Φρέαρ, τεύχος 9 (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2014)

9

Πρόκειται για μεγάλη παρεξήγηση. Κατ’ αρχάς, οι λεγόμενοι «πνευματικοί άνθρωποι» έχουν ακριβώς τις ίδιες υποχρεώσεις που έχουν όλοι οι υπόλοιποι. Εξάλλου θα ήταν λάθος να πιστεύει κανείς ότι οι διανοούμενοι μπορούν να έχουν γνώμη για όλα τα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, όσο μεγάλη κι αν είναι η σοφία τους. Επίσης κάποιοι από τους σημαντικότερους συγγραφείς του Εικοστού αιώνα υπήρξαν φασίστες, ναζιστές, σταλινιστές. Ο Πιραντέλο είχε στείλει τηλεγράφημα συμπαράστασης στο Μουσολίνι μετά τη δολοφονία του σοσιαλιστή βουλευτή Τζάκομο Ματεότι, ο οποίος προσπαθούσε να σταματήσει τη βία και την τρομοκρατία του ανερχόμενου φασιστικού κόμματος. Παρ’ όλα αυτά, τον Πιραντέλο τον αγαπάμε, κατανοούμε τους λόγους για τους οποίους συμπαραστάθηκε στο Μουσολίνι, όμως κατά πάσα βεβαιότητα η παραδουλεύτρα του κατανοούσε την πολιτική καλύτερα από αυτόν…

…λέει ο Κλαούντιο Μάγκρις στον συνομιλητή του Μαουρίτσιο ντε Ρόζα, στην κρίσιμη ερώτηση σχετικά με την σιωπή του πνευματικού κόσμου στην ελληνική κρίση. Σε αυτή την στην αποκλειστική συνέντευξη για το ένατο τεύχος του περιοδικού αναπόφευκτα η πρώτη ερώτηση προς τον κατεξοχήν συγγραφέα της ευρωπαϊκής συνείδησης αφορά την Ευρώπη: τι είναι λοιπόν η Ευρώπη; Η απάντηση δεν είναι εύκολη ούτε για τον ίδιο τον Μάγκρις. Εάν λέγοντας Ευρώπη εννοούμε έναν πολιτισμό, μια κοσμοθεωρία, μια ταυτότητα, είναι δύσκολο και ανούσιο να το συζητάμε Εμείς είμαστε αυτή η ταυτότητα και μπορούμε να νιώθουμε σαν στο σπίτι μας. …. Από τις απαρχές της η Ευρώπη, αντίθετα με άλλους πολιτισμούς, δεν ενδιαφέρθηκε για το όλον (το Κράτος, την Πολιτική, τη Φιλοσοφία, τη Θρησκεία) αλλά για το άτομο, τονίζοντας την παγκόσμια αξία κάποιων αναφαίρετων δικαιωμάτων. Από τη δημοκρατία στην Αρχαία Ελλάδα μέχρι τη στωική φιλοσοφία και την έννοια του ατόμου στον Χριστιανισμό, από το ρωμαϊκό δίκαιο μέχρι τον Ουμανισμό, όπου το άτομο γίνεται «μέτρο των πάντων», από τον φιλελευθερισμό μέχρι τον σοσιαλισμό, στο κέντρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού βρίσκεται το άτομο, το οποίο η λογοτεχνία και η τέχνη περιγράφουν στην ανεπανάληπτη και ανεξάντλητη πολυπλοκότητά του, και που σύμφωνα τον Καντ πρέπει πάντα να είναι ο σκοπός και ποτέ το μέσο.

magris_claudio_ credit_ carles mercader

Λίγο πιο κάτω, οι Θέσεις για τη φτωχή πίστη αποτελούν ένα ιδιαίτερο, εκτενές κείμενο του Ρώσου θεωρητικού της λογοτεχνίας, φιλόσοφου και δοκιμιογράφου Μιχαήλ Επστέιν, που γράφτηκε ειδικά για το Φρέαρ σε δυο μέρη. Στο πρώτο από τα 38 αριθμημένα κομμάτια διατυπώνεται η σημασία του όρου: Η φτωχή πίστη είναι μια πίστη χωρίς θρησκεία, χωρίς ναούς, δόγματα και τελετές. Είναι μια ευθεία απεύθυνση προς τον Θεό, εδώ και τώρα, ενώπιος ενωπίω. Σύμφωνα με την σχετική σκέψη, η πίστη πρέπει να διακρίνεται απ’ τη θρησκεία. Όταν η πίστη καλύπτεται από θεσμούς, δόγματα και παραδόσεις γίνεται θρησκεία. Όταν όμως η θρησκεία απελευθερώνεται απ’ το βάρος των παραδόσεων, ξανασυνδέεται με την πίστη. Η ιδέα της «φτωχής πίστης» γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μπορεί να συγκριθεί με το δημοφιλές τότε «φτωχό θέατρο» του Πολωνού σκηνοθέτη Γιέρζυ Γκροτόφσκι. Σ’ εκείνο το θέατρο δεν υπήρχαν ούτε σκηνές ούτε σκηνικά ούτε κοστούμια – οι ηθοποιοί ζούσαν απλώς στα όρια της ειλικρινούς αυτοέκφρασης και παρέσυραν σ’ αυτήν τους θεατές. Δεν μετενσαρκώνονταν, αλλά κατά κάποιο τρόπο αποσαρκώνονταν. [Εισαγωγή – Μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας].

Μαρία Γιαννακάκη

Η δεύτερη συνομιλία του τεύχους γίνεται με μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, τον ποιητή, κριτικό, δοκιμιογράφο Ρόμπερτ Πίνσκυ. Ένα άλλο ενδιαφέρον δοκίμιο αφορά την «Παρακμή και τον μυστικισμό ρεαλισμό», δια χειρός Νικολάι Μπερντιάγεφ [Μετάφραση από τα αγγλικά: Θοδωρής Σταμάτης, αντιπαραβολή με το ρωσικό πρωτότυπο: Γιώργος Πινακούλας] ενώ ο Λόγος Αντίστασης. Ενεργείᾳ με τον Howard Caygill του Γιώργου Τσαγδή αποτελεί ένα κείμενο που διαρθρώνεται γύρω από μια συνέντευξη με τον καθηγητή άλλο φιλοσοφίας H.C. Ο Λάκης Παπαστάθης γράφει για τον Δημήτρη Καταλειφό στον Θεόφιλο το 1987, ποιήματα καταθέτουν οι Μάρκος Μέσκος, Γιώργος Μαρκόπουλος, Γιολάντα Πέγκλη, Λουίς Αντόνιο ντε Βιγένα, Κλαίτη Σωτηριάδου, Παναγιώτης Ράμμης, Κατερίνα Κούσουλα κ.ά., διήγημα η Μαρία Κουγιουμτζή κ.ά. Στους Αβυθομέτρητους καιρούς ο Μαριάνος Καράσης αναζητά την έννοια της δικαιοσύνης, ο Διονυσης Κ. Μαγκλιβερας γράφει για την κοινωνία στην εποχή των μνημονιων, ο Θανασης Θ. Νιαρχος συνεχίζει να ξεφυλλίζει σελίδες του ημερολογίου του, ο Γιώργος Βέης τα ταξιδιωτικά του κείμενα, ο Μιχάλης Μακρόπουλος επιχειρεί ένα σύντομο ταξίδι στην αμερικανική λογοτεχνία, οι Γιώργος Κεντρωτής και Νατασα Κεσμέτη καταθέτουν τα πάντα πυκνά τους κείμενα.

Berdyaev

Διανοούμενοι λοιπόν, λέει ο Μάγκρις, δεν είναι μονάχα όσοι ασχολούνται με την Τέχνη. Διανοούμενοι είναι όλοι όσοι έχουν κριτική σκέψη, όσοι είναι ικανοί να κοιτάζουν τον εαυτό τους μέσα στην κοινωνία που τους περιβάλλει, είτε γράφουν βιβλία είτε πουλάνε παπούτσια. Με άλλα λόγια διανοούμενοι μπορούν να είναι και όσοι ασχολούνται με το δίκιο, στελέχη επιχειρήσεων κτλ. Με αυτή την έννοια ένας συγγραφέας πολύ απασχολημένος με την εκδοτική βιομηχανία, με την παραγωγή και την προώθηση των βιβλίων του, δεν είναι πολύ διαφορετικός από τους εργάτες στην ταινία Μοντέρνοι καιροί του Τσάρλι Τσάπλιν.

Το τεύχος κοσμείται με σχέδια και εξώφυλλο της Μαρίας Γιαννακάκη. Στις εικόνες: Claudio Magris, έργο της Μαρίας Γιαννακάκη, Nikolai Berdyaev.

Αγουστίν Γκαρσία Κάλβο – Περί Θεού

Print

Ο Αγουστίν Γκαρθία Κάλβο [Θαμόρα, Καστίλλη, 1926 – 2012] θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Επίκεντρο του έργου του είναι η έκθεση της γελοιότητας της Πίστης στο Χρήμα και το Μέλλον, η αντίθεση στο Κράτος και το Κεφάλαιο, η αποκάλυψη του ψέματος της Πραγματικότητας και η ανάδειξη της ζωντανής κοινότητας και του κοινού λόγου. Έγραψε ακόμα πολιτικά δοκίμια, ποίηση και θέατρο και μετέφρασε μείζονα έργα της αρχαιοελληνικής και λατινικής γραμματείας. Εργάστηκε ως πανεπιστημιακός καθηγητής διαφόρων φιλολογικών ειδικοτήτων σε πανεπιστήμια της φρανκικής Ισπανίας και εκδιώχθηκε από την έδρα του λόγω της συνεισφοράς του στον σχηματισμό του κινήματος των acratas και της συμμετοχής του στις κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου. Με τον θάνατο του Φράνκο επέστρεψε στην Μαδρίτη και στην εργασία του και συνέχισε να συμμετέχει ενεργά στις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής, ενώ από το 1997 διηύθυνε την εβδομαδιαία Πολιτική Συζήτηση (Tertulia politica) του Πολιτιστικού Κέντρου (Ateneo) του δήμου της Μαδρίτης, η οποία τώρα φέρει το όνομά του.

Το Περί Θεού έργο του, πυκνό και αποκαλυψιακό στην σκέψη, αναλυτικό και θυελλώδες στην γραφή, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ό,τι μας έχει απομείνει από λογική και συναίσθημα για να μιλήσει ενάντια στην Πίστη, το θεμέλιο της Εξουσίας και της Πραγματικότητας. Η κατασκευή του κειμένου μοιάζει να γίνεται ακριβώς μπροστά μας: ο ένας συλλογισμός ακολουθεί τον άλλον, η μια πρόταση εκχέεται στην επόμενη, οι επαγωγικές σκέψεις ξεδιπλώνονται σε πλήρη αλληλουχία. Έτσι τα οκτώ κεφάλαια που έχουν ειδική αρίθμηση (π.χ. 1.1) και εκτενή τίτλο, γραμμένο με κεφαλαία, χωρίζονται σε υποκεφάλαια με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (π.χ. 1.1.6), τα οποία συχνά μάλιστα τεμαχίζονται σε παραγράφους (χωρίς απαραίτητα να υπάρχει μια νέα πρόταση ή κάποια θεματική μεταβολή) και ορισμένα εξ αυτών έχουν ειδικότερα μέρη με μικρότερα γράμματα, ακριβώς για να ακολουθεί κανείς βήμα βήμα τις αδιανόητες και ταυτόχρονα εφιαλτικά λογικές αλληλουχίες της λαβυρινθώδους σκέψης του.

1351797645532

Καθώς κοιτούσα μέσα στον κόσμο που με περιέβαλλε τα πραγματικά πρόσωπα με τα οποία ο Θεός εμφανιζόταν, σκεφτόμουν σε τι χρησίμευε ο Θεός κι αυτό που συναντούσα / κι αυτό που συναντούσα, ξανά και ξανά, ήταν ο καθαγιασμένος φόβος, η δικαιολόγηση του θανάτου, της ενοχής και της τιμωρίας, τα δεσμά για σώματα ή συνειδήσεις, ο σχηματισμός άτακτων μαζών εργαζόμενους για το τίποτε, το ξεπούλημα της ζωής για το Μέλλον….αρχίζει ο συγγραφέας, προχωρώντας στην διαπίστωση πως και οι αλλαγές των προσώπων του Θεού και των ονομάτων Του δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από το να του φανερώνουν τη διατήρηση του Νόμου Του, της Εξουσίας Του και της Διολιότητάς Του, ενώ συνέχιζε να κυριαρχεί η υποταγή στον Κύριο με αντάλλαγμα την υπόσχεση της αθανασίας της ατομικής ψυχής και εντέλει όλες οι αθλιότητες και τα ψέματα στα οποία βασιζόταν ο Θεός και που Του επέτρεπαν να συνεχίζει να επιτελεί την εργασία Του, τη διαχείριση του Θανάτου.

«Ας πάψουμε να χρησιμοποιούμε τα ονόματα που έχει ιδιοποιηθεί η εξουσία»!. Ο συγγραφέας επιθυμεί να θυμίσει στους ανθρώπους ό, τι γενικά διδάσκει, σ’ αυτό τον πόλεμο του λαού με την Εξουσία, η κοινή λογική: όταν η Εξουσία οικειοποιείται ένα όνομα και το χρησιμοποιεί κατηγορηματικά για τους σκοπούς της, το πιο υγιές που μπορεί να κάνει ο κόσμος είναι ν’ αρνηθεί αυτό το όνομα και να το παραχωρήσει ήσυχα στον Αφέντη· και δεν είναι ανάγκη να μένουμε προσκολλημένοι σε κανένα όνομα, για τον ίδιο λόγο που δεν μας είναι αναγκαία καμιά Πίστη. Υπάρχουν βέβαια και η σοφοί που προσπαθούσαν να χρησιμοποιούν αλλιώς αυτό το όνομα, αντιστρέφοντας το νόημά του, καθώς η γλώσσα είναι το μόνο ανθρώπινο όργανο που ξεγλιστρά από την Εξουσία (που ούτε καν την γνωρίζει) και από το Χρήμα (αφού η γλώσσα δίνεται σε όλους δωρεάν). Μέσα σ’ αυτή την αντίφαση γίνεται λόγος για τον Θεό σε ένα βιβλίο…

Apotegmas sobre el marxismo primera portada

Ποια είναι λοιπόν τα μείζονα πράγματα που λέει ο κόσμος περί Θεού; «Δεν υπάρχει Θεός», «Ό,τι υπάρχει είναι Θεός», «Ο Θεός υπάρχει». Ποιος όμως επινόησε το ρήμα υπάρχω [existir]; Πρόκειται για λέξη που δεν πήγαζε ούτε θα μπορούσε ποτέ να πηγάζει από τον λαό, αλλά κατασκευάστηκε στα γραφεία των φιλοσόφων και του ιερατείου, που υπηρετεί τον Αφέντη. Ο κίνδυνος επιτυχίας αυτού του τεχνάσματος είναι φοβερός, γιατί, είτε απλώς θέτεις το ζήτημα είτε το απαντάς, είναι το ίδιο. Σε κάθε περίπτωση παρουσιάζεις και θεμελιώνεις τον Θεό στο πρώτο μέρος της πρότασης, και είναι μάταιο ό,τι κι αν κάνεις στο δεύτερο. Φυσικά, ο Θεός υπάρχει: πώς να μην υπάρχει, εφόσον εξαρχής θέτω το ζήτημα της ύπαρξής του; Κι αν προσθέσω το «δεν υπάρχει», αυτό είναι καθαρή αντίφαση, γιατί, αν δεν υπάρχει, πώς γίνεται να έχω αρχίσει να τον αναφέρω, σαν να ήταν ένα πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος;

Η διερεύνηση της αντίφασης πάνω στην οποία θεμελιώνονται το «υπάρχω» και η «πραγματικότητα» είναι αναπόφευκτη και ο συγγραφέας εδώ προσεγγίζει την έννοια της «πραγματικότητας», που θα αποτελέσει θεμελιώδες σημείο στην σκέψη του. Η ικανότητα εξαπάτησης του εν λόγω Ρήματος, που επιβλήθηκε από την γραφή και την θεολογία σε όλες τις γλώσσες της κυρίαρχης Κουλτούρας, ήταν ότι προσπαθούσε από την μια να διατηρήσει ζωντανή την ισχύ του «υπάρχει», την ένδειξη παρουσίας μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, και την ίδια στιγμή να προσποιείται ότι είναι ένα ρήμα με το σημαινόμενό του, έτσι ώστε όταν λέγεται ότι κάτι έχει ύπαρξη, να φαίνεται ότι του αποδίδεται κάποιο Κατηγόρημα, που δηλώνει γι’ αυτό κάποιο πράγμα. Πρόκειται δηλαδή δυο αντιφατικά και αταίριαστα νοήματα· για παράδειγμα, το «υπάρχει χρόνος» είναι άλλο από το «ο Χρόνος υπάρχει».

tripa_5908_UIMP_LL.indd

Και κάπου εδώ ο Κάλβο προβαίνει στην ευφυέστατη σύνδεση με το χρήμα, που προκύπτει σχεδόν αυτονόητα μέσα από το ξετύλιγμα του λαβυρινθώδους μίτου της σκέψης του. Αν ο Θεός, όπως διδάσκει η θεολογία, είναι το πιο πραγματικό από τα όντα, συνεπώς πρέπει να βρούμε ποια είναι τα πλέον πραγματικά πράγματα και εύκολα διαπιστώνουμε ότι το Χρήμα εκπληρώνει τις πιο αυστηρές προϋποθέσεις ώστε να το αναγνωρίζουμε ως το πρόσωπο του Θεού ή ως την κυριότερη επιφάνειά Του ανάμεσά μας: είναι ασφαλώς το πράγμα τα το οποίο μιλάμε περισσότερο.

Η παρουσία Του και η λειτουργία Του Θεού στον κόσμο πρέπει να συνίσταται στην Πίστη που Του αποδίδεται, η οποία στην περίπτωση του Χρήματος ονομάζεται Πίστωση, αντικείμενο της οποίας είναι το Μέλλον, δηλαδή η Ελπίδα. Βρίσκεται, παντού εγγενής η αναμεμειγμένος μέσα στην καθημερινή ζωή, όπως και το χρήμα. Ο μονογενής υιός του είναι ο Άνθρωπος, τουτέστιν το Ιδιωτικό Άτομο που θριαμβεύει στην εποχή μας, ενώ ο Πατέρας του είναι ο Υπέρτατος Κριτής, ο οποίος προσδίδει μια μελλοντική αιώνια Δόξα σε όσους έχουν Πίστη, και καταδικάζει όσους έχασαν τη Πίστη του στην άβυσσο της εξαθλίωση – ίδια μοίρα περιμένει αντίστοιχα έχοντες και μη έχοντες. Και δεν χρειάζεται να αναφερθούμε περισσότερο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της λατρείας Του…

AGUSTIN GARCIA CALVO

Οι καθεδρικοί των μητροπολιτικών Υποκαταστημάτων, οι Τραπεζικές τελετουργίες που γίνονται, οι ουρές των πιστών μπροστά στα εξομολογητήρια για τη Φορολογική Δήλωση ή τα παρεκκλήσια της είσπραξης Τόκων ή Συντάξεων, η άφεση χρεών του αμαρτήματος μέσω της προφορικής εξομολόγησης και της πρόθεσης για έμπρακτη επανόρθωση, οι ψαλμοί που υπόσχονται την Αιώνια Δόξα και ψάλλονται καθημερινώς από τα μεγάφωνα και τις τηλεοράσεις, οι σύνοδοι Κορυφής των θεολόγων και των επισκόπων προκειμένου να γεφυρώσει τις αντιθέσεις μεταξύ των Εκκλησιών ή Χρηματοπιστωτικών Εταιρειών…. [σ. 51]

Μπορεί κανείς άλλωστε να θυμηθεί την γνωστή εξίσωση ανάμεσα στη «λέξη» και το «νόμισμα». Άρα το κριτήριο για τον βαθμό πραγματικότητας ενός πράγματος συνίσταται στην ευκολία ανταλλαγής του με χρήμα. Όπως και με μια σοδειά με αγγουράκια ή σιτάρι: η πραγματικότητα της σοδειάς ως χρήμα είναι ασφαλισμένη, την ίδια στιγμή που καταλήγει να φθίνει έως την ασημαντότητα η πραγματικότητά της ως αγγουράκια ή σιτάρι, σε τέτοιο σημείο που μπορεί κανείς να πει χωρίς υπερβολές ότι είναι εγγυητικές επιστολές αυτό που φυτρώνει στη γη. Το Χρήμα είναι πλέον η πίστωση ή εγγύηση για κάθε μέλλον.

Garcia_Calvo_Agustin

Ακολουθεί η διερεύνηση του Φόβου και της Ελπίδας· ο τρόμος του Θεού και ο φόβος για το εγνωσμένο – Ωστόσο για το άγνωστο δεν ξέρουμε τίποτε (μια κοινοτοπία που ξεχνάμε συνεχώς), ξέρουμε μόνο τον φόβο του Μέλλοντος, ο οποίος βέβαια είναι γνωστός, και γι’ αυτό ακριβώς απειλητικός – οι φόβοι του θανάτου, ο φόβος να ζούμε και να υπάρχουμε, «κούφιοι φόβοι, φόβοι χωρίς περιεχόμενο που όμως κινούν τον κόσμο». Τι μπορεί να κάνει ο απλός άνθρωπος; Μα να γίνει άνδρας! Η Στρατιωτική Θητεία είναι το πρώτο βήμα, γιατί είναι βέβαιο ότι μόνον όποιος ξέρει να υπακούει μπορεί να διατάζει, κι έτσι γίνεσαι άνδρας υπομένοντας τους προπηλακισμούς, τις προσβολές και τις βρισιές του λοχία. Μετά γίνεσαι άνδρας αναγνωρίζοντας, στο στρατόπεδο και στους θαλάμους, ότι είσαι το ίδιο με τους άλλους.

Κατόπιν πρέπει να θέλεις να παντρευτείς, κοινώς να πουληθείς μέσω του γάμου σε κάποιον και να είσαι ιδιοκτησία του, και ύστερα σε περιμένει ένα άλλο κενό που χρειάζεται γέμισμα, αυτό της τακτοποίησης: πρέπει κανείς να φιλοδοξεί να κερδίσει μια θέση σ’ αυτό τον κόσμο, να αποκτήσει έναν τίτλο, ένα δίπλωμα ή άλλη απόδειξη υποταγής και πίστης στον Θεό· πρέπει ο καθένας να παίζει τον ρόλο του και να βρίσκεται στην θέση του. «Κι άλλα μέλλοντα»: σκαλοπάτια ανόδου, διαδοχικές προαγωγές, εμπορικές επεκτάσεις, επαγγελματικές βελτιώσεις, μέχρι την σύνταξη και  τα χιλιάδες πούλμαν συνταξιούχων που γυρίζουν τον κόσμο.  agustin-garcia-calvo

Ο Θεός είναι ένας και αρσενικός. Η αρσενικότητα του Θεού καταλήγει στην κατοχή των γυναικών. Η μετατροπή τους σε αντικείμενο ιδιοκτησίας αποτελεί θεμέλιο της ιστορίας, μια πρώτη μορφή χρήματος. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η λειτουργία του Θεού είναι διαχείριση του θανάτου, ο υποβιβασμός της ζωής σε κενό χρόνο και της ελεύθερης σκέψης σε ιδέες της Πραγματικότητας. Η χάρη όμως των γυναικών βρισκόταν στο γεγονός ότι ήταν ομολογουμένως έξυπνες και ευαίσθητες, και άρα, η υποταγή τους στον κύριο σήμαινε υποταγή του λόγου και του συναισθήματος στην Εξουσία.

Η Εξουσία σε οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις της, οι οποίες είναι όλες αντίγραφα αυτής του Παντοδύναμου Θεού, δεν μπορεί να βασιστεί σε τίποτε άλλο παρά μόνο στο ψέμα. Ο κοινός λόγος, που είναι ο λαός δεν μπορεί να κάνει τίποτα ενάντια στην Εξουσία αν δεν σπεύσει κατ’ αρχάς, ν’ ανακαλύψει το ψέμα της Πραγματικότητας πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η Εξουσία· να πει στον Θεό: ή ξέρεις τα πάντα και, άρα, ψεύδεσαι· ή λες και την αλήθεια και, άρα, δεν γνωρίζεις τα πάντα. Και, τι ειρωνεία, να δοκιμάσει μια τελευταία προσευχή:

adios_agustin_garcia_calvo

Εσύ, τον οποίο δεν γνωρίζω, σταμάτα σε παρακαλώ, να με γνωρίζεις. / Για ν’ απελευθερωθείς από το τόσο κακό που έχει γίνει στο όνομά σου, λησμόνησε το όνομά σου. / Ας χαθεί η Εξουσία σου και ας διαλυθεί η Θέλησή σου, οι άνθρωποι ας ζουν όπως μπορούν…/ Άσε ν’ αποκαλυφθεί η ματαιότητα του νόμου του θανάτου / Απελευθέρωσέ με από το Μέλλον και το Χρήμα, για να μπορέσουμε να ξαναγνωρίσουμε το καθημερινό ψωμί / Δεν σου ζητώ, τελικά, τίποτε: ποιος είμαι εγώ για να σου ζητώ οτιδήποτε; / Ποιος εσύ για να μου δώσεις; / Όλο αυτό ήταν μόνο για να γελάσουμε, για να γελάσεις εσύ./ Απελευθέρωσέ με εσύ από εμένα τον ίδιο, σε απελευθερώνω εγώ από το όνομά σου, Θεέ,/ κι εδώ σου δίνω την ελευθερία.

Εκδόσεις των συναδέλφων, 2014, μτφ. Κώστας Παναγιωτίδης, 347 σελ.