Αλεσσάντρο Μπαρίκκο – Ιστορία σαν παραμύθι

Ζωή σαν λογοτεχνία

Πόσο μαγεύτηκα από αυτό το μυθιστόρημα… Στο πρώτο μέρος («Ουβερτούρα») μπήκα στον κόσμο των πρώτων αγώνων αυτοκινήτου. Εκατό χιλιάδες άτομα μέσα στη νύχτα περνάνε από δρόμους άδειους και πατζούρια κλειστά και διακόσια είκοσι τέσσερα αυτοκίνητα μένουν ασάλευτα πάνω στο χορτάρι, τυλιγμένα σε μια ασαφή μυρωδιά γράσου και δόξας. Σε λίγες ώρες θα φτάσουν έως και εκατόν σαράντα χιλιόμετρα την ώρα, κλέβοντάς τα ακόμα και μέσα από χωματόδρομους γεμάτους λακκούβες. Μέχρι χθες, αν έστω και ένα ανηφόριζε τον αγροτικό δρόμο έτρεχαν με κομμένη την ανάσα μέσα από τα σταροχώραφα για να το δουν. Τώρα θα μπορούσαν να δουν 224. Θεατές και οδηγοί, ο καθένας ζούσε την δική του έκσταση. Τόσοι άνθρωποι παραταγμένοι από το θάμπωμα, υπνωτισμένοι από το θαύμα, αδιάφοροι για τον κίνδυνο από τα ανεξέλεγκτα θηρία, ακόμα και όταν άρχισαν τα δυστυχήματα, που περιγράφονται με τρόπο που μόνο η λογοτεχνία μπορεί όχι μόνο να αποδώσει αλλά και να παρηγορήσει. Κάποιος είδε την αιωνόβια οξιά να τρέχει καταπάνω του και κατέληξε σαν στίχος ποιητή γραμμένος με κιμωλία στον μαυροπίνακα με τις απώλειες.  Όταν τα πρώτα αυτοκίνητα κατέφθασαν στο Μπορντό οι χρονομέτρες μελετούσαν τους δείκτες των καντράν, απαγγέλλοντας την ποίηση περίπλοκων αριθμών που συμβόλιζαν τον χρόνο. Ως τότε αντιμετώπιζαν τα αυτοκίνητα ως υπερτροφικά κοσμήματα για άντρες, τώρα η δυνατότητα καταστροφής τους τρόμαξε, σαν την απρόβλεπτη δαγκωματιά ενός πιστού σκυλιού ή την «κακία» ενός μικρού παιδιού ή το δολερό γράμμα ενός εραστή.

Στο δεύτερο μέρος («Τα παιδικά χρόνια του Ούλτιμο») γνώρισα τον Ούλτιμο, αυτόν τον αξέχαστο λογοτεχνικό ήρωα. Ήταν επτά χρονών το 1904 όταν ο πατέρας του τον πήγε στον στάβλο με τις είκοσι επτά αγελάδες και του αποκάλυψε το μυστικό που έπρεπε να μείνει μεταξύ τους. Θα το έκανε «Γκαράζ Λίμπερο Πάρι» – το όνομά του, να επισκευάζει αυτοκίνητα. Ο Ούλτιμο ήταν ευτυχισμένος και μόνο που ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του και όταν στους αγώνες άκουσε το μουρμουρητό του μεταλλικού δαίμονα και είδε τον καθισμένο άντρα στητό μέσα στη σκόνη, αισθάνθηκε κάτι από το πεπρωμένο του – πόσο κλασικός Μπαρίκκο! Και μετά έμειναν μαζί να αφουγκράζονται τις απόμακρες νότες της μηχανικής συναυλίας μακριά και να μυρίζει κάτι που δεν ήταν της εξοχής και που έμαθαν και στις γυναίκες τους να αγαπούν. Η πάντα επιφυλακτική σύζυγος–μητέρα Φλοράνς μετέφρασε λέξη προς λέξη την γαλλική Μηχανική των Αυτοκινήτων και περίμεναν. Αλλά δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και σίγουρα δεν κατασκευάζονταν σε εκείνα τα μέρη, μόνο κάρα με ελατήρια για επισκευή, σόμπες και ρολόγια.

Ένα πεταλωτήριο αλόγων αντικατέστησε προς το παρόν το όνειρο και πέρασαν χρόνια χωρίς την πολυπόθητη σκόνη. Το μέλλον ήρθε με τα πόδια ένα βροχερό απόγευμα του 1911.  Ο κόμης Ντ’ Αμπρόζιο απόρησε ευθέως τι σόι βλακεία είναι να ανοίγει κανείς ένα γκαράζ μέσα στην λασπουριά και ο Λίμπερο του απάντησε «εμπιστευόμαστε απόλυτα τους βλάκες που μένουν χωρίς βενζίνη στα χωράφια». Σύντομα ο κόμης του κάνει μάθημα οδήγησης και ο Ούλτιμο βλέπει τον πατέρα του να επιταχύνει σα μικρό παιδί και αργότερα να πετάει πάνω από μια κορυφογραμμή, ακούγοντας το φτερούγισμα των τροχών που στροβιλίζονταν στον αέρα. Σύντομα η πρόταση του κόμη ήταν αδύνατο να απορριφθεί: είχε ανάγκη από έναν μηχανικό να τρέχει μαζί του. Το πρόβλημα ήταν να πειστεί η Φλοράνς και την ανέλαβε ο Κόμης – μια αφήγηση δέκα λεπτών ήταν αρκετή. Βγήκαν τρίτοι στο Τορίνο, όγδοοι στην Ανκόνα και αναπάντεχα πρώτοι στα σικελικά βουνά. Το δημοσίευμα για τους νικητές κολλήθηκε πάνω από το κρεβάτι του Ούλτιμο.

Όταν αργότερα ο γιος προσκλήθηκε στην θέση του συνοδηγού τα ξέχασε όλα γιατί το λευκό ζιγκ ζαγκ μέσα στο καταμεσήμερο έμοιαζε δώρο του Δημιουργού σχεδιασμένο μόνο για τα δικά του μάτια. Απορροφούσε την ορμητικότητα για να μεταμορφώσει την δική του ακινησία. Εκεί ένοιωθε πως είχε ήδη προδιαγραφεί μια ολάκερη ζωή. «Παράξενο, πως ο άνθρωπος είναι ήδη ο εαυτός του, προτού προφτάσει να γίνει». Με μια αντίστοιχη τρέλα ένας κύριος Γκαρντίνι νοίκιασε ένα υπόστεγο αεροσκαφών όπου έφτιαξε ένα αμάξι που ονόμασε Ίταλα και με το οποίο πατέρας και γιος ξεκίνησαν για τον δικό τους αγώνα.

«Εξήγησε πως κανείς δεν πρέπει να πιστεύει πως είναι μόνος, γιατί στον καθένα ζει το αίμα αυτών που τον γέννησαν, και είναι ένα πράμα που πάει πίσω, ίσαμε το λυκαυγές του κόσμου. Έτσι είμαστε μόνο η στροφή ενός ποταμού, που έρχεται από μακριά και δεν θα σταματήσει μετά από μας».  [σ. 78]

Ο κόμης δεν είχε σκεφτεί ότι θα τους έκανε κακό, μέχρι να καταλάβει ότι ήταν ολότελα αναπόφευκτο να τους κάνει κακό. Ήταν θέμα χρόνου η Φλοράνς να δει στην αιώνια κατευναστική ακινησία του τόπου της το εντυπωσιακό ζώο με την μηχανική καρδιά και να βγάλει μια κραυγή γιατί πάνω ήταν ο γιός της και δεν υπήρχε έδαφος κάτω από τα πόδια του κι αυτό ήταν πέταγμα κι εκείνη δεν του είχε διδάξει να πετάει. Και έσκυψε το κεφάλι της για να κοιτάξει το άπειρο που ανοιγόταν μέσα της, όπως κάνουν οι ενήλικοι όταν ξαφνικά δεν μπορούν πια να καταλάβουν. Ίσως ήταν η στιγμή για να μάθει αν οι πυρετικές νύχτες που πέρασε στα σκοτεινά αναπολώντας τα φιλιά του κόμη ήταν η τιμωρία για τις αμαρτίες της ή η αποζημίωση για το είχε βρει το θάρρος να ζήσει. Κάποια παιδιά καταφέρνουν να τρενάρουν την παιδική ηλικία ίσαμε τα δεκαπέντε αλλά του Ούλτιμο τελείωσε το 1912 όταν πήγε μόνος του στον κινηματογράφο και άγγιξε τον ώμο μιας γυναίκας που τον σαγήνευσε ως τα κατάβαθα και λίγο αργότερα μια φωνή τον πρόσταζε να γυρίσει σπίτι στην μάνα του για να μάθει πως το αυτοκίνητο του πατέρα του παλάβωσε, ρίχτηκε σ’ ένα πλατάνι και έπιασε φωτιά, ενώ εκείνος νοσηλευόταν με κάτι σπασμένο μέσα του.  Έφυγε με την μοτοσικλέτα του, σιγανό χτυποκάρδι στην απεραντοσύνη της εξοχής.

Στο τρίτο μέρος («Μνημόνιο του Καπορέτο») βρέθηκα με τον Ούλτιμο στο ιταλικό μέτωπο του 1917 και με την γραφή του Μπαρίκκο ακόμα και ο πόλεμος έχει την λογοτεχνία που του αξίζει. Η ζωή είχε επανέλθει στην πρωτόγονη απλότητα που οι επιζήσαντες έμελλε να την αναζητήσουν στην καθημερινή ζωής και στις ειρηνικές μέρες χωρίς ωστόσο να την βρίσκουν και τελικά την ανταλλάζουν με την στράτευση σε μια πολιτική ουτοπία που μετουσίωνε τις αναμνήσεις τους σε ιδεολογία και στρατιωτικοποιούσε την ειρήνη. Δεν έπαψαν να θυμούνται τα χαρακώματα, την «σωτήρια» εναλλαγή στην αμείλικτη απλωσιά του πεδίου μάχης, τα παραταγμένα στρατεύματα πάνω σε πληγές της γης, σε χωράφια ώριμα για θερισμό, με την αναπόφευκτη παραδοχή πως ο ανοιχτός χώρος γινόταν ξανά ο χώρος του θανάτου. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Ούλτιμο για λίγο γίνεται δευτερεύων ήρωας, αφήνοντας χώρο σε άλλους, συμπολεμιστές και προγόνους αυτών, στο πιο σκληρό κομμάτι του βιβλίου που όμως εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα ζωή του, καθορισμένη, τουλάχιστον ως προς την δική του συμβολή, από την προσπάθεια να δημιουργήσει μια δική του αρμονία μέσα στο χάος.

Με την «Ελιζαβέτα» το μυθιστόρημα απογειώνεται για άλλη μια φορά κι εγώ διαβάζω το ημερολόγιό αυτής της γυναίκας που εκδικείται τους άντρες μέσα από το σεξ – επειδή είμαι άσχημη στο πρόσωπο, γράφει, για τους άντρες είναι πιο εύκολο να εκδηλώσουν ευθέως την σεξουαλική επιθυμία, χωρίς να περάσουν από ποιητικά προκαταρκτικά. Και εκεί τους απογοητεύει… Όχι όμως τον Ούλτιμο, με τον οποίο απλώς μοιράζεται μια επιχείρηση: χάρη στη συμφωνία με μια εταιρεία πιάνων, γυρνάνε την ύπαιθρο της αμερικανικής Νέας Αγγλίας με ένα καμιονάκι και τρία τέσσερα αποσυναρμολογημένα πιάνα, στήνουν το μουσικό όργανο στα σπίτια για τρεις μήνες δωρεάν μαθημάτων και κατόπιν προσπαθούν να πείσουν στην αγορά του, με αντάλλαγμα άλλους τρεις μήνες μαθήματος σε συμβολική τιμή, ψευδόμενοι φυσικά για το ταλέντο των μαθητών – παιδιών. Αλλά επειδή «δεν υπάρχει τίποτα πιο καταθλιπτικό από αυτές τις διαδρομές στη μουσκεμένη από βροχή εξοχή», η Ελιζαβέτα γέννησε το σχέδιό της: να διαφθείρει όλες τις οικογένειες στις οποίες θα εργαστεί. Δεν είναι δύσκολο να διαφθείρεις μια οικογένεια. Οι οικογένειες όλες είναι διεφθαρμένες. Και είναι σαν φρούρια: έχουν πάντα ένα αδύναμο σημείο. Ακολουθεί ένα χρονικό των διαφθορών. Αλλά και πίσω στο φορτηγάκι, η δική της στιγμή είναι όταν αυνανίζεται δίπλα στον Ούλτιμο που κοιμάται ή κάνει ότι κοιμάται.

Όταν ρωτάει τον Ούλτιμο γιατί είναι τόσο θλιμμένος, της απαντά ότι δεν πρόκειται για θλίψη· είναι που ο κόσμος ζει χρόνια και χρόνια, όμως στην πραγματικότητα μόνο ένα μικρό μέρος εκείνων των χρόνων ζει στ’ αλήθεια, δηλαδή τα χρόνια που καταφέρνει να κάνει αυτά για τα οποία γεννήθηκε. Τότε, λοιπόν, είναι ευτυχισμένος. Ο υπόλοιπος χρόνος περνάει με προσμονή ή με αναμνήσεις. Δεν είναι θλιμμένος ο κόσμος που περιμένει, ούτε αυτός που αναπολεί.  Απλώς είναι μακριά. Και η Ελισαβέτα αναρωτιέται: εγώ για τι πράγμα έχω γεννηθεί άραγε; Πότε θα είμαι στ’ αλήθεια ζωντανή; Ή πότε υπήρξα; Όταν  αργότερα και μετά από πολλά ο Ούλτιμο την ρωτάει αν θέλει να δοκιμάσει να τον καταλάβει και εκείνη απαντά θετικά, της λέει να φανταστεί ένα αυτοκίνητο που τρέχει, να αφαιρέσει τον κόσμο, τα δέντρα και τις στροφές και να κρατήσει μόνο την καθαρή κίνηση που σκίζει τον χώρο και τον χρόνο, το χέρι του άντρα στο τιμόνι, να αυτοσχεδιάζει το χνάρι του δρόμου και να το απελευθερώνει. Τι ήταν όμως αυτό το ημερολόγιο της Ελιζαμπέτα; Είναι ο τρόπος της να επικοινωνεί έμμεσα μαζί του γνωρίζοντας πως αυτός θα το διαβάσει, κρύβοντας παράλληλα αυτό που κατά βάθος μπορεί να αισθάνεται; Πώς δεκαέξι χρόνια αργότερα γράφει «μα πώς μπορούσα να σκαρφίζομαι όλα εκείνα τα πράγματα»; Και η εξαφάνισή του Ούλτιμο, πάνω στην στιγμή που ο έρωτάς τους ήταν έτοιμος να βγει στην πράξη, είχε να κάνει με την πρότερη εγγραφή της, «ο Ούλτιμο εξαφανίστηκε»;

Είναι πια 1939 όταν η Ελιζαβέτα συναντιέται με τον πατέρα του Ούλτιμο που με ξύλινο πλέον πόδι οδηγεί ένα αναπηρικό καμιονάκι με φρούτα και εκείνος της επαναλαμβάνει την αλήθεια που κάποτε είχε αλλιώς εκφράσει ο Ούλτιμο: Ξέρετε, ο άνθρωπος ζει πολλά χρόνια αλλά στην πραγματικότητα είναι ζωντανός, μόνο όταν καταφέρνει να κάνει αυτό για το οποίο είχε έρθει στον κόσμο· πριν και μετά δεν κάνει από το να περιμένει ή να θυμάται. Εσείς είστε τόσο απόμακρη επειδή περιμένετε ή θυμάστε; Ήταν πάρα πολύ νωρίς για εκείνη, του λέει, και τώρα από το ύψωμα των σαράντα της χρόνων βλέπει τα σώματα που είχαν σαν παιχνίδια χωρίς οδηγίες, που κανείς από τους δυο τους δεν ήξερε να χρησιμοποιεί. Το δικό της το κουμαντάριζε μαστορικά στις σελίδες του ημερολογίου, όμως ήταν ένας τρόπος για να μην το χρησιμοποιεί την μέρα, με το φως του ήλιου. Και τελικά σπατάλησε πολύ χρόνο προτού γεννηθεί. Όχι, η Ελιζαβέτα θα ήθελε να τα πει αυτά στον πατέρα του αλλά δεν του λέει τίποτα.

Στα εξήντα επτά της η Ελιζαβέτα κοιτάζει κατά πρόσωπο τα παιδιά της και ξαφνικά δεν καταλαβαίνει πια γιατί έπρεπε εκείνη να ζει για την δική τους νιότη και όχι για την δική της. Πήγε να βρει τον Λίμπερο Πάρι αλλά είχε πεθάνει από αποπληξία στον πόλεμο – γνώρισε όμως επιτέλους την Φλοράνς, την μάνα του Ούλτιμο. Και εκείνη της παρέδωσε έναν φάκελο μεγάλο σαν χάρτη, με το σκίτσο μιας κυκλικής πίστας με δεκαοκτώ στροφές. Ο γραφικός του χαρακτήρας εξιστορούσε τον δρόμο σπιθαμή προς σπιθαμή – εκεί ήταν όλη του η ζωή. Στον επίλογο η Ελιζαβέτα έχοντας ήδη με μανία αναζητήσει την πίστα ανά τον κόσμο χωρίς να βιάζεται – ήταν πάντα ένας τρόπος να βρίσκεται με τον Ούλτιμο.  Χρόνια μετά πληροφορείται για μια μισοδιαλυμένη πίστα σε μια ελώδη πια περιοχή κάπου στην Αγγλία. Περπάτησε χωρίς να σηκώσει τα μάτια γιατί δεν ήθελε να χαλάσει την έκπληξη· ήξερε όμως ότι η γραμμή του ορίζοντα μπροστά της θα ήταν η ίδια που είχαν δει, χρόνια πριν, τα μάτια του Ούλτιμο. Ήταν σαν να διάβαζε ένα γράμμα γραμμένο σε μια γλώσσα που μόνο δυο πλάσματα γνώριζαν στον κόσμο. Εκεί μέσα δεν διάβαζε την ζωή του Ούλτιμο αλλά την ζούσε με τρελούς ρυθμούς, μέχρι την τελευταία στροφή, εκείνη που πάνω στο σχέδιο οριζόταν με μια μοναδική απλή λέξη: Ελισαβέτα.

Τέτοια μυθιστορήματα δεν γίνονται ταινίες – αλλά αν έπρεπε οπωσδήποτε κάποιος να το αναλάβει, μόνο ο Τζουζέπε Τορνατόρε θα μπορούσε να το κάνει να συμβεί. Προσωπική άποψη: αναμφισβήτητα το πιο σαγηνευτικό μυθιστόρημα του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο.

Εκδ. Πατάκη, μτφ. Άννα Παπασταύρου, 3η έκδ., 2008, δεύτερη εκτύπωση 2020, σελ. 366. Περιλαμβάνεται τετρασέλιδο με απολύτως απαραίτητες σημειώσεις της μεταφράστριας