Στο αίθριο του Πανδοχείου, 146. Κωσταντίνα Τασσοπούλου

tina by vasia(2)Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχόμενη να μην είναι το τελευταίο, απλώς να είναι το πιο πρόσφατο για τη στιγμή που μιλάμε, ήτοι Μάρτιος του 2014, σας παίρνω από το χέρι: το βιβλίο έχει ως τίτλο «ΣΤΑΓΟΝΕΣ» και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άπαρσις. Είναι μια συλλογή δεκατεσσάρων διηγημάτων γραμμένα από το 2008 έως το 2013, τα οποία είτε έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά, είτε βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, είτε και τα δυο. Είναι πολύ ιδιαίτερο βιβλίο για μένα, διότι συγκεντρώνει συναισθήματα και κόπο πολλών ετών, ιδρώτα σε σταγόνες που έπρεπε να απορροφήσει το χαρτί. Έπρεπε να νοικοκυρευτεί, να εκδοθεί για να μπορέσω να πάω στα επόμενα.

stagones_coverΘα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά;

Στην Αριθμούπολη – Εκδόσεις Καστανιώτη – 2004

Το πρώτο μου βιβλίο. Πάντα θα το ξεχωρίζω γι’ αυτό τον λόγο. Παιδικό. Αγαπημένο. Με αυτό ξεκίνησα. Με αυτό ξορκίζω τη δύσκολη σχέση μου με τους αριθμούς. Υποσυνείδητα αφιερωμένο στον μαθηματικό πατέρα μου.

 Τα Κοινόχρηστα – Εκδόσεις Καστανιώτη – 2008

Μυθιστόρημα. Πικρό. Ζωές ανθρώπων που ζούνε στην ίδια πολυκατοικία, αλλά όχι μαζί.

τα κοινόχρηστα Kidy και Φανούρης – Εκδόσεις OtherWise – 2010

Δυο παιδιά που τσακώνονται διαρκώς μέσα σε ένα κόμικ που μιλά για τις διαφορές ανάμεσα στο χωριό και στην πόλη, για τις διαφορές που συνθέτουν εμένα την ίδια, παρόλο που κάποιοι φίλοι μου βιάζονται να με ονομάσουν Kidy ξεχνώντας πως έχω και στοιχεία του Φανούρη.

Σιγά τ’ αυγά…κι είναι και κόκκινα – Εκδόσεις OtherWise – 2010

Ωδή στη μάνα που βάφει αυγά. Ωδή στο κόκκινο. Ωδή στην Άνοιξη, στην Ανάσταση, στη χαρά του να είσαι διαφορετικός, στο να κατανοείς τα μαθήματα ζωής που σου προσφέρουν τα προβλήματα, στο να μπορείς να ξετρυπώνεις τη χαρά οπουδήποτε.

 To Καλοκαίρι του Ευκλείδη – Εκδόσεις Οσελότος – 2011

Το χωριό μέσα μου σε μια νουβέλα εξηντατο καλοκαίρι του ευκλείδητεσσάρων σελίδων. Το καλοκαίρι της ανήλικης ζωής μου. Το καλοκαίρι κάθε παιδιού που πήγαινε στη γιαγιά και στον παππού από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο και που μετρούσε με φοβερή υπομονή κάθε του μπάνιο. Ή αλλιώς, η σκληρότητα των μεγάλων μέσα από τη γλύκα των παιδικών ματιών. Φοβόμουν όταν βγήκε πως, ίσως δεν το καταλάβουν τα σημερινά παιδιά που έχουν μνήμες διαφορετικές, που δεν έζησαν ίδια καλοκαίρια, όμως το καταλαβαίνουν. Αυτό σημαίνει πως η σκληρότητα των μεγάλων παραμένει. Λατρεμένο μου βιβλίο.

 όταν είναι Χριστούγεννα – Εκδόσεις Οσελότος – 2011

Πολύ μικρό βιβλίο με δικές μου λέξεις και ζωγραφιές. Ένας στόχος που είχα από παιδί: να δημιουργήσω ένα βιβλίο τοσοδούλικο, από αυτά που πωλούνται μπροστά στα ταμεία. Κυκλοφορεί στα ελληνικά, στα αγγλικά και στα ισπανικά. Υπέροχο συναίσθημα την ώρα που έβλεπα τις λέξεις μου να μεταφράζονται, να γίνονται άλλες παραμένοντας ίδιες.

 ΜαγεΌταν Είναι Χριστούγενναιρεύοντας μ’ ένα Ψάρι – Εκδόσεις Ίτανος – 2012

Οι γεύσεις μου, κυριολεκτικά. Τι μαγειρεύω, τι τρώω, τα φαγητά που κουβαλώ από πιρουνιά σε πιρουνιά, από γενιά σε γενιά. Το φαγητό πήγαινε και καθόταν σε κάθε μου διήγημα, δίχως να το προσπαθώ, γι’ αυτό αποφάσισα να το πετάξω σε μια κατσαρόλα και να βράσει. Έγινε μυθιστόρημα, αποτελούμενο από εικοσιπέντε συνταγές – εικοσιπέντε διηγήματα τα οποία αναγκάζεσαι να διαβάσεις προκειμένου να καταλάβεις πως εκτελείται η κάθε συνταγή.

Κατσαριδάγματα – Εκδόσεις Οσελότος – 2012

Όπως οι κατσαρίδες κρύβονται στους υπονόμους, έτσι και αυτό μου το παραμύθι κρύφτηκε μέσα στη συλλογή «τα παραμύθια του οσελότου» παρέα με παραμύθια άλλων. Μιλά για τον φόβο. Τον κυνηγά. Ακριβώς όπως εμείς οι άνθρωποι κυνηγούμε τις κατσαρίδες.

μαγειρεύοντας μ'ένα ψάρι,cover Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Στο καφενείο της γειτονιάς, στη δουλειά, περπατώντας…

 Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όλοι με ακολουθούν και σχεδόν όλους τους ακολούθησα εγώ. Μονάχα από κάποιους που βρίσκονται στον ουρανό δεν έχω νέα, αλλά αυτοί μαθαίνουν σίγουρα δικά μου. Με διαβάζουν.

Kidy & FanourisΠοιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Παγιδεύω τις ιδέες στη διαδρομή που κάνω με το μετρό. Είναι η ώρα που συνήθως δεν με διακόπτει κανείς. Είμαι μόνη μου με τον εαυτό μου. Παγιδεύω ιδέες την ώρα που πλένω πιάτα, που είμαι στο μπαλκόνι, που κάνω μπάνιο, που τρώω, ίσως και όταν μου μιλάει κάποιος. Σίγουρα όταν δεν κάνω απολύτως τίποτα και μόνο σκέφτομαι. Το πέρασμα από την ιδέα στην πράξη γίνεται στον φορητό μου υπολογιστή, πάνω στον καναπέ ή στο κρεβάτι. Έξω η νύχτα βαθαίνει και οι θόρυβοι ελαχιστοποιούνται για να ακούγεται καλύτερα το πληκτρολόγιο.

1Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν υπάρχει αυστηρό τελετουργικό, αλλά υπάρχουν βασικές προϋποθέσεις. Ένα ζεστό τσάι, μια «σοκοφρέτα», να είναι τακτοποιημένος ο χώρος, αλλά όχι αποστειρωμένος, να ακούγεται μουσική αλλά όχι δυνατά: τζαζ, Nina Simone, Τζένη Βάνου, Gary Moore, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Mozart, Heitor Villa-lobos, Silvio Rodríguez. Δεν υπάρχει λογική, ούτε σειρά σε αυτό. Δεν υπάρχει και όριο. Μέσα στο ίδιο βράδυ μπορεί να ακουστεί το ίδιο κομμάτι πάνω από πενήντα φορές. Δόξα και τιμή στο you tube.

στην αριθμούποληΠοιές είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας

Έχω σπουδάσει δημοσιογραφία από την οποία κρατώ και τα δυο συνθετικά της λέξης: και τη γραφή και το δημόσιο αυτής. Όμως δεν δημοσιογραφώ τακτικά και επαγγελματικώς. Έχω κατά καιρούς δημοσιογραφήσει. Έχω επίσης σπουδάσει μουσική. Είμαι κάτοχος Πτυχίου Πιάνου και Πτυχίου Θεωρητικών της Μουσικής και παίζω όταν μου δίνεται η ευκαιρία σε παραστάσεις χορού ή θεάτρου. Μου αρέσει να μοιράζομαι το άγχος της σκηνής με την υπόλοιπη ομάδα. Να εκτιθόμαστε όλοι παρέα.

papadiamantisΒιοπορίζομαι λιγότερο καλλιτεχνικά. Εργάζομαι σε εκδοτική εταιρεία, όχι γράφοντας, αλλά κάνοντας μια απλή γραμματειακή δουλειά. Έχω δουλέψει σε εταιρείες πληροφορικής, έχω σερβίρει πίτσες και ποτά. Η πρώτη μου δουλειά ήταν σε ένα μαγαζί που πουλούσε ανταλλακτικά αυτοκινήτων και είχα να κάνω με κόσμο από συνεργεία που μιλούσαν για μίζες και δυναμό, με γράσο στο χέρι και βρισιές στο στόμα. Οι εργασίες που κάνεις για να ζήσεις σου απορροφούν ενέργεια και μοιάζουν άσκοπες, επειδή χάνεις χρόνο σε αυτές, ενώ θα μπορούσες να τον χρησιμοποιείς γράφοντας. Από την άλλη όμως, μέσα σε αυτές τις δουλειές γίνεσαι αυτό που αποκαλύπτεται σε κάθε σου έργο, σε κάθε σου βιβλίο. Συλλέγεις εμπειρίες, εικόνες, ερεθίσματα. Συναντάς ανθρώπους που ίσως δεν θα συναντούσες αν η ζωή σου είχε παραχωρήσει τόσα χρήματα, ώστε να μη χρειάζεται να δουλεύεις. Να καθόσουν δηλαδή όλη μέρα σ’ ένα τραπέζι και να έγραφες, δίχως ενόχληση.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι – για ποιον λόγο;

Δεν έχΜ. Καραγάτσηςω γράψει ποίηση διότι δεν έχω νιώσει την ανάγκη να το κάνω. Όμως νομίζω πως γράφω ποιητικά. Κάθε μου κείμενο. Ειδικώς τα μικρά μου διηγήματα που θα μπορούσα αν ήθελα να τα ονομάζω μεγάλης έκτασης ποιήματα. Είναι κατά πολύ ποιητικότερα και κατά πολύ μικρότερα από κάποια ποιήματα τριών ή τεσσάρων σελίδων, γραμμένα από επίσημους ποιητές, που στα δικά μου τουλάχιστον μάτια μοιάζουν με διηγήματα που ίσως και να υστερούν λογοτεχνικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

7208076-LΘα μου άρεσε να γράψω την οποιαδήποτε βιογραφία – παρουσίαση του οποιουδήποτε ανθρώπου μου το ζητήσει. Τις προάλλες μου ζήτησε κάποιος να γράψω τη ζωή του με δικά μου λόγια. Μου αρέσει να μου δίνουν θέματα. Όπως στο σχολείο που μας ζητούσαν να γράψουμε κάποια έκθεση με συγκεκριμένο τίτλο. Λειτουργώ ευκολότερα όταν μου ορίζουν σε ποιο δρόμο θέλουν να βαδίσω. Με ξεκουράζουν διότι στο μυαλό μου υπάρχουν πολλές ιδέες – μεγάλο χάος – πολλά παρακλάδια. Ορίζοντάς μου κάποιος πού επιθυμεί να πάω, μου λύνει τα πόδια, τα χέρια και το μυαλό. Μου βρίσκει τον στόχο.

Τι γράφετε τώρα; 

Τις απαντήσεις στις ερωτήσεις σας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας διηγήματα. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία. Αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας. 

–Παπαδιαμάντης, ΚαραγάτΛυγερήσης, Καζαντζάκης, Βιζυηνός. Ακούγομαι υπερβολικά παραδοσιακή ή μονότονη, αλλά σε αυτούς ξεκουράζεται η ψυχή μου, ακόμα και όταν ταράζεται. Αγαπώ την Αγκάθα Κρίστι και τον Πουαρό της. Λατρεύω τα κείμενα που με κάνουν να κλαίω. Πηγαία και βαθιά, όχι απλώς παραθέτοντας μεγάλους θανάτους και βαρύγδουπες τραγωδίες για να με αναγκάσουν να συγκινηθώ. Η  «Πρώτη Νύχτα» του Πιραντέλο με έκανε να κλάψω. Αγαπώ τον Καρκαβίτσα. Ο «Ζητιάνος» και η «Λυγερή» με ενεργοποίησαν. Είπα, ότι έτσι θέλω να γράφω. Αληθινά. Να παρουσιάζω τη ζωή όπως ακριβώς είναι. Στη διάσταση του κακού και του καλού. Όχι υπερβολικά όμορφο, όχι υπερβολικά άσχημο, όχι υπερβολικά πικρό, όχι υπερβολικά γλυκό.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά, όχι συστηματικά. Αν βρεθεί στα χέρια μου κάποιο, ναι, ίσως. Διαβάζω βιβλία, όχι τόσο σχόλια και κριτικές που τα αφορούν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

ΒιζυηνόςΣήμερα στην τσάντα μου με πετυχαίνετε με το «Παράδοξο του Έρωτα» του Πασκάλ Μπρυκνέρ. Τόσο καλογραμμένο, τόσο αληθινό, τόσο χρήσιμο! Μου τακτοποιεί τον έρωτα, δίχως να μου τον απομυθοποιεί. Με βοηθά.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Όχι συστηματικά. Θα σας απογοητεύσω και πάλι. Συνήθως πρώτα διαβάζω ένα βιβλίο και αν και εφόσον με γοητεύσει αναζητώ τι έχουν γράψει άλλοι γι’ αυτό, με τη λογική του να μοιραστώ αυτό που ένιωσα με εκείνους που το έχουν ήδη νιώσει, ενδεχομένως. Ξεφυλλίζοντας βέβαια μια εφημερίδα, πάντοτε θα ρίξω μια ματιά σε περιλήψεις βιβλίων που κυκλοφόρησαν ή κριτικές για να δω ποιό θέλω να αγοράσω.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Σήμερα γιοagatha-christieρτάζουν οι: Σωφρόνιος, Σωφρονία.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Φυσικά και παρακολουθώ. Όχι τόσο ασφυχτικά σαν ντετέκτιβ, όμως έχω ανάγκη τον κινηματογράφο ειδικώς. Να χωθώ σε ένα κάθισμα και με μέσο αυτό, να χωθώ σε μια άλλη ζωή – σε άλλες ζωές – σε ιστορίες, μουσικές, αισθήσεις. Από παιδί το είχα ανάγκη. Κουβαλώ ακόμη την αίσθηση του Σαββατοκύριακου που βγήκε στους κινηματογράφους το «Σινεμά ο Παράδεισος» και πήγα και το είδα δυο φορές. Στο ίδιο Σαββατοκύριακο. Ήμουν έντεκα χρονών. Γενικώς δεν είμαι καλή στο να θυμάμαι ονόματα. Θυμάμαι αυτό που με έκαναν να νιώσω. Απόλαυσα τις θεατρικές παραστάσεις που παρακολούθησα πρόσφατα: Kassandra και Interview. Μου άρεσε «Ο κύριος Πιμπόντι και ο Σέρμαν». Αφήνομαι με ασφάλεια στις ιστορίες κοινουμένων σχεδίων. Μού άρεσε το « Μετά τη Λουσία» για τον βίαιο ρεαλισμό του. Λάτρεψα το «Είμαι ο έρωτας».

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

TASSOPOULOU PHOTO STAGONESΔιαδικτυώνομαι μονάχα για να μπορώ με ευκολία να στέλνω τα εξώφυλλα των βιβλίων μου και ένα δελτίο τύπου. Να μπορώ να ανταλλάσω νέα με παλιούς συμμαθητές που βρίσκονται στα πέρατα της γης ή απλώς έχουμε χαθεί στην ίδια πόλη. Να ενημερώνω για μια εκδήλωσή μου. Δεν διαδικτυώνομαι για να συλλέγω ηλεκτρονικούς φίλους. Ποτέ δεν έκανα συλλογές, ούτε πεταλούδων, ούτε γραμματοσήμων, ούτε καν από αυτοκόλλητα με στρουμφ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι.

Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο: http://www.tassopoulou.gr

Φωτογραφίες της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου: Βάσια Αναγνωστοπούλου.

Το Δέντρο, τεύχος 195-196 (Ιανουάριος 2014)

Δ1Πώς διαβάζουμε. Κριτήρια – ψευδείς Κανόνες. Το κείμενο, η ανάγνωση, το κοινό

«Παραλογοτεχνία»: έννοια παρούσα αλλά ασαφής και ρευστή, συνθήκη άπνοιας των ιδεών, περιοχή κοινών τόπων, εξομολογήσεων ή αισθηματολογίας, πεδίο που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια μιας δοκιμασμένης πνευματικότητας και έντεχνων αξιών, έκφραση συμπεριφορών συγγραφέων και κοινού: ιδού ορισμένες από τις πιθανές και εκφραζόμενες στο εκδοτικό σημείωμα όψεις ενός φαινομένου που αποτελεί αντικείμενο διαλόγου στο αφιερωματικό φάκελο του τρέχοντος τεύχους του Δέντρου. Από την μία πλευρά η πραγματική λογοτεχνία κοιτάζει εκείνο για το οποίο μένει ξένη και απαθής η παραλογοτεχνία, από την άλλη ένας μεγάλος περιφερειακός κόσμος στέκεται απέναντι σ’ αυτόν του λογοτεχνικού έργου και του έγκυρου αισθητηρίου. Και στη μέση ο μέσος αναγνώστης, ευτυχής που οι χαρακτήρες που συναντά στα παρ – αναγνώσματα (ας προσθέσω κι εγώ τον δικό μου όρο στην πάντα πλούσια λεξιλογία των εκδοτών) είναι πάντα αυτός ο ίδιος ή μοιάζει με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του· σε ετούτη την αυτοβιογραφική συνθήκη δεν χρειάζεται να επικοινωνήσει με καμία ετερότητα.

Dino_Buzzati_1Για να ορίσουμε στις μέρες μας τι είναι παραλογοτεχνία πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι είναι λογοτεχνία, προτείνει ο Ερρίκος Μπελιές σε συνομιλία του με τον Τάσο Γουδέλη, και προσπερνώντας τους στενούς ορισμούς λέει πως πρόκειται για την έκφραση η οποία εκμεταλλεύεται τις ήδη υπάρχουσες καταθέσεις γραφής και ανοίγει νέους δρόμους. Χρησιμοποιώντας το ενδεικτικό παράδειγμα της Βιρτζίνια Γουλφ, ο μεταφραστής υποστηρίζει πως ο συγγραφέας που έχει γνώση της παράδοσης και του μοντερνισμού, συν το ταλέντο, έχει να αρθρώσει κάτι, ενώ αν ξεκινάει από την ίδια την Γουλφ και την θραυσματικότητα της έκφρασης μένει εκεί στατικά και δεν αποδίδει. Για τον Μπελιέ οι διδάσκοντες την δημιουργική γραφή είναι οι «εκθεσάδες» του Γυμνασίου σε άλλη ηλικία, η θεματολογία στην Τέχνη δεν έχει όρια και ο συγγραφέας έχει ως στόχο να εκφράσει την δική του ανάγκη και όχι την ανάγκη των καιρών.

virginia woolfΟ Δημήτρης Ραυτόπουλος εντοπίζει ένα ενοιολογικό τέρας στην ίδια τη λέξη «παραλογοτεχνία», ιδίως αν υπολογίσει κανείς τις σημασίες του «παρά». Σε κάθε περίπτωση η παραλογοτεχνία υπήρχε πάντα, και η πρώτη πολεμική εναντίον της βρίσκεται στις «ευριπίδειες» κωμωδίες του Αριστοφάνη που ταυτίζει τους δύσμορφους και ανόητους βατράχους με τους «άθλιους ριμαδόρους της Αθήνας». Πώς γίνεται όμως και σήμερα πολλαπλασιάζεται η παραγωγή εκατοντάδων τίτλων και ειδών, ακόμα και εν μέσω οικονομικής κρίσης; Προσπερνώντας τους γνωστούς συντελεστές της αγοράς, ο Ραυτόπουλος στέκεται σ’ έναν παράγοντα που δεν πολυεξετάζεται, τον «κοινωνιοψυχολογικό»: Η μαζοποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συμπορεύεται με τη μιντιακή αίγλη, τη λάμψη της δημοσιότητας, το πρότυπο του «αναγνωρίσιμου». Για να βγει από την ανωνυμία, για να ’χει τη δική του στιγμή διασημότητας, κάποιος σκοτώνει ανθρώπους. Άλλοι σκοτώνουν μόνο τη γλώσσα ή τον Αριστοτέλη, το Καντ, ακόμα και τον Λιοτάρ. Η ντόπια γραφομανία ίσως μπορεί να συνδεθεί και με την παρακμή της πολιτικής, της επανάστασης ή του ριζοσπαστισμού. [σ. 69]

Barthes-Milano1974Η Άννα Κουστινούδη στο κείμενό της Παραλογοτεχνία [Η παρανάγνωση του Κανόνα ή ο Κανόνας της παρανάγνωσης], εκκινεί από την Απόλαυση του Κειμένου με την οποία ο Ρολάν Μπαρτ επιχείρησε να ορίσει τη ουσία της συγγραφικής και αναγνωστικής απόλαυσης του ηδονικού /οργασμικού (la texte de jouissance) και όχι του απολαυστικού απλά (le texte de plaisir), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ηδονική /οργασμική διάσταση είναι κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί ή να διατυπωθεί παρά μόνο να προκύψει και μάλιστα στιγμιαία μέσα από την αμφίδρομη σχέση συγγραφής – ανάγνωσης. Οι ρώσοι φορμαλιστές και οι εκπρόσωποι της σχολής της Φρανκφούρτης πρώτοι αποπειρώνται να ορίσουν την έννοια της «παραλογοτεχνίας», εισάγοντας τον όρο της «ανοικείωσης». Ένα εφήμερο λογοτεχνικό κείμενο…

…παράγεται και προσλαμβάνεται με τρόπο μηχανικό και αυτοματοποιημένο, χωρίς να προκαλεί στον αναγνώστη/τρια την αίσθηση της ανοικείωσης, μέσω της οποίας η ιδιάζουσα χρήση της γλώσσας της λογοτεχνίας οφείλει να ανατρέπει, να διασπά και να καταργεί την στερεοτυπική, ανυποψίαστη σχέση μας με αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως οικεία πραγματικότητα. Η λογοτεχνία λοιπόν, σε αντίθεση με την παραλογοτεχνία, παραμορφώνει μέσα από το ανοικειωτικό της λεκτικό πρίσμα και τους γλωσσικούς μηχανισμούς της την αντίληψή μας για τα πράγματα και τον κόσμο… [σ. 55 – 56]

Κείμενα και συνομιJuan Bosch_λίες ανοίγουν θέματα, ξεδιπλώνουν όψεις και φωτίζουν γωνίες του ιδιαίτερου φαινομένου που καίει (και, επιτρέψτε μου, ενίοτε ζέχνει) πάνω στα γραφεία όλων των εμπλεκόμενων του λογοτεχνικού κόσμου. Ενδεικτικά ορισμένοι τίτλοι και τιτλούχοι: Στάντης Αποστολίδης – Εξ απαλών ονύχων προετοιμάζεται ο αναγνώστης παραλογοτεχνίας, Βενετία Αποστολίδου – Παραλογοτεχνία και λογοτεχνικό σύστημα, Γιώργος Αριστηνός – Το λούστρο μιας παστρικής λογοτεχνίας, Γιώργης Γιατρομανωλάκης – Στην άσκηση της λογοτεχνίας δεν υπάρχουν κανόνες, Γιάννης Δάλλας – Ο μέσος αναγνώστης έχει δημιουργήσει Κανόνα, Νίκος Δήμου – Τρεις (παρ)αναγνώσεις του Δον Κιχώτη, Πέτρος Μαρτινίδης – Παραλογοτεχνία ή παραναγνώστες;, Μαίρη Μικέ – Παραλογοτεχνία, Μιχαήλ Γ. Μπακογιάννης –  «Παραλογοτεχνία» και άδολη αναγνωστική τέρψη – ή μήπως όχι;, Ερρίκος Μπελιές – Έχει σημασία ο στόχος που θέτει εις εαυτόν ο συγγραφέας, Δημήτρης Ραυτόπουλος – Διόνυσος και Βάτραχοι, Μάνος Στεφανίδης – Πώς μπορούμε να πλοηγηθούμε…, Μίλτος Φραγκόπουλος – Λογοτεχνία – Παραλογοτεχνία: Ένας ατελεύτητος διάλογος κ.ά.

Benjamin1929Στο υπόλοιπο λογοτεχνικό σώμα, η λογοτεχνία με κεφαλαίο το λάμδα, χωρίς προθέσεις και προθέματα: διαλεχτά διηγήματα από τους Χουάν Μπος (του ιδιαίτερου Δομηνικανού συγγραφέα αλλά και πολιτικού, που φυλακίστηκε επί Τρουχίλο, εγκατέλειψε την χώρα, επανήλθε με την Δημοκρατία, έγινε Πρόεδρός της και απομακρύνθηκε εκ νέου από τις ΗΠΑ και την Εκκλησία), Ντίνο Μπουτζάτι, Ντονάτο Καρίζι, εξομολογητικά – δοκιμιακά κείμενα από τους Αντρέα Καμιλέρι και Ίαν ΜακΓιούαν, τέσσερα ποιήματα του Σέις Νόοτεμποομ (μτφ. Νάντια Πούλου), τρία ποιήματα της Αντριέν Ριτς (μτφ. Άννα Κουστινούδη). Κάπου ανάμεσα, ένα απόσπασμα από το κείμενο του Βάλτερ Μπένγιαμιν Αδειάζοντας τα ράφια της βιβλιοθήκης μου, μια εξομολόγηση για τον συλλέκτη βιβλίων που υπήρξε, με δηλωμένη πρόθεση να μας δείξει τη σχέση του συλλέκτη με τα συλλογή του, και περισσότερο με την συλλεκτική δράση παρά με την ίδια τη συλλογή. Εάν, όντως, κάθε πάθος συνορεύει με το χάος, του συλλέκτη συνορεύει με το χάος των αναμνήσεων, γράφει ο γερμανός φιλόσοφος, όπως και για την συλλογή ως ορισμό της ακαταστασίας που, ενσωματωμένη σ’ αυτή τη συνήθεια, φαίνεται σαν τάξη, αλλά και για τον συλλέκτη που δεν προτάσσει την λειτουργική αξία ή την χρησιμότητα των αντικειμένων, αλλά την υποχρέωση που του εμπνέουν να τα μελετά και να τα αγαπά ως σκηνικό, ως θέατρο του ίδιου τους του πεπρωμένου.

cees-nooteboom- brasilia1968Στην εξίσου λογοτεχνική – με βάρος στην τέχνη του λόγου  – γαλαρία μας περιμένουν τα συνήθη ερεθιστικά μικρά και μεσαία κείμενα. Στο “Facebook” του ο Κώστας Μαυρουδής παρατηρεί, μεταξύ άλλων, τους διάφορους έκπληκτους με τον εντόπιο νεοναζισμό και απορεί για την αθωότητα της μέσης νοημοσύνης, που θεωρεί το «κακό» μια ηθική κατηγορία ξένη, ένα είδος εκτροπής, στον ανθρώπινο χαρακτήρα, αγνοώντας ότι «το κακό είναι ο θρίαμβός μας, τα διαπιστευτήρια της ζωής στην ύπαρξη, που ζητά επιβεβαίωση, τη χωρίς όρους συνομιλία με τον κόσμο». Θυμάται μάλιστα και τον Αλέξανδρο Κοτζιά, που είχε ανάλογα εκπλαγεί με την υποστήριξη της κοινής γνώμης σε άλλες, παλαιές δολοφονίες, μολονότι συγγραφέας, εξοικειωμένος δηλαδή με τα ανεντόπιστα σκοτάδια αυτού που λέμε ψυχή. Και μιλώντας για τον Κοτζιά, ο Μαυρουδής θυμάται ένα κείμενο του εκλιπόντα συγγραφέα με αφιέρωση προς τον Θ. Βοσταντζόγλου, συγγραφέα του περίφημου Αντιλεξικού, χωρίς να τον γνωρίζει προσωπικά. Ήταν η πρώτη φορά, μας ομολογεί, συναντούσε την περίπτωση ενός πεζογράφου να εξομολογείται ότι οφείλει χάριτες στις άψυχες σελίδες ενός λεξικού μ’ ένα νεύμα ευγνωμοσύνης σ’ αυτό το ογκώδες αρχείο των εννοιών. [176 σελ.]

Στις εικόνες: Dino Buzzati, Virginia Woolf, Roland Barthes [1974], Juan Bosch, Walter Benjamin [1929], Cees Nooteboom [1968].