M83: Προτού η αυγή μας θεραπεύσει

Για μένα που η electronica αποτελεί τη μόνη πια περιπετειώδη περιπλάνηση στους ήχους, δεν υπάρχει ιδανικότερο εξωτερικό μέρος για παρόμοιες ακροάσεις από τις διαδρομές στον υπόγειο μετρόδρομο. Κι έτσι οι 3 δίσκοι και κάτι υπολείμματα των M83 αποτελούν μόνιμη συνοδεία μου στην υποτιθέμενη πόλη κάτω από την πόλη. Τα τεχνητά φώτα αποτελούνιδανικό περίβλημα για την ακρόασή τους, η αίσθηση του ταχύτατου κυλίσματος στις ράγες ολοκληρώνει την ρευστή αίσθηση από τα ηλεκτρονικά τους όργανα, η ηχητική τους παραζάλη
δένει με το δικό μου υποτασικό παραπάτημα στις πλατφόρμες. Στην περσινή λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς είχα βάλει χωρίς δεύτερη σκέψη το «Before the dawn heals us». Μαζί με όσους τους είχαμε σημειωμένους πρώτη πρώτη σελίδα στο electronica σημειωματάριό μας, οποίοι τρέξαμε να το κατεβάσουμε 3 μήνες πριν τη λήξη του έτους, καθώς οι συνθέσεις είχαν ήδη διασκορπιστεί στο ψηφιακό σύμπαν. Τελικά ο δίσκος επίσημα κυκλοφόρησε αρχές του 2005, πράγμα που με βολεύει, γιατί θέλω να στολίσει και τη φετινή μου λίστα. Αairινοι κι αυτοί, Γάλλοι κι αυτοί, ντουέτο κι αυτοί (Nicolas Fromageau, Anthony Gonzalez), οι M83 φτιάχτηκαν το 2001 στην Αντίμπ.

M83 (S/T) (2001)

1. Last Saturday, 2. Night, 3. At The Party, 4. Kelly, 5. Sitting, 6. Facing That, 7. Violet Tree, 8. Staring At Me, 9. I Am Getting Closer, 10. She Stands Up, 11. Caressness, 12. Slowly, 13. My Face, 14. I’m Happy She Said

Τώρα μπορώ να πάψω να θεωρώ τους Autechre το πιο ολοκληρωμένο αμιγώς ηλεκτρονικό σχήμα. Μπορώ να σταματήσω να ψάχνω διαμάντια μέσα στους δίσκους των Boards of Canada ή να επιστρέφω στους αστρικούς πειραματισμούς των Τangerine Dream. Τέρμα οι χρονοβόρες αναζητήσεις θερμών μελωδημάτων στις αλλεπάλληλες κυκλοφορίες της Morr, τέρμα οι εικασίες για το πώς πως θα ήταν οι δίσκοι των Notwist χωρίς φωνή. Και δε θα φορτώνω τις ποπ προσδοκίες μου στους οποιουσδήποτε Air. Όπως σε κάθε άρτιο ηλεκτρονικό δίσκο, κάθε κομμάτι των M83 είναι αδύνατο να δεχτεί φωνή και λόγια γιατί λέει από μόνο τους όσα χρειάζονται.

Ο ομώνυμος δίσκος τους εκτός από το ότι φαίνεται να γνωρίζει όλα τα προαναφερθέντα, εκπέμπει μία εκπληκτικά απλή μέσα στην πολυπλοκότητά της έμπνευση. Τα περίτεχνα και δαιδαλώδη στραφταλίσματα των πλήκτρων στα Night και Staring at me θυμίζουν την περσινή εκπληκτική keyboard συνεργασία των B. Fleischmann Herbert Weixelbaum στην Morr (και γενικότερα τις δουλειές του πρώτου). H παιχνιδιάρικη digital έκσταση του Sitting με αυτές τις απότομες διακοπές (που θα αποτελεί στάνταρ τέχνασμά τους εις το εξής), οι διακριτικές ωδές τιμής στους παρεξηγημένους ηλεκτρονικάδες των τελών των 70ς και δη στον σερ Giorgio Moroder (Facing That) και τον μεσιέ Jean Michel Jarre (Ι’m getting closer), η μουσική μαγεία του κορυφαίου Caresses, η βιντεοσινεματική μελοδραματικότητα του Ι’m happy, she said, όλα σε αφήνουν με την πολυπόθητη αίσθηση πληρότητας.

Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts (2003)

1. Birds, 2. Unrecorded, 3. Run Into Flowers, 4. In Church, 5. America, 6. On A White Lake, 7. Noise, 8. Be Wild, 9. Cyborg, 10. 0078h, 11. Gone, 12. Beauties Can Die

Κάπως έτσι ήταν και είναι ο κόσμος (τους) τα πρώτα χρόνια της χιλιετίας μας. Πόλεις νεκρές, κόκκινες θάλασσες (αίμα, κάποια περιβαλλοντική αναταραχή ή ένα από τα συνήθη οράματα του κυρίου Μπάροουζ;) και αναρίθμητα άφαντα φαντάσματα που μας κυνηγούν ή κυνηγιούνται από τον καθένα μας. Ένα από τα καταιγιστικότερα keyboard albums. Τα πλήκτρα τους ντρονάρουν και αντηχούν, κτίζουν παχύρευστους τοίχους, ζωγραφίζουν πάνω τους πολύχρωμα γκράφιτι ή κοφτές φράσεις, βαθιές μονοχρωμίες και ολόλαμπες διχρωμίες, χιλιάδες εικόνες. Η α λα Sweet Hereafter εικόνα τους εξωφύλλου παραπλανεί με την ψυχρή ακινησία της: αυτή η φιλόδοξη σινεματική μπαρόκ υπερηλεκτρονική μουσική μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στους συνθετητές αλλά δε χρειάζεται τίποτα άλλο γιατί απλούστατα δε χωράει, κανένα άλλο όργανο στην ομορφιά της. Νοιώθω πως μια lead φωνή θα διέσπαγε αυτό το αύταρκες σύμπαν.

Η ιδανικότερη 4άδα για να αποπλανηθείτε είναι : το 0078H που σε ταξιδεύει σε συνονόματο συρμό με επιβάτες τα πρόσωπα στα οποία καθημερινά βυθίζεις σα ναρκωμένος το βλέμμα σου, το Noise, η έξαρση του οποίου αποδίδει επιτέλους τον κακόπαθο όρο σε ταιριαστή επένδυση, η η σχεδόν τεχνο ροκ πανδαισία του On a white lake near a green mountain και το αδιαφιλονίκητο Run into flowers, όπου όλοι εμείς οι αφοσιωμένοι post-rockers απολαμβάνουμε το είδος άνευ κιθάρας! Σημειωτέον, η κυκλοφορία του ως single/ΕP περιλαμβάνει 3 εντελώς διαφορετικές έως και αγνώριστες remix εκτελέσεις, μα όλες ιδιαίτερα όμορφες – περίεργο.

Before the Dawn Heals Us (2005)
1. Moonchild, 2. Don’t Save Us Fom The Fames, 3. In The Cold I’m Standing, 4. Farewell / Goodbye, 5. Fields, Shorelines And Hunters, 6. *, 7. I Guess I’m Foating, 8. Teen Angst, 9. Can’t Stop, 10. Safe, 11. Let Men Burn Stars, 12. Car Chase Terror!, 13. Slight Night Shivern, 14. A Guitar And A Heart, 15. Lower Your Eyelids To Die With The Sun

Mε την α λα Blade Runner μεγαλουπολική εικόνα στο εξώφυλλο με τα ψηλά, ηλεκτροφωτισμένα κτίρια του εξώφυλλου το πιάσαμε το υπονοούμενο: κάθε κομμάτι κι ένα ηχητικό κρεσέντο, κάθε προσθήκη ακουστικών οργάνων γίνεται στο πολλαπλάσιο, κάθε κιθαριστικό τοίχος υψώνεται το ίδιο ψηλά με τα πιο εκκωφαντικά ηλεκτρονικά εφφέ. Περισσότερο από πριν, το ανθρώπινο στοιχείο ρέει παλλόμενο και σε αφθονία. Τα drums είναι live και η κιθάρα θερίζει με το αφιονισμένο Bloody Valentine δρεπάνι της, που κόβει φέτες τις παγωμένες ριπές στυλ Sigur Ros. H παραπάνω αλλαγή είναι φανερή, καθότι οι δύο φίλοι χωρίζουν καλλιτεχνικά. Ο Fromageau αποχωρεί προς σόλο κατεύθυνση κι ο Gonzales συνεχίζει με το όνομα, αλλά η στροφή είναι καθοριστική.
Τέρμα οι χαμηλές αιθέριες πτήσεις των προηγούμενων δίσκων, τώρα ανεβοκατεβαίνεις σαν να είσαι στο σφυρί του λούνα παρκ. Εδώ όλα γίνονται ένα αδιαπέραστο σύνολο : η Floyddική οχλαγωγή, η Hawkwindική χαολογία, η πρώιμη Mobyική ηλεκτρολογία, η Mogwaiνή post rock εντροπία. Τα πλήκτρα ακούγονται καταιγιστικά, λες και παίζονται από αεικίνητα δάχτυλα. Αλλεπάλληλα στρώματα κήμπορντς έβαλαν σε πειρασμό ορισμένους να ξαναβγάλουν από τα συρτάρια όρους όπως shoegaze analog ή digital ecstasy. Ακούστε μόνο το ξεκίνημα και το τελείωμα και θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάμε.
Στο ενδιάμεσο συμβαίνουν πολλά και άξια αποκρυπτογράφησης. Ο δίσκος δεν κλείνει με το «Farewell/Goodbye (με τον Ben από τους Cyann & Ben και την Lisa Papineau από τους Big Sir στα φωνητικά) που είναι το μελοδραματικότερο, πλέον μελίρρυτο τραγούδι που ακούσαμε τα τελευταία χρόνια από electronica δίσκο, ένα κομμάτι που οι Air δε νομίζω να γράψουν. Το Teen Angst στέλνει για μεροκάματο κάθε «indie» κιθαριστικό σχήμα. Η (ηθοποιός) Kate Moran που μας προτρέπει στο ξεκίνημα raise your arms the highest they can, so the whole universe will glow, αργότερα ξανακούγεται στο μόνο παράταιρο κομμάτι εδώ : στο κινηματογραφικό της παραλήρημα του Car Chase Terror. Ομολογουμένως μεταδίδει κυριολεκτικό τρόμο αλλά προσωπικά μου χαλάει το δόσιμό μου στο σερί άκουσμα του δίσκου. Επίσης, έλεος πια με τα διάφορα γεμίσματα με τις φωνές παιδιών ή άλλους σκόρπιους τελεβιζιονικούς ήχους. Όχι άλλες τηλεοπτικές εικόνες!

Συνεπώς, μη μας σώσετε από τις φλόγες**

Ταιριαστά αναγνώσματα:
Don Dellilo, Λευκός Θόρυβος [White Noise], εκδ. Εστία
Philip Dick, Τώρα Περίμενε Το Χτες [Now Wait Last Year], εκδ. Λυχνάρι
Νίκος Βλαντής/Παύλος Μπαλτάς -Επόμενη Στάση – Χαμένες λεωφόροι. εκδ. Futura

* Ο τίτλος του τρίτου δίσκου τους ταιριάζει στην περίπτωση μου, καθώς δεν τον άκουσα ποτέ με το φως της ημέρας. Κι αυτό από το οποίο θα με «θεραπεύσει» η αυγή είναι η ηλεκτρονική παραζάλη στην οποία με βουτάνε αλλά και το αδιάσπαστο ταίριασμα της electronica με την περιπλάνηση σε σκοτάδι και στα τεχνητά του φώτα. Μήπως έχω φτάσει σε ανίατο σημείο αποκλειστικής ακρόασης τέτοιων δίσκων κάθε νύχτα;

** Το «Don’t Save Us From the Flames» διακόπτει τον σαρκαστικό αποκαλυψιακό του λόγο για μία φράση από τον J.G. Ballard : «A piece of brain in my hair/ (and) the wheels are melting

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Stili.asp?id=28597

Flotation Toy Warning – Bluffer’s guide to the flight deck (Pointy, 2005)

ftr.jpg

 Αν αυτό το Λονδρέζικο κουιντέτο έβγαζε σε δημοπρασία τις συνθέσεις του προτού τις κυκλοφορήσει, οι Flaming Lips και οι Μercury Rev θα ορμούσαν σε δύο ο καθένας. Οι FΤW διαφέρουν από τους παραπάνω συνήθεις ύποπτους επίρροους στα φωνητικά, σαν ένας Ray Davies σε καταστολή, που ψάχνει να βρει την έμπνευση την ώρα που τραγουδά (και τη βρίσκει) κάνει παζλ με τις συλλαβές (και τη βρίσκει), πάει να ευθυγραμμιστεί με την μπαλάντα που τραγουδάει (και τη χάνει). Μετά έρχονται οι απρόβλεπτες μεταλλαγές του αγαπητού μου Van Dyke Parks, η χρήση περίεργων ήχων σ’ ένα ποπ κομμάτι που έκαναν οι United States of America τότε, οι μπαρόκ ερμηνείες του Walker και του Stapleton, το πέπλο του Brian Eno, μαζί με την ποιοτική συνθετική στόφα των Sparklehorse και το υπόγειο παιχνιδιάρισμα των Grandaddy . Αυτή μάλιστα, είναι avant-pop, με την έννοια ότι υπονομεύει την μελωδία με παράξενους ήχους και εισάγει πειραματισμούς όπου και όποτε θέλει χωρίς να διαστρέφει την υπέρτατη μελωδικότητά της.

Δεν θα αντιγράψω τις γοητευτικές τους ιστορίες που μπορείτε να διαβάσετε στο homepage τους σχετικά με το όνομά τους – κάτι σαν αυτοσχέδιο μουσικό παιχνίδι που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι ενός μακρινού τόπου για να αλληλοειδοποιούνται για επερχόμενα φαινόμενα. Όμως αυτό το σχήμα φτιάχτηκε από πραγματικά ξεχωριστούς ανθρώπους. Από τον Donald Dusky που ήταν πιλότος σε δοκιμές πτητικών μηχανών και τον Don LeCannes, δημιουργό πρωτότυπων μουσικών οργάνων, που γνωρίστηκαν στο Italian Institute For Innovation της Βενετίας στην παρουσίαση μιας εφεύρεσης του τελευταίου. Ακολούθησε επιτόπια συσπείρωση άλλων εφευρετών, του Magnesi Rich (που συστήθηκε ως Chinese wind shapes translator) και των συνεργατών του Benedict L. Maidsaver και Victoria W.Vest, όλοι με ενδιαφέρον για τις σπάνιες πεταλούδες και την αστροφωνία.

flotation_toy_warning_006.jpg

Το αρχικό τους σχέδιο («ένα σάουντρακ φτιαγμένο εξολοκλήρου από άγνωστα μέχρι τώρα όργανα») ήταν φυσικό να βυθιστεί ήδη από το λιμάνι, αλλά η μουσική ομάδα είχε φτιαχτεί, βγάζοντας σύντομα δύο EP με τέσσερα κομμάτια το 2002 και με ήχο ίδιο με τον σημερινό. Το «Bluffer’s Guide to the Flight Deck» κυκλοφόρησε μεταξύ 2004 και 2005 αλλά η Pointy (Ladybag Transistor, Clientele, Cathead, Color Filter) πιθανώς δεν διέδωσε το λαβράκι της όσο θα άξιζε, οπότε ξαναβρήκε ενάμισι χρόνο μετά σε ευρύτερη κλίμακα, από την αμερικάνικη Misra, οπότε και πρόλαβα να τους βάλω στην λίστα με τα περσινά καλύτερα.

Στη θεματολογία μάλλον μοιράζονται τις ίδιες εμμονές με τους φίλτατους μου και προφανώς και δικούς τους Decemberists. Που σημαίνει ελεγείες για ελάσσονες βίους, αποτυχημένους εξερευνητές, πρώιμες τεχνολογικές εφευρέσεις, αρκτικά ταξίδια στο πουθενά. Αυτή η μουσική μοιάζει να περιμένει όλους τους αποτυχημένους των παραπάνω σχεδίων να τους καραμελώσει με την φαινομενική της πίκρα αλλά και να τους γλυκάνει με τις μελωδίες που στρώνονται η μία μετά την άλλη.

flotation_p51.jpg 

Ο δίσκος έχει μόλις 10 κομμάτια που όμως πλησιάζουν την ανώτατη χωρητικότητα (72 λεπτά). Τα μισά κρατούν σε μήκος, πράγμα απολαυστικό, αλλά θα μπορούσαν να είναι και θαυμάσια τρίλεπτα. Τα άλλα μισά είναι όντως θαυμάσια τρίλεπτα αλλά το είδος που κάλλιστα θα χαιρόσουν και στον τριπλάσιο χρόνο. Και μάλλον δεν είναι σύμπτωση το ότι η μοιρασιά είναι σχεδόν ακριβοδίκαιη. Αλλά ο δίσκος απογειώνεται όσο προχωρεί, ειδικά στα τέσσερα τελευταία κομμάτια. Ακόμα κι ένας ελάσσων κινηματογραφικός ήρωας έχει θέση εδώ: Ο υπομονετικός πλαστογράφος της Μεγάλης Απόδρασης, ο αναπάντεχος σατανικός χαρακτήρας του Omen, ο κύριος Donald Pleasance είναι εδώ. Ποτέ δεν είναι αργά για έναν φόρο τιμής, και τι φόρο: ένα συναρπαστικό εννιάλεπτο κομμάτι από ένα σαγηνευτικό κουιντέτο από έναν έξοχο δίσκο.

flotationtoywarning.co.uk