Γιούκιο Μισίμα – Η Μαρκησία ντε Σαντ

TELIKO MARKHSIAΧάρη σ’ αυτόν ζητιάνες και πόρνες πήραν το χρίσμα της αγίας, απλώς και μόνο για να μαστιγωθούν στη συνέχεια. Όμως, μονάχα μια στιγμή αργότερα το όνειρο γίνεται κομμάτια και βγάζει απ’ την πόρτα ζητιάνες και πόρνες με κλοτσιές στα πισινά… Στη συνέχεια, μη βρίσκοντας κανέναν να προσφέρει το μέλι της τρυφερότητας που έχουν σταλάξει μέσα του αυτές οι στιγμές της ηδονής, επιστρέφει και το αδειάζει όλο σε μένα. Είναι μια μέλισσα εργάτης της ηδονής· μαζεύει κάθιδρος κάτω απ’ τον αδυσώπητο καλοκαιρινό ήλιο το μέλι της τρυφερότητας και έρχεται να μου το παραδώσει, σε μένα που περιμένω στη σκοτεινή και δροσερή φωλιά μου. Τα αιμάτινα λουλούδια απ’ όπου μαζεύει το μέλι δεν είναι σίγουρα οι ερωμένες του. Έχουν χριστεί αγίες, έχουν ποδοπατηθεί, το μέλι τους έχει τρυγηθεί… [σ. 71]

Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε την ιστορία του από το βιβλίο του Τατσούχικο Σιμπουσάουα Η ζωή του μαρκησίου ντε Σαντ και κεντρίστηκε από το αίνιγμα της συμπεριφοράς της Μαρκησίας ντε Σαντ η οποία, αφού κατά τη διάρκεια της πολύχρονης φυλάκισης του συζύγου της επέδειξε απόλυτη πίστη απέναντί του, τον εγκατέλειψε τη στιγμή που εκείνος απελευθερώθηκε. Ο Μισίμα προσπάθησε να γράψει πάνω σε αυτή την ακατανόητη και την ίδια στιγμή απόλυτα αληθινή για την ανθρώπινη φύση συμπεριφορά. Όπως αναφέρει ο ίδιος στο επίμετρό του, το έργο μπορεί να περιγραφεί ως «Ο Σαντ ιδωμένος μέσα από τα μάτια γυναικών».

MISHIMA-MARKHSIA 7Πρόκειται για έξι γυναίκες: την ερωτευμένη σύζυγο Ρενέ ντε Σαντ που εξακολουθεί να επιθυμεί να «σώσει» τον Μαρκήσιο, την μικρότερη αδελφή της, Αν, που γίνεται ερωμένη του, την μητέρα τους Κυρία ντε Μοντρέιγ, που σκανδαλίζεται από τις ασωτίες του γαμπρού της, την διακριτική υπηρέτρια Σαρλότ και δυο επισκέπτριες – οικογενειακές φίλες, την Βαρόνη ντε Σιμιάν και την Κόμισσα ντε Σαιν – Φον. Μόνο οι τρεις πρώτες είναι ιστορικά πρόσωπα ενώ οι άλλες τρεις επινοήθηκαν από τον συγγραφέα, ο οποίος τοποθετεί τα πρόσωπά του να περιστρέφονται σαν σε πλανητική κίνηση και να σχηματίζουν ένα ακριβές μαθηματικό σύστημα γύρω από την Ρενέ. Τόπος: το σαλόνι του σπιτιού της Κυρίας ντε Μοντρέιγ στο Παρίσι. Χρόνος των τριών πράξεων αντίστοιχα: 1772, 1778, 1790 (λίγους μήνες μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης).

Sans-titre-1Όπως γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στο βιβλίο της για τον Μισίμα, όλες «μονολογούν με πομπώδη κυνισμό», με έναν απόντα στο επίκεντρο. Το κείμενο είναι γεμάτο διαλόγους,  με δράση αποκλειστικά παρασκηνιακή ή μέσω παρεμβαλλόμενης αφήγησης. Μέσα σε τούτη τη σύνθεση γυναικείων φωνών συγκρούονται οι ιδέες και οι κοσμοθεωρίες που εκπροσωπούν οι ηρωίδες και φυσικά αμέτρητοι άνθρωποι πίσω από την καθεμιά τους: η συζυγική πίστη (η Ρενέ), ο νόμος και η ηθική (η πεθερά), οι σαρκικές επιθυμίες και η έλλειψη αρχών μα και η γυναικεία πονηριά (η Αν), η θρησκεία και η ευσέβεια (οι δυο φίλες), η λαϊκή φωνή (η υπηρέτρια). Όπως είναι ευνόητο το μεγαλύτερο ενδιαφέρον προσελκύει η σύζυγος με την πίστη και την υπερβολική τρυφερότητα (ή για ποιόν άλλον σκοτεινό λόγο; αναρωτιέται μαζί μας η Γιουρσενάρ), που διάβασε η ίδια με πάθος την Ζυστίν και δεν έπαψε να  επισκέπτεται στη φυλακή τον ντε Σαντ, να υποστηρίζει και να εξυμνεί αυτόν τον μεγάλο εξεγερμένο και συκοφαντημένο, αυτό το «είδος υπόστασης του κακού». Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η μανιχαϊστική αντιπαράθεση Καλού και Κακού ήταν και είναι τόσο ξένη για την απωανατολική σκέψη.

Yukio Mishima scan sΟ Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά, μαρκήσιος ντε Σαντ, είναι, σύμφωνα με την σύζυγό του, μια μουσική που δεν έχει μόνο ένα θέμα. Για εκείνη, Αλφόνς και εγκλήματα είναι ένα και το αυτό, όπως εξάλλου τα ωραία χαμόγελα και η οργή του, η τρυφερότητα και η σκληρότητα, και τα δάχτυλα αυτού του ανθρώπου που σπρώχνουν το μεταξωτό νυχτικό απ’ τους ώμους μου είναι ίδια με εκείνα που γράπωσαν το μαστίγιο και χαράκωσαν την πλάτη της πόρνης στη Μασσαλία. Όλα επάνω του είναι ένα αρμονικό ξεδίπλωμα χωρίς την παραμικρή ραφή…[σ. 51]. Γι’ αυτό και αργότερα αναρωτιέται γιατί ο ίδιος δεν της έχει επιτρέψει ποτέ ν’ ακούσει τον ήχο αυτού του μαστιγίου· αν είναι από εκτίμηση για το πρόσωπό της ή από περιφρόνηση. Η σταθερότητά της όμως στην απόφασή της ήταν δεδομένη:  «Εάν ο άντρας μου είναι τέρας διαστροφής, τότε νομίζω πως πρέπει εγώ να γίνω τέρας αρετής».

Αλλά και η κόμισσα ντε Σαιν- Φον έχει παραδεχτεί νωρίτερα πως ο μαρκήσιος είναι «ένας άνθρωπος για τον οποίο η σκληρότητα είναι συνώνυμο του τρυφερού, και δεν του είναι δυνατόν να εκφράσει τη γλύκα της καρδιάς του χωρίς να χρησιμοποιήσει μαστίγιο» και φτάνει να αναρωτιέται: Πώς μπορεί να πείσει έναν άρρωστο να γιατρευτεί ενάντια στη θέληση του από μια αρρώστια που του δίνει τόσες ηδονές; Η ιδιαιτερότητα της ασθένειας του μαρκήσιου είναι η ευχαρίστηση που του προσφέρει. Όσο αποτροπιαστική κι αν μοιάζει στα μάτια των άλλων, η αρρώστια αυτή είναι ένα μπουκέτα τριαντάφυλλα για εκείνους που έχει μολύνει [σ. 42, 32]. Στο τέλος, και από ιδία πείρα, θα καταλήξει πως «αυτό που ονομάζουμε βίτσιο είναι από μόνο του ένα βασίλειο εξοπλισμένο με όλα τα χρειαζούμενα, χωρίς να του λείπει απολύτως τίποτα».

MISHIMA-MARKHSIA - F5BBDF79624F41EAB1EE44EB9DE3093DΟ Μισίμα αποτελεί μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα: μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, αθλητής, υπήρξε ένα διαρκώς ανήσυχο πνεύμα και σώμα. Το τέλος του υπήρξε το ίδιο διάσημο με το έργο του: αυτοκτόνησε με χαρακίρι στο αρχηγείο του ιαπωνικού στρατού, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να ξεσηκώσει τους στρατιώτες σε επανάσταση ενάντια στο σύστημα διακυβέρνησης με σκοπό την αποκατάσταση της θέσης τους αυτοκράτορα και την αναβίωση του πνεύματος των σαμουράι.

Ανατρέχω στην εξαιρετική βιογραφία του Χένρυ Σκοτ Στόουκς – Γιούκιο Μισίμα. Η ζωή και ο θάνατός του [Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Μαρία Φακίνου, σελ. 211], σύμφωνα με τον οποίον στην Μαρκησία φαίνεται για άλλη μια φορά το ενδιαφέρον του Μισίμα για ζητήματα δομής παρά για πολιτικά ζητήματα, ενώ κατά τον Ντόναλντ Κιν, που έγραψε το πρώτο δοκίμιο για τον συγγραφέα που εκδόθηκε στη Δύση, στο συγκεκριμένο έργο ο κλασικισμός του Μισίμα δίνεται με την πιο ακραία έκφρασή του· εδώ υιοθετήθηκαν οι περισσότερες συμβάσεις του Ρακίνα για την θεατρική σκηνή: εμπιστοσύνη στο φιλιππικό για την αφήγηση γεγονότων και συναισθημάτων, περιορισμένος αριθμός χαρακτήρων με τον καθένα να εκπροσωπεί έναν συγκεκριμένο τύπο, απουσία φανερής δράσης επί σκηνής.

TELEVISION PROGRAMME.... Masters of Darkness: De SadePictured..Στην πρώτη από τις δημοσιευμένες εδώ επιστολές, που απευθύνεται προς την Κυρία ντε Σαντ [1783] ο μαρκήσιος παραμένει αδιάλλακτος και πιστός στις αρχές του: Λέτε πως ο τρόπος σκέψης μου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Και τι με νοιάζει; Τρελός είναι όποιος υιοθετεί έναν τρόπο σκέψης για τους άλλους! Ο τρόπος που σκέφτομαι είναι ο καρπός των στοχασμών μου. Είναι αποτέλεσμα της ύπαρξής μου, της εσωτερικής μου συγκρότησης. Δεν είναι στο χέρι μου να τον αλλάξω. Δεν θα είναι ποτέ και δεν θα το κάνω. Αυτός ο τρόπος σκέψης που κατακρίνετε αποτελεί τη μόνη παρηγοριά της ζωής μου. Ανακουφίζει όλους τους πόνους μου στη φυλακή, συνθέτει όλες μου τις απολαύσεις σ’ αυτόν τον κόσμο, και τον λογαριάζω πάνω και από τη ζωή. Δεν είναι ο δικός μου τρόπος σκέψης που ευθύνεται για τη δυστυχία μου, αλλά των άλλων. [σ. 165]

de sade_Ο ντε Σαντ διατηρεί ακλόνητη την πεποίθησή πως τα συστήματά του «στηρίζονται στη λογική», ενώ τα δικά τους «είναι μονάχα προϊόν βλακείας»· επικαλείται τα λόγια του καγκελάριου Ολιβιέ στο παρλαμέντο του Ερρίκου Β΄, σύμφωνα με τον οποίο «ένα κράτος πλησιάζει την καταδίκη του όταν τιμωρεί μονάχα τον αδύναμο, και ο νεόπλουτος κακοποιός μένει ατιμώρητος με το χρυσάφι του» και κραυγάζει: Αν, λοιπόν, όπως διατείνεστε, η ελευθερία μου εξαγοράζεται με θυσία των αρχών μου ή των ορέξεών μου, μπορούμε να αποχαιρετιστούμε για πάντα, γιατί στη θέση τους θα θυσίαζα χίλιες ζωές και χίλιες ελευθερίες, αν τις είχα. […]. Όσο συνεχίζουν τις διώξεις τους τόσο ριζώνουν στην καρδιά μου αυτές οι αρχές […]. Ούτε μπροστά στο ικρίωμα δεν θα αλλάξω γνώμη. [σ. 166]. Στην δεύτερη επιστολή, προς τον Γκοφρντί [1774] αναρωτιέται, μεταξύ άλλων, αν τιμωρούνται οι σκέψεις και ποιος έχει το δικαίωμα να το κάνει – σίγουρα όχι οι νόμοι.

3597647726_8edf25ff05Τελικά ο αναγνώστης – θεατής θα πρέπει να ακολουθήσει το νήμα των σκέψεων της Ρενέ, που απαιτούν ακριβώς το ξεδίπλωμα των ιδεών των υπόλοιπων προσώπων για να εκτεθούν. Εκείνη μετά την ανάγνωση της Ζυστίν θα παραδεχτεί: «τότε μου πέρασε απ’ το μυαλό πως ίσως έγραψε για μένα την ιστορία αυτής της γυναίκας, η οποία εξαιτίας της αρετής της προκαλεί τη μια δυστυχία μετά την άλλη». Και από την άλλη θα αναρωτηθεί μήπως είναι πιο σωστό να πει: Η Ζυστίν είμαι εγώ. Σε κάθε περίπτωση στα λόγια της μπορεί να κρύβεται η πιο αληθινή εικόνα του ντε Σαντ: Αυτός ο άνθρωπος δεν αρκέστηκε στη ματαιοδοξία των σαρκικών ηδονών που εξατμίζονται στη στιγμή της ολοκλήρωσής τους, αλλά προσπάθησε να οικοδομήσει τον καθεδρικό ναό του άφθαρτου βίτσιου. Αντί να σκηνοθετεί ατομικές διατροφές, θέλησε να διαμορφώσει, μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, έναν κώδικα του κακού, τους νόμους του κι όχι τις πράξεις τους, μια τεράστια νύχτα προορισμένη να κρατήσει αιώνια αντί για μια βραδιά πρόσκαιρης ηδονής, το βασίλειο του μαστίγιου παρά έναν σκλάβο του. Αυτός που το μόνο που τον γοήτευε ήταν πληγώνει και να καταστρέφει κατέληξε να δημιουργεί. [σ. 145]

YukioMishima02Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. από τα ιαπωνικά: Παναγιώτης Ευαγγελίδης, σελ. 172, με επίμετρο του συγγραφέα, σημείωμα του μεταφραστή («Ο Γιούκιο Μισίμα και το θέατρο»), κείμενο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ («Για την Μαρκησία ντε Σαντ», από το βιβλίο της Μισίμα ή Το όραμα του κενού) και Δύο επιστολές του Μαρκήσιου ντε Σαντ [Yukio Mishima, Sado Kōshaku Fujin, 1969].

To βιβλίο εκδόθηκε με την ευκαιρία της παράστασης στην Αθήνα των θεατρικών ομάδων Αρ. Πρωτ. 217 και Ρέον τον Μάιο και Ιούνιο 2011 στο Θέατρο Σφενδόνη.

Η προαναφερθείσα βιογραφία θα παρουσιαστεί στην επόμενη ανάρτηση.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 118. Μαρία Πετρίτση

mariapetritsiΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η «Μιράντα, το τελευταίο μου μυθιστόρημα, είναι η ιστορία μιας παρέας τριαντάρηδων που ταξιδεύουν στον κόσμο και στον εσώτερο εαυτό τους προσπαθώντας να γνωρίσουν και να γνωριστούν, να αναγνωρίσουν και να αναγνωριστούν. Κυρίως όμως, να ζήσουν.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το «Λέμον» (Εμπειρία Εκδοτική) είναι μια συλλογή παράδοξων διηγημάτων. Και λέω παράδοξων επειδή ο σκοπός του κάθε διηγήματος δεν είναι να καλλωπίσει και να ολοκληρώσει αλλά να κατορθώσει να ανατρέψει τελικά τις εικόνες που με πολύ κόπο χτίστηκαν κατά την εξέλιξη της πλοκής. Το «Όλα λάθος» (Κέδρος) – μυθιστόρημα – είναι ένα οδοιπορικό στη σκληροτράχηλη ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’80, ειδωμένη μέσα από τα μάτια κάποιων ανθρώπων που τα πράγματα θα ήθελαν από όλα λάθος να τα κάνουν όλα σωστά. Η «Μιράντα» (Κέδρος) – μυθιστόρημα – είναι μια εκδρομή στον κόσμο που μας περιβάλλει και στον κόσμο που κρύβει ο καθένας μέσα του. Είναι επίσης η περιγραφή μιας πρόκλησης που αργά ή γρήγορα περιμένει τον καθένα από μας, είτε λειτουργεί μέσα στο προστατευτικό κουκούλι μιας φιλικής παρέας, είτε στο πλαίσιο της οικογένειάς του, είτε εκεί έξω, σε αυτό το μεγάλο και αδυσώπητο πράγμα που ονομάζεται κοινωνία.

COVER_lemonΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Προτιμώ πάντα να γράφω απομονωμένη, ήσυχη, απερίσπαστη. Αυτό είναι εφικτό μόνο όταν κλείνω την πόρτα του γραφείου μου και στο οπτικό πεδίο μου υπάρχει μόνο η οθόνη του υπολογιστή μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες των βιβλίων μου ζουν διαρκώς μαζί μου και αυτό μου φαίνεται απολύτως φυσικό. Ακούγεται βέβαια κλισέ, παρόλα αυτά για όσο διάστημα δέχονται να μου διηγούνται τις ιστορίες τους και μου επιτρέπουν να κάθομαι να τις γράφω, κοιμόμαστε και ξυπνάμε μαζί, πηγαίνουμε στο σούπερ μάρκετ, μαγειρεύουμε, τρώμε και πίνουμε, διασκεδάζουμε, στεναχωριόμαστε. Μου έχει συμβεί να σηκωθώ από το τραπέζι όπου κάθομαι με τους φίλους μου και να τρέξω σπίτι για να γράψω αυτό που μου ψιθύρισε ένας ήρωας και δεν έπρεπε να ξεχαστεί. Ευτυχώς οι οικείοι μου καταλαβαίνουν. Όταν ολοκληρωθεί ένα βιβλίο, αφήνω τους ήρωές μου στην ησυχία τους κι εκείνοι με αφήνουν στη δική μου.

COVER1ola-lathosΠοιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν παγιδεύω τις ιδέες μου, μου είναι αδύνατον. Δεν έχω αυστηρή και απαραβίαστη μέθοδο συγγραφής. Δεν βαδίζω βάσει προσχεδιασμένης δομής που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια από το σημείο εκκίνησης της ιστορίας μέχρι το σημείο λήξης. Όταν θελήσει κάποιος ήρωας να μου πει κάτι, έρχεται απλώς και μου το λέει βάζοντας στα δάχτυλά μου τις λέξεις που θέλει να περιγράψουν την ιστορία του. Γράφω πάντα όταν ο ήρωάς μου με αφήσει να τον «δω» ή όταν αποφασίσει πως είναι ώρα να μου «μιλήσει». Με το που θα καθίσω μπροστά στην οθόνη ο υπολογιστής γίνεται ένα μέσον επικοινωνίας, ένας δίαυλος, που μου επιτρέπει να μεταφέρω όσα κάποιοι άλλοι μου υπαγορεύουν. Τα πρώτα μου διηγήματα, οφείλω πάντως να ομολογήσω, τα έγραψα με στυλό πάνω σε κάτι άχαρες κόλλες χαρτί από ένα σχολικό μπλοκ που είχε παραπετάξει η κόρη μου ένα καλοκαίρι. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

MIRANTA EX.Γράφω πάντοτε σε απόλυτη σιωπή και πλήρως απομονωμένη. Ένα τραγούδι μπορεί ενίοτε να συνοδεύσει κάποια σκηνή βιβλίου μου, για έναν συγκεκριμένο λόγο, ποτέ αυτά τα δυο δεν γίνεται όμως να συμβούν ταυτόχρονα. Κατά τ’ άλλα, προτιμώ συνήθως να γράφω με το φως της μέρας, μιας και θεωρώ πως το τεχνητό φως παραμορφώνει κάπως τα πρόσωπα των ηρώων που έχω ανάγκη να κοιτάζω. Γενικότερα απολαμβάνω εξίσου τα ροκ κομμάτια της νιότης μου με τους ηλεκτρονικούς ήχους άλλων καλλιτεχνών που γνώρισα αργότερα, τα παλιά ρεμπέτικα και τη Ρίτα Σακελλαρίου.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας, στην Κέρκυρα. Κατόπιν συνέχισα τις μεταπτυχιακές σπουδές μου πάνω στο ίδιο αντικείμενο στο πανεπιστήμιο της Μονς, στο Βέλγιο. Ήταν ένα από τα ελάχιστα τμήματα που είχαν τα ελληνικά ως γλώσσα διδασκαλίας εκείνη την εποχή. Πριν βγω στην αγορά εργασίας ήθελα να ασχοληθώ αποκλειστικά με τη λογοτεχνική μετάφραση και μάλιστα όχι σε υπολογιστή: σχεδίαζα να μεταφράζω επαγγελματικά χρησιμοποιώντας μια παμπάλαια γραφομηχανή μάρκας Maritsa. Βγαίνοντας στον πραγματικό κόσμο, λίγο αργότερα, κατάλαβα πως το σχέδιό μου δεν θα λειτουργούσε εύκολα κι έτσι αποφάσισα να ακολουθήσω την πεπατημένη. Εργάζομαι σε μια υπηρεσία εκδόσεων που μου επιτρέπει να βιοπορίζομαι, και βρίσκω τον εαυτό μου όταν κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή και περιγράφω ιστορίες των φανταστικών ανθρώπων που μου μιλάνε με φωνές συχνά πιο πραγματικές κι από τις πραγματικές φωνές που ακούω γύρω μου..

36_pasolini_lΓράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ουδέποτε το αποτόλμησα. Η ποίηση είναι άλλο επάγγελμα. Θα ντρεπόμουν.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω τον Μπωντλαίρ. Θα μου άρεσε να υπήρχε ένας τρόπος να στέκομαι πίσω από την πλάτη του την ώρα που γράφει τα Άνθη του Κακού και να περιγράφω με οδυνηρές λεπτομέρειες την όλη διαδικασία.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω το καινούριο μου μυθιστόρημα, με τίτλο «Ο θάνατος του Τσε», ή κάπως έτσι, που αναμένεται, αν όλα πάνε καλά, να κυκλοφορήσει το 2014, μιας και το μυθιστόρημα του 2013 είναι έτοιμο και βρίσκεται ήδη στα χέρια των επιμελητών του Κέδρου. Σκοπεύουμε να το βγάλουμε στα ράφια γύρω στο φθινόπωρο. Ο τίτλος του είναι «Το τρακ» και, κατά κάποιο τρόπο, κλείνει ως τριλογία το «Όλα λάθος» και τη «Μιράντα» ολοκληρώνοντας έναν κύκλο.

Περί ανάγνωσης

amnotΑγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Κώστας Ουράνης που έγραψε τα ποιήματα που με ξύπνησαν. Ο Μαρσέλ Προυστ που με έκανε να χάσω την αίσθηση του χρόνου. Ο Οβίδιος, ο Εμπειρίκος, ο Ραπτόπουλος, ο Καζαντζάκης, ο Παζολίνι, ο Έρμαν Έσσε, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Τσαρούχης, η Αμελί Νοτόμπ, ο Κουμανταρέας, η Έμιλυ Ντίκινσον, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο Όμηρος, οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς που πετυχαίνω σε λογοτεχνικά περιοδικά, οι αγαπημένοι μου μπλόγκερς στο διαδίκτυο, κι ένας σωρός άλλοι. Ποιητές, συγγραφείς, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, παλιοί ή καινούριοι στο βιογραφικό, για μένα δεν διαφέρουν και πολύ. Όσο παλιό και να είναι ένα έργο, όποιο χέρι και να το έχει γράψει, εφόσον διαβάζεται και αρέσει μέχρι σήμερα, παραμένει σύγχρονο και το απολαμβάνω.

sarah_kaneΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Ξένος. Η Ιστορία του Ματιού. Φάννυ και Αλέξανδρος. Τα ποιήματα του Παζολίνι. Το κιβώτιο. Η εποχή των καφέδων. Η Λούλα. Η περσινή αρραβωνιαστικιά. Η μητρική γλώσσα. Τα χίλια δέντρα. Το Αντιλεξικόν. Τα Άνθη του Κακού. Φοβάμαι πως θα χρειαστούν σελίδες επί σελίδων αν συνεχίσω να απαριθμώ τα βιβλία που αγαπάω και στο τέλος όλο και κάποιο θα ξεχάσω, δυστυχώς…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Της Σάρα Κέην, του Νόλλα, του Χουλιαρά, του Αλεξάκη, του Καρκαβίτσα, του Ροΐδη, του Σκαρίμπα, του Μηλιώνη, του Χατζή, της Αξιώτη, κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Λένα Κιτσοπούλου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Εκείνος που κάνει κατάληψη στο μυαλό μου από το βιβλίο που διαβάζω κάθε φορά και καταφέρνει να με συναρπάσει.

hesseΑγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο Πόρφυρας, το Πλανόδιον, ο Μανδραγόρας, τα (δε)κατα, το ΤΕΦΛΟΝ, κάποια ένθετα εφημερίδων που εκτιμώ, κάποια διαδικτυακά περιοδικά επίσης. Τα προτιμώ επειδή μου μαθαίνουν καινούριους ή μου υπενθυμίζουν παλιότερους συγγραφείς, και έχουν πάντα κάτι άξιο να προτείνουν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το καινούριο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη, «Ο γιος του δασκάλου».

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις καλύτερες λογοτεχνικές κριτικές και παρουσιάσεις που έχω διαβάσει τελευταία τις έχω πετύχει στο διαδίκτυο. Ανάμεσα στα δύο, θα έλεγα πως μια παρουσίαση με ενδιαφέρει πιο πολύ επειδή μου αφήνει περισσότερο χώρο για προσωπικές εκτιμήσεις και άρα σαφώς μεγαλύτερη ελευθερία.

emilypoem_originalΘα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Λεωφορείο του ΚΤΕΛ, γύρω στο 1990, διαδρομή Αθήνα – Κέρκυρα. Ήμουν φοιτήτρια, ταξίδευα μόνη μου επί ώρες ατελείωτες και ευχόμουν το ταξίδι να μην τελειώσει ποτέ, μιας και διάβαζα για πρώτη φορά Ζυράννα Ζατέλη. Έκτοτε η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» αποτελεί μια από τις καλύτερες αναμνήσεις της ζωής μου από τις στιγμές που έκανα παρέα με ένα βιβλίο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Το «Θεώρημα» του Παζολίνι είναι η ταινία της ζωής μου, αν μπορώ να το θέσω έτσι απλά. Όσες φορές και να το έχω δει, δεν κατάφερα ποτέ να απομονώσω μία σκηνή ως πιο αδύναμη ή λιγότερο ενδιαφέρουσα από όλες τις άλλες.

1364647022189 Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Άνοιξα το ιστολόγιό μου – για την ακρίβεια ένας φίλος το άνοιξε, με την προοπτική να γράφουμε εκεί τρεις καρδιακοί φίλοι, εξ ου και το όνομά του, παρόλα αυτά στο τέλος κατέληξα να το συντηρώ μόνη – το 2008. Έκτοτε νομίζω πως δεν πέρασε ούτε μία μέρα που να μην επισκεφθώ ιστολόγια φίλων ή ανθρώπων που εκτιμώ και άλλων που ανακαλύπτω καθ’ οδόν χάρη σε αυτή την πλατφόρμα. Το ενημερώνω τακτικά με αναρτήσεις κάθε είδους, ενίοτε και προδημοσιεύσεις ή αναδημοσιεύσεις κειμένων μου που από εφημερίδες, περιοδικά ή και βιβλία. http://www.thethreewishes.wordpress.com

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μου φαίνεται τόσο παράδοξη αυτή η ερώτηση που, ειλικρινά, δεν τολμώ καν να απαντήσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν με απογοητεύσατε στο παραμικρό. Αντιθέτως, σας ευχαριστώ για όλα!

Στις εικόνες: Pier Paolo Pasolini, Amelie Nothomb, Sarah Kane, Herman Hesse, Emily Dickinson.