω αντιμετωπίσει μέχρι τώρα πρόβλημα με κάποια συνεργασία. Ιδανική μορφή της παραμένει η συνεργασία μέσω ιμέιλ και τηλεφώνου, σαν να λέμε: «μακριά κι αγαπημένοι».

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Επειδή μεταφράζω κυρίως θεωρητικά βιβλία, οι ήρωες που με ακολουθούν είναι συνήθως οι ιδέες! Και ναι, μου λένε τα νέα τους συχνά, τους λέω κι εγώ τα δικά μου, και γενικά (θέλω να πιστεύω ότι) τα βρίσκουμε. Με τα λόγια ενός ποιητή: “They are never alone [those] that are accompanied with noble thoughts”.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Η μετάφραση, καθώς και η συμμετοχή μου σε οικογενειακή επιχείρηση, ήταν και παραμένουν οι βασικοί τρόποι βιοπορισμού μου. Μακάρι να πλήρωναν και όλοι οι υπόλοιποι… Φαίνεται πως της ανόδου του φασισμού στην Ελλάδα προηγήθηκε η κυριαρχία του «φεσισμού».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω κάποια βιβλία για τη βιοτεχνολογία, θέμα με το οποίο καταπιάνεται το μυθιστόρημα που γράφω. Παράλληλα μεταφράζω Σάμιουελ Μπάτλερ, έναν συγγραφέα που ήταν πολύ μπροστά από τη βικτοριανή εποχή του. Η πρώτη δημοσίευση αυτής της εργασίας εν προόδω είναι το δοκίμιο «Ο Δαρβίνος μεταξύ των μηχανών», ένα σατιρικό κείμενο ανεπανάληπτα προφητικό για τον σημερινό κόσμο. Μεταξύ άπειρων δραστηριοτήτων (λογοτέχνης, στοχαστής, ζωγράφος, φωτογράφος, βιογράφος, ιστορικός τέχνης, εκτροφέας προβάτων…), ο Μπάτλερ μετέφρασε τα ομηρικά έπη, οι δε μεταφράσεις του κυκλοφορούν και διαβάζονται μέχρι σήμερα. Γενικότερα, σε ό,τι κάνω, συμμερίζομαι την αυτοεικόνα του Μπάτλερ: είμαι ένα παιδάκι που του αρέσει να πετά πέτρες στα τζάμια των άλλων.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ συστηματικά. Με γοητεύει η δουλειά σκηνοθετών που είναι συγχρόνως συγκινητικοί και κλινικοί, όπως π.χ. ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Θεόδωρος Τερζόπουλος στο ελληνικό θέατρο, ή όπως ο Κι-Ντουκ, ο Χέρτζογκ, ο Καουρισμάκι, ο Χάνεκε, ο Τρίερ και ο Λιντς στον κινηματογράφο. Και φυσικά οι αδερφοί Μαρξ και ο παλιός Γούντι Άλεν. Το χιούμορ είναι ιερό.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

Το ιστολόγιό μου περιλαμβάνει πληροφορίες και κριτικές για τα βιβλία μου, καθώς και πολλά αναδημοσιευμένα κείμενά μου, θεωρητικά και λογοτεχνικά. Το Διαδίκτυο έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της δουλειάς μου, αλλά αν είχα άλλη δουλειά, μάλλον θα το βαριόμουν. Πρόκειται για μια τρομερή εφεύρεση, που αλλάζει την ίδια μας τη συνείδηση. Όπως όλες οι τεχνολογίες, έτσι κι αυτό είναι κάθε άλλο παρά ουδέτερο. Η ειρωνεία είναι πως μια γόνιμη σχέση με το Διαδίκτυο προϋποθέτει ακριβώς όσα είναι δύσκολο να έχουμε στη σχέση μας μαζί του: αποδοχή με κριτική σκέψη και χρήση με αποστασιοποίηση. Για να πετύχει όμως αυτό (αν υποθέσουμε πως είναι δυνατό), απαιτείται επίγνωση, και η επίγνωση προκύπτει κυρίως από τον στοχασμό πάνω στις επιδράσεις της τεχνικής στη ζωή μας. Ιδίως αυτός ο τύπος στοχασμού λείπει στην Ελλάδα, αφού εδώ τα πάντα κρίνονται ακόμα με βάση το δίπολο Δεξιά-Αριστερά. Ανθρώπους τυπικά μορφωμένους αλλά ουσιαστικά ακαλλιέργητους, που έχουν ελλιπή έως μηδαμινή σχέση με τον έντυπο λόγο, τα βιβλία κ.λπ., το Διαδίκτυο τους αποτελειώνει πνευματικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Βαριέμαι την αιώνια νιότη. Επιθυμώ να ζήσω μια πλήρη ζωή, κάνοντας ό,τι αρμόζει σε κάθε ηλικία, και προσεύχομαι στον ανύπαρκτο θεό μου να φανεί πολυέλεος και να μου φέρει έναν γαλήνιο θάνατο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Οι κεφτέδες.

Εικονιζόμενοι: Α. Rimbaud, J.G. Ballard, A. Lobo Antunes, C. Bukowski, J. Baudrillard.

Barry Miles – Hippie. Τα παιδιά των λουλουδιών

Η ολάνθιστη εξαετία

Θα διατρανώσουμε και θα αναδείξουμε την πνευματική επανάσταση. Ενωμένοι θα λούσουμε τη χώρα σε κύματα έκστασης και εξαγνισμού. Ο φόβος θα εξαλειφθεί· η άγνοια θα εκτεθεί στο λαμπρό φως του ήλιου· κέρδη και αυτοκρατορίες θα γείρουν θνήσκουσες σε ερημωμένες παραλίες· η βία θα πνιγεί και θα μετουσιωθεί σε ρυθμό και χορό. [Berkeley Barb, σ. 186]

O Μάιλς έζησε από μέσα το κίνημα των Χίπις: υπήρξε δημιουργός του γνωστού παράνομου βιβλιοπωλείου Indica, ένας από τους ιδρυτές του International Times, ο βρετανικός σύνδεσμος των Fugs, Allen Ginsberg, Frank Zappa, συμμετείχε στην Zapple των Beatles, είναι στο εξώφυλλο του Sgt. Pepper’s, είδε αμέτρητα live, έγραψε διάφορα βιβλία με αντικείμενο την Beat γενιά και τους δημιουργούς της (έχουμε παρουσιάσει την βιογραφία του W. Burroughs) κι έγραψε το βιβλίο Black Bird μαζί με τον Paul McCartney. Συνεπώς μια δική του πλούσια και ταυτόχρονα συνοπτική εικόνα του φαινομένου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μάλιστα ο ίδιος προτιμάει την περισσότερο ψυχρή γραμμική παράθεση των βασικότερων γεγονότων, χωρισμένη σε έξι χρόνια, από το 1965 μέχρι και το 1971, παρά την διήγηση της δικής του εμπλοκής, αν και ορισμένες συμπάθειες και αντιπάθειες είναι φανερές. Το βιβλίο έχει κυρίως την μορφή λευκώματος, με συνδυασμό κειμένου και έγχρωμων και μαυρόασπρων φωτογραφιών, πολλές από τις οποίες ολοσέλιδες.

Ο συγγραφέας ερευνά αρχικά τις καταβολές των Χίπις σε ποίηση, μουσική και μόδα από το 1965. Στην αρχή επρόκειτο για φαινόμενο μικρής έκτασης που πήγαζε από την Beat γενιά της δεκαετίας του ’50· σαν τους μπίτνικς οι χίπις αρνούνταν την αποβλακωτική ανία της αμερικανικής καταναλωτικής κοινωνίας. To σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο πρωτοστήθηκε στη … Virginia City, μια ανακαινισμένη πόλη φάντασμα στα σύνορα της Νεβάδα. Εκεί φτιάχτηκε το θρυλικό Red Dog Saloon, που προσέλαβε τους τότε πρωτόβγαλτους Charlatans που με το ντύσιμό τους (ρούχα του 19ου αιώνα, μακριά πανωφόρια, καουμπόικα καπέλα) επηρέασαν τους θαμώνες και μια ολόκληρη ενδυματολογική άποψη. Τη σκυτάλη πήρε το Σαν Φρανσίσκο που διέθετε πληθώρα βικτοριανών σπιτιών ιδιαίτερα στην περιοχή Haight – Ashbury· εδώ οι χίπις θεωρήθηκαν ως μια νεότερη εκδοχή των παλαιότερων χίπστερς. Ο φαρμακοποιός Augustus Owsley Stanley ο Γ΄ πλημμυρίζει το Μπέρκλεϊ με σπιντάκια που περιέχουν ικανές δόσεις LSD, που ήταν ακόμα νόμιμο – αργότερα έγινε πάμπλουτος. Η ψιλοκυβίνη είχε διαδοθεί στην Ανατολική Ακτή από τους Allen Ginsberg και Timothy Leary, που είχαν πρωτοστατήσει σε ελεγχόμενες συνεδρίες το 1960 με καλλιτέχνες και συγγραφείς όπως ο Thelonious Monk, o Jack Kerouac και ο Robert Lowell. Παντού παρών ο Neal Cassady, το γνωστό ίνδαλμα του Kerouac, υμνηθείς ως Dean Moriarty στο On the road.

Νωρίτερα το 1962 ο συγγραφέας Ken Kesey είχε ταράξει τα νερά με το μυθιστόρημα One Flew Over The Cuckoo’s Nest [Στη φωλιά του κούκου] που είχε γράψει ενόσω εργαζόταν ως βοηθός ψυχιάτρου με ψυχικά ασθενείς και με την προκαταβολή για το δεύτερό του μυθιστόρημα (Sometimes A Great Notion) αγόρασε ένα σχολικό λεωφορείο, το καταχρωμάτισε κι έβαλε μια σχάρα στην οροφή για την παρέα του και για μια σειρά μικρόφωνα ώστε οι μέσα να ακούν τους έξω και αντίστροφα. Ιούνιο του 1964 ο Ken Kesey και οι Merry Pranksters ξεκίνησαν να ανακαλύψουν την Αμερική και να την υποβάλουν στα δικά τους Acid Test. Μεταξύ των βιβλίων που αναφέρονται σ’ εκείνο το ταξίδι είναι το [μνημειώδες] The Electric Kool – Aid Acid Test του Thom Wolfe, το On the bus του Paul Perry και το Further Inquiry του ίδιου το Kesey, 25 χρόνια μετά. Σε αντίθεση με τον Kesey και την παρέα του που έβλεπαν το LSD ως άθλημα αντοχής για προχωρημένους, κατάλληλο για περιβάλλοντα όπου τα πάντα μπορούσαν να συμβούν, ο Timothy Leary πίστευε πως πρέπει να το παίρνει κανείς σε ήρεμη ατμόσφαιρα για μια απολύτως προσωπική, ρεμβώδη πνευματική εμπειρία. Πρέπει να βγεις από το μυαλό σου και να χρησιμοποιήσεις το κεφάλι σου.

Ο καμπανιστός ήχος της δωδεκάχορδης Rickenbacker του Roger McGuinn στο Mr. Tambourine Man επέδρασε καθοριστικά στον ήχο του ’65 – το κομμάτι έκανε τον Marty Balin να ξεκινήσει για το Φρίσκο και να φτιάξει το δικό του γκρουπ, προτού συναντήσει τον Paul Kantner για τους Jefferson Airplane. Την ίδια εποχή έφταναν οι Stones στην πρώτη τους αμερικάνικη τουρνέ, σχηματίζονταν οι Warlocks (με μέλη των μετέπειτα Grateful Dead), οι Quicksilver Messenger Service και οι Country Joe and the Fish. Δημιουργείται η ομάδα των Family Dog με την Ellen Harmon (που έζησε για μήνες πάνω σ’ ένα …δέντρο στο Μεξικό) κι ένα σωρό αντεργκράουντ δραστηριότητες, ατομικές δράσεις και εκδηλώσεις στην πόλη δημιουργούν το εκπληκτικό φαινόμενο του Haight –Ashbury (H/A). Εκεί ζούσε και ο συγγραφέας Hunter S. Thomson, δημοσιογράφος τότε του Gonzo, που έγραψε αργότερα και το βιβλίο για τους Hell’s Angels, οι οποίοι  είχαν ήδη αρχίσει να δημιουργούν ταραχές στις αντιπολεμικές εκδηλώσεις. Στη Νέα Υόρκη το κίνημα των χίπις ήταν η απλή συνέχεια της Beat γενιάς· άλλωστε το Factory τoυ Andy Warhol ήταν στο αποκορύφωμά του το 1964. Απλώς κάποιοι ποιητές μεταπήδησαν από την μία κατάσταση στην άλλη, όπως ο Allen Ginsberg ενώ για άλλους στάθηκε αδύνατο, όπως για τον Jack Kerouac.

Η ανακάλυψη ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει άπειρες δυνατότητες και μπορεί να λειτουργήσει σε ανυποψίαστες διαστάσεις χώρου και χρόνου με γέμισε χαρά, μου προκάλεσε δέος, και σχεδόν με έπεισε ότι είχα ξυπνήσει από έναν μακρύ οντολογικό ύπνο. Ύστερα από μια βαθιά υπερβατική εμπειρία προκύπτει ένας διαφορετικός άνθρωπος και μια διαφορετική ζωή. [Timothy Leary, σ. 71]

Ο δόκτωρ Timothy Leary είχε ήδη από το 1960 αρχίσει να μελετά την χρήση των παραισθησιογόνων για την ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο και ως καθηγητής του … Χάρβαρντ. O Leary ήταν ήδη σαρανταπεντάρης το 1965, που το πέρασε στην Cuernavaca μελετώντας τα μαγικά μανιτάρια των προϊσπανικών πολιτισμών. To ίδιο το Χάρβαρντ είχε χρηματοδοτήσει την έρευνά του σχετικά με τις αντιδράσεις στην ψιλοκυβίνη – το 83% είχε απαντήσει ότι είχε μάθει κάτι από την έκλαμψη και το 62%  ότι η ζωή τους άλλαξε προς το καλύτερο – κι όπως είναι ευνόητο ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι είχε βρει την απάντηση στις κοινωνικές ασθένειες και ζητούσε να παραμείνει διαθέσιμη για ερευνητές και επιστήμονες. Φυσικά το πανεπιστήμιο έκοψε τη χρηματοδότηση (και δυο χρόνια αργότερα με κάποια άλλη πρόφαση τον απέλυσε) αλλά γύρω του είχε ήδη μαζευτεί μια μεγάλη ομάδα που οραματιζόταν μια νέα παγκόσμια κοινωνία βασισμένη στα ψυχεδελικά και σε μια σύνθεση ανατολικών θρησκειών. Το 1965 υπήρχαν περίπου τέσσερα εκατομμύρια χρήστες LSD κι εκείνος έκανε διαλέξεις και παρουσιαζόταν ως ο αρχηγός του ψυχεδελικού κινήματος. Τα επόμενα χρόνια πάντως θα βρίσκεται σ’ ένα διαρκές κυνηγητό με τις αρχές και θα αφιερώνει τεράστιο χρόνο για να αντικρούει κατηγορίες και να αποφεύγει την φυλακή.

Ενώ οι Αμερικανοί αντιδρούσαν σε μια από τις πλουσιότερες καταναλωτικές κοινωνίες στη γη, στην Βρετανία οι νέοι για πρώτη φορά είχαν χρήματα στην τσέπη τους – εκεί το αντεργκράουντ κίνημα προήλθε από τη συνάντηση διαφόρων στάσεων ζωής, όπως οι mods, οι ακτιβιστές της αποπυρηνικοποίησης, οι ριζοσπάστες αριστεροί φοιτητές κι ένα τεράστιο κομμάτι ροκ μουσικών και ακροατών. Το βρετανικό καλοκαίρι του ’65 έχει να θυμάται επτά χιλιάδες άτομα να συνωστίζονται στις ποιητικές βραδιές των Gregory Corso, Allen Ginsberg και Lawrence Ferlinghetti – ο τελευταίος συνεπήρε το κοινό με το To Fuck is to Love Again, ένα κοινό που συνειδητοποιούσε πως αποτελεί ένα συμπαγές «εκλογικό σώμα»: τη γενιά του ’60. Κάποιοι άρχισαν να κοιμούνται στις σπηλιές του Hastings το χειμώνα κι έξω στο Λονδίνο τις υπόλοιπες εποχές.

Το 1966 είναι η χρονιά με τις δεκάδες αντεργκράουντ ψυχεδελικές φυλλάδες και έντυπα, όπως η San Francisco Oracle με τα υπέροχα ψυχεδελικά γραφικά, με το πρώτο μαγαζί στην H/A (Το Ψυχεδελικό Κατάστημα), με τις ψυχεδελικές αφίσες που διαδίδονται ευρέως και βέβαια βλέπονταν αλλά και αποκρυπτογραφούνταν διαφορετικά από ένα «φτιαγμένο» βλέμμα. Κάθε κοινότητα έχει τη δική της εφημερίδα, όλα τα φολκ γκρουπ μετατρέπονται σε ηλεκτρικά, το LSD κηρύσσεται παράνομο. Στα Φεστιβάλ με Τριπάκια ο Kesey εμφανιζόταν με ασημένια στολή αστροναύτη και κράνος ενώ οι συλλήψεις του από τις αρχές φυσικά αποτελούσαν την καλύτερη διαφήμιση. Η ομάδα των Diggers, πρώην καταληψίες ελεύθερων περιοχών, άρχισε να φτιάχνει κοινότητες έξω από κέρδη και ιδιοκτησίες, να οργανώνει συσσίτια και να κλέβει από μαγαζιά και προμηθευτές για να δίνει σ’ όσους είχαν μεγάλη ανάγκη – σαν σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών. H πρώτη σελίδα της International Times έχει για καιρό στην κορυφή της πρώτης σελίδας τη φράση Όταν η μουσική αλλάζει, τα τείχη της πόλης σείονται.

Είμαστε στην εποχή των πολιτικών δικαιωμάτων, της επανάστασης για την σεξουαλική απελευθέρωση και τη διεύρυνση της συνείδησης και αυτά είναι τα λάβαρα υπό τα οποία οι Fugs θα παρουσιαστούν στην Αμερική δήλωνε ο Ed Sanders των Fugs, μιας μπάντας που προήλθε από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης, ονομάστηκε με παραλλαγή του fuck, όπως το έγραφε ο Norman Mailer στο βιβλίο του The Naked and the Dead, και έφτιαχνε τραγουδούσε από William Blake μέχρι Allen Ginsberg. Στη Νέα Υόρκη ανεβαίνει το Exploding Plastic Inevitable του Andy Warhol με τους Velvet Underground, στην Sunset Strip οι Love, οι Byrds, οι Doors, κι ακόμα οι Mothers of Invention, οι Chocolate Watch Band, οι Buffalo Springfield. Οι μπουλντόζες ισοπεδώνουν το θρυλικό Pandora’s Box στην Sunset κι ο Stephen Stills γράφει το For what it’s worth.

Η rock’n’roll μουσική δυναμώνει όλο και περισσότερο, οι χορευτές κινούνται σε όλα και πιο ξέφρενους ρυθμούς, και τα φώτα αρχίζουν να αναβοσβήνουν σαν τρελά. Και προβολείς σε τυφλώνουν, και κλάξον αυτοκινήτων αρχίζουν να ουρλιάζουν, και ο Gerard Malanga και οι χορευτές σείονται σαν τρελοί, και δεν πιστεύεις ότι ο θόρυβος μπορεί να γίνει δυνατότερος, και τότε γίνεται ακόμα δυνατότερος, μέχρι που δημιουργείται ένα τεράστιο ηχητικό παλιρροϊκό κύμα, που συνθλίβει τα πάντα γύρω σου και είναι αρκετά θολό ώστε να μπορεί να πάρεις ό,τι το καλύτερο· οι ακροατές, οι χορευτές, η μουσική και οι ταινίες, όλα αυτά ενώνονται και γίνονται μια υπέροχη στιγμή υστερίας. [George English, άρθρο για το Exploding Plastic Inevitable, σ. 154]

Το 1967 είναι η χρονιά όπου δεκάδες χιλιάδες νέων καταφτάνουν στη Δυτική Ακτή και τα απανταχού Be-Ins για Το Καλοκαίρι της Αγάπης ενώ την ίδια στιγμή αυξάνεται η καταστολή της αντικουλτούρας με μαζικές διώξεις. Είναι η χρονιά των Sgt Pepper’s, Surrealistic Pillow, Satanic Magesties και δεκάδων κορυφαίων ψυχεδελικών δίσκων αλλά και της μεγαλύτερης εμπλοκής της Αμερικής στο Βιετνάμ που οδήγησε στις πιο εκδηλωτικές διαμαρτυρίες.

Όλοι άρχισαν να πηγαίνουν στο Σαν Φρανσίσκο φορώντας λουλούδια στο κεφάλι τους για να συναντηθούν με ωραίους ανθρώπους και οι αρχές δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν την μαζική ροή. H λιγότερο πανικόβλητη χίπικη κοινότητα  έφτιαξε 24ωρο τηλεφωνικό κέντρο με στεγαστικές και ιατρικές πληροφορίες, πίνακες ανακοινώσεων για τους χαμένους (και τους τρομαγμένους γονείς) κι ένα ελεύθερο κατάστημα, ενώ ένας γιατρός άνοιξε δωρεάν διανυκτερεύουσα κλινική (σε μια Αμερική όπου η δωρεάν περίθαλψη ήταν όνειρο θερινής νυκτός). Εδώ ο Miles ειρωνεύεται το σύντομο πέρασμα του George Harrison στην H/A, το γιουχάισμα και τη φυγή με την λιμουζίνα του.

Στο περίφημο Human Be In στο Golden Gate Park του Φρίσκο ο Jerry Rubin φώναζε τα χαμόγελά μας είναι τα πολιτικά μας λάβαρα και η γύμνια μας το πανό μας, ελάχιστοι άκουγαν τις ομιλίες και τις απαγγελίες, ορισμένοι ισχυρίστηκαν πως είδαν τον Θεό, όλοι συνυπήρξαν και αγαπήθηκαν μεταξύ τους, για τον Ginsberg (που μετά τις γκουρού ψαλμωδίες του ηγήθηκε μιας ομάδας καθαριότητας) ήταν η τελευταία ημέρα της αθωότητας, η τελευταία ιδεαλιστική χίπικη εκδήλωση. Κι είμαστε μόνο στο ’67…

Η H/A άρχισε να πλημμυρίζει κόσμο, άρα και με περαστικούς και περίεργους από τα υπερπροστατευμένα μεσοαστικά προάστια καθώς και δεκάδες χριστιανούς, ιεραπόστολους, ευαγγελιστές και αυτόκλητους γκουρού που έβρισκαν εύκολα οπαδούς. Πόσο θα άντεχαν αυτά; Το τηλεφωνικό κέντρο κλάπηκε, το δωρεάν κατάστημα καταστράφηκε από φτιαγμένους, τα ουρλιαχτά κάποιων που είχαν «άσχημο ταξίδι» τρόμαζαν τον κόσμο. Τα σκληρά ναρκωτικά αποδεκάτιζαν την κοινότητα και η κοινοβιακά μαστουρώματα αντικαταστάθηκαν από τις αμφεταμίνες, αν και ο Country Joe διέδιδε ότι μπορείς να φτιαχτείς καπνίζοντας μπανανόφλουδα κι ο Donovan τον σιγόνταρε στο Mellow Yellow με τη γραμμή περί electrical banana. Κάτι σχετικό έμπαινε στο εξώφυλλο των Velvets, νομίζω. Η εμπορική εκμετάλλευση του φαινομένου ήταν φανερή, εξ ου και η Πορεία για τον Θάνατο των Χίπις στον θρυλικό δρόμο.

Το L.A. αποτελεί πλέον το κέντρο της ψυχεδελικής ροκ: Seeds, Peanut Butter Conspiracy, Electric Prunes, West Coast Pop Art Experimental Band, United States of America. Το Ιούνιο γίνεται το Φεστιβάλ του Monterey, με 32 ονόματα αφιλοκερδούς εμφάνισης: Hendrix, Joplin, Canned Heat, Moby Grape, Byrd, Blues Project, Mamas and Papas, Who, Country Joe. Στη Νέα Υόρκη το Chelsea Hotel γνωρίζει νέες δόξες με τους πρώην beat και με Leonard Cohen, Nico, Warhol, Burroughs, Arthur Miller, Thomas Wolfe, Bob Dylan, Jefferson Airplane, ενώ στο Λονδίνο το κλαμπ UFO έχει ως μόνιμους παίκτες τους Pink Floyd, τους Soft Machine και τους Crazy World of Arthur Brown (όλοι τους θα εμφανιστούν και σε μια από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις της εποχής, το θρυλικό 14ωρο Technicolor Dream) και προβάλλει τις πρωτοποριακές δουλειές του Kenneth Anger ενώ οι λονδρέζικες ψυχεδελικές αφίσες εμπνέονται από ιστορίες με ιπτάμενους δίσκους, αγγλικά παραμύθια, το κίνημα της art nouveau, τον Beardsley και τους προραφαηλίτες.

Οι Stones σκανδαλίζουν τον τύπο με την ιστορία της Ταγγέρης και αρχίζει το τέλος για τον Brian Jones. Jagger, Beatles, Donovan, Marianne Faithful κ.ά. ακολουθούν πιστά τον αμφιλεγόμενο Maharishi. Ο Leary προτίμησε να ιδρύσει τη δική του …θρησκεία, την League for Spiritual Discovery (με αρχικά διόλου τυχαία) και εμφανίζεται πλέον ως προφήτης και πνευματικός δάσκαλος, έχοντας καταλήξει πως τα βασικά ανθρώπινα προβλήματα πηγάζουν από τις οικογένειες και την σεξουαλική δυστυχία.

Το 1968 ήταν η χρονιά της πολιτικής στράτευσης και της μεγάλης φυγής στην εξοχή, της εξάπλωσης του φαινομένου (κάθε πόλη και προάστιο είχαν τη δική τους χίπικη κοινότητα) και των κοινοβίων (επιβίωσης, θρησκευτικών, σεξουαλικών), με διάφορα ιδανικά: ομαδικού έρωτα, καλλιέργειας της γης, αγαμίας, θρησκευτικής μύησης. Στο LA ήταν ανέκαθεν εφικτό να ζεις ανάμεσα στα δέντρα και στα βουνά και στήθηκαν παντού ράντσα, καλύβες, σκηνές. Ο ποιητής Wavy Gravy π.χ. συμμετείχε στη Hog Farm, «μια μεγάλη οικογένεια, μια περιφερόμενη ψευδαίσθηση, ένα κοινωνιολογικό πείραμα, πενήντα άτομα σε διαρκές ταξίδι». Ένα άλλο κοινόβιο ονομαζόταν Charles Manson Family…

Οι Grateful Dead παρατούν αηδιασμένοι την Ashbury: το μέρος έχει γίνει τόσο γνωστό ώστε έρχονται διαρκώς λεωφορεία με τουρίστες που κατεβαίνουν για φωτογραφίες. Οι μέρες της μικρής δεμένης κοινότητας μουσικών και ψυχεδελιστών έχουν παρέλθει. Ειδικά η αφοσίωση των Dead στην κοινότητα τούς είχε στοιχίσει μια περιουσία, σε αντίθεση με τους Jefferson που έγιναν πάμπλουτοι. Το πέρασμα του ψυχεδελικού πνεύματος στον κινηματογράφο ήταν θέμα χρόνου: τα Mondo φιλμ, τα πρώτα σκληρά πορνό ευρείας κυκλοφορίας (Βαθύ Λαρύγγι, Ο Διάβολος στο κορμί της Μις Τζόουνς/1972), το The Trip του Jack Nicholson, το Psych-Out.

Υπήρχε μια πολιτική τάση στο αντεργκράουντ που την ακολούθησε η παλιά Αριστερά και έτεινε μάλλον προς την αναρχία παρά προς κάποιο οργανωμένο μαρξιστικό ή σοσιαλιστικό κόμμα. Jerry Rubin, Ed Sanders, Wavy Gravy και άλλοι «αρχηγοί» αλλοιωνόταν συχνά από εγωιστικές αντιδράσεις. O Abbie Hoffman και ο Jerry Rubin κάνουν το Φεστιβάλ Ζωής στο Σικάγο, δημιουργούν το Διεθνές Κόμμα των Νέων – Yippies και «συζητούν» για την επανάσταση, γράφει ειρωνικά ο Miles για τους δυο αγκιτάτορες που επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν και να καπελώσουν πολιτικά τους χίπις, ενώ η πραγματική επανάσταση βέβαια γινόταν τον Μάη στο Παρίσι. Το Σικάγο γνωρίζει βίαιες ταραχές και καταστολή και ο Jean Genet λέει στον William Burroughs: Ανυπομονώ να σαπίσει αυτή η πόλη. Ανυπομονώ να δω αγριόχορτα να φυτρώνουν μέσα σε άδειους δρόμους. Οι ταραχές στο Λονδίνο εμπνέουν τους Stones να γράψουν το Street Fighting Man για τον συγγραφέα Tariq Ali που ο Miles επίσης ειρωνεύεται επειδή εξαφανιζόταν μόλις εμφανίζονταν οι αστυνομικοί – ο ίδιος έλεγε πως προστατευόταν από τους συντρόφους του.

Το 1969 ο Ronald Reagan ως Κυβερνήτης της Καλιφόρνια ισοπεδώνει ολόκληρες περιοχές στο Μπέρκλεϊ για να μην χρησιμοποιούνται από χίπις, με αποτέλεσμα τις μεγάλες ταραχές στην περιοχή, οι Weathermen αναλαμβάνουν την ευθύνη για δεκάδες βομβιστικές επιθέσεις, το πνεύμα γνωρίζει την κορύφωσή του στο Woodstock και την πτώση του στο Altamont Speedway με τον νεκρό από τους Hell’s Angels. Το 1970 είναι  χρονιά με δίκες (του Μαύρου Πάνθηρα Bobby Seale, των Hoffman, Rubins κ.ά.), νέα κινήματα (Gay Pride, Εθνική Ημέρα Γης), νέες ταραχές (Οχάιο). Σε κάθε περίπτωση οι χίπις γίνονται πλέον το κυρίαρχο ρεύμα σε όλες τις εκφάνσεις της αμερικανικής κουλτούρας – όλοι έχουν μακριά μαλλιά και χρωματιστά ρούχα. Το 1971 υπήρχαν τόσα πολλά κοινόβια ώστε μόνο για το Μπέρκλεϊ υπήρχε ένα καθημερινό ενημερωτικό φυλλάδιο μοιραζόταν χέρι με χέρι σε πάνω από πενήντα τέτοια. Jimi, Janis, Jim αναχωρούν ο ένας μετά τον άλλον.

Σε καμιά άλλη περίοδο δεν αναπτύχθηκε τόσο πολύ η φαντασία και δεν παρατηρήθηκαν τόσες δοξασίες σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Η αντικουλτούρα των χίπις αμφισβήτησε την σεξουαλική ηθική και πρότεινε μια θετική αποθέωση της σεξουαλικότητας. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τέτοιο μαζικό κίνημα ενδοσκόπησης, προσωπικής ανάπτυξης, αυτοθεραπείας, βαθιάς οικολογικής συνείδησης, κοινωνικής συλλογικότητας, αλληλεγγύης, εθελοντισμού, άρνησης ιδιοκτησίας. Τι μένει απ’ όλη αυτή την κληρονομιά της ψυχεδέλειας, εκτός από την μουσική; Σίγουρα όχι οι βλακώδεις αναβιώσεις των διαφόρων Woodstock (που πνίγηκαν στο πλιάτσικο και στη φωτιά). Η ερώτηση μένει ανοιχτή και αναπάντητη. Μόνο ο δρ. Λήρι ήταν βέβαιος:

Η βασική ενέργεια της επανάστασής μας είναι ερωτική. Ελεύθερος είναι κάποιος που η ερωτική του ενέργεια έχει απελευθερωθεί και δύναται να εκφραστεί με όλο και ομορφότερους, περίπλοκους τρόπους. Η σεξουαλική επανάσταση δεν αποτελεί απλώς μέρος της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ελευθερίας που δημιουργείται διαμέσου των παιδιών. Πιστεύω ότι είναι το επίκεντρο αυτής της ελευθερίας. [Timothy Leary, EVO, 1969, σ. 326]

Εκδ. Ψυχογιός, 2012, μτφ. Γιώργος Παρλαλόγλου, σελ. 379 [Barry Miles -Hippie, 2003]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr υπό τον τίτλο: Flower. Power?

Στις εικόνες: η θρυλική γωνία, το μαγικό λεωφορείο του Ken Kesey Brian Jones Jimi Hendrix, Timothy Leary, πορεία κατά του Βιετνάμ στο Σαν Φρανσίσκο (1967), Dr Leary μπροστά στο κοινό του, Allen Ginsberg.