Αρχείο για Ιανουαρίου 2011



23
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 83

Μπενουά Ντυτέρτρ, Το κοριτσάκι και το τσιγάρο, εκδ. Εστία, 2008, μτφ. Λίνα Σιπητάνου, σ. 66 (Benoit Duteurtre, La petite fille et la cigarette, 2005)

O πραγματικός κίνδυνος εμφανίζεται τις στιγμές της βεβαιότητας, όταν δεν φοβάμαι πια. Όντας εκ φύσεως ντροπαλός και χωρίς καθόλου αυτοπεποίθηση, κινούμαι προσεκτικά προς κάποιες μικρές νίκες. Όμως τη στιγμή της πληρότητας, τότε που σηκώνω περήφανα το κεφάλι, η γελοιοποίηση που κρύβεται στη σκιά, δεν αργεί ποτέ να με σκεπάσει. Εκατό φορές το είχα διαπιστώσει. Μην εμπιστεύεσαι την υπερβολική αυτοπεποίθηση, το νικητήριο αίσθημα, αντιστάσου σε εκείνες τις σαγηνευτικές φωνές που σου επαναλαμβάνουν να μην το παίζεις πια μικρός, επιφυλακτικός, ταπεινός, ντροπαλός. Ήθελαν να με πείσουν ότι τα πάντα είναι δυνατά, και εγώ μεθώ με το φαρμακερό τους άρωμα. Προελαύνω περήφανα στο πεδίο της δόξας, αποφασισμένος να ξεχάσω τη ντροπή της μετριότητας και τότε είναι που ο κουβάς με τα λύματα πέφτει στο κεφάλι μου.

Στον Φίλιππο Δρακονταειδή

22
Ιαν.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 18

 

Tom Stoppard, Plays, 1 (1996)

Για άλλη μια φορά σ’ ένα βρετανικό σαλόνι, κάποιος αισθάνεται διακοσμητικός. Ή κάποιος θέλει να κρύψει τον εαυτό του.

21
Ιαν.
11

Danielle de Picciotto & Alexander Hacke – Hitman’s Heel (Potomak, 2010)

 

I am the man behind the curtains…τραγουδούσε στο Teenage Theater ο Bleine Reininger σχεδόν αποχαιρετώντας εκείνο το ολοδικό του στιλ μιας βαριετέ ποπ που έμοιαζε να βγαίνει από σκοτεινά τσίρκο για-ανθρώπους-μόνο. Το Rise and Converge επανασυνδέει το κομμένο νήμα με το είδος, με μια φωνή που θυμίζει τον ίδιο τον Bleine. Ήδη με την έναρξη The Circuit ο Hacke σαν άλλος υποχθόνιος κονφερασιέ μας υποδέχεται υποσχόμενος για όλα τα θαυμαστά και τα τέρατα που μας περιμένουν κάτω απ’ την χρωματιστή «τέντα» του και που μάλλον σκοπεύει να βγάλει από μέσα μας.

Από μια άποψη, μιλάμε για project ανάμεσα σε δυο ανήσυχους πολύ-μουσικούς και παραπολυ-οργανίστες, μέλος των Einstürzende Neubauten ο ένας, τραγουδιάρα των Space Cowboys και Ocean Club, και συνιδρύτρια του Love Parade, η άλλη. Από άλλη άποψη, μιλάμε για δυο περσόνες που σκάβουν στο Βερολινέζικου underground για πολλά χρόνια: ο Hacke έπαιξε αριστερός bass σε πολλές μπάντες, έγραψε μουσική για ταινίες, πρωταγωνίστησε στο Crossing the bridge του Fatih Akin, η de Picciotto έχει μεγάλο παρελθόν σε κάθε είδους καλλιτεχνικές, φιλμικές και εικαστικές εκδηλώσεις. Από τρίτη και καλύτερη, δεν είναι παρά η ευτυχής καλλιτεχνική ένωση δυο ήδη ψυχοπνευματικώς διαπλεγμένων με τα γαμήλια δεσμά.

Εδώ γίνονται πολλά, άτακτα και ακατάτακτα. Όπως και στην περίπτωση των Dead Man’s Bones (συμπτωματικά: εξίσου οικογενειακή), έχουμε πρώτα ένα ανορθόδοξο ταξίδι στην Αμερικάνα, απ’ τους παράδρομους όμως (και κάθε άλλη ομοιότητα σταματά εδώ). 1-2 λουστραρισμένα μπλουζ, με φτηνό βερνίκι να γυαλίζουν κρύβοντας το κάρβουνο που καίει από κάτω, μιουζικαλίστικα οινοπνευματώδη της ποτοποιίας Tom Waits και Nick Cave. To φάντασμα του Κουρτ Βάιλ κρυφοκοιτάζει από τις κουίντες στο Flowers (τόσο νοσηρό, και τόσο γνωστό μας), το Time is Passing προσκαλεί στην σκονισμένη σκηνή όλους τους γκαλά τραγουδιστές των 70ς (Tom Jones, εσείς πρώτος).

Προφανώς ο τύπος μπορεί να τραγουδήσει τα πάντα προσαρμόζοντάς τα στο στιλ του, εξ ου και το κομμάτι Hitman’s Heel που υμνεί το ψυχεδελικό ροκ των 60ς και την μεταλλαγή του στα 70ς. Δεν ξέρω αν «Iron Butterfly meets Led Zeppelin», αλλά εδώ νομίζεις πως σε λίγο θ’ ακουστεί η επωδός Take me in, tender woman….Αντίθετα η τύπισσα παραμένει σε περισσότερο θεατρικά φωνήεντα, στο On the Road μοιάζει με αλαφιασμένη Kate Bush, αλλού λίγο Rose McDowall, ανακάλυψα κι ένα παραλληλισμό με την των Miranda Sex Garden. Φυσικά όταν ντουετάρουν, όπως στο Ballad of the Lonely Fish, θυμίζουν τρεκλίζοντες Walkabouts αλλά γίνονται ευτυχώς πολύ πιο μελοδραματικοί. Η παρουσίαση των κομματιών που περιφέρονται γύρω από τον νομαδισμό συνοδεύεται, όπως και τα προηγούμενα projects τους (Sanctuary, The History of Electricity, Mountains of Madness, The Ship of Fools) με Αλεξανδρινά visuals.

Αν οι Mummers πριν δυο χρόνια μας έδωσαν την ονειρική εκδοχή ενός φασματικού ποπ καμπαρέ, ετούτοι εδώ μας δείχνουν την περιπαθώς αναμενόμενη ροκ εκδοχή. Αν οι Black Heart Procession έριχναν χρυσόσκονη στο κρασί τους, θα ήταν προσκεκλημένοι. Μένει το μαγικό μαγευτικό μαγεμένο πιανιστικό ινστρουμένταλ Bikers Lullaby. Θα μπορούσαν να διασκευάσουν Residents σ’ ένα επαρχιακό πανηγύρι, θα μπορούσαν να έχουν την δική τους παρέλαση σε μια λευκότερη ροκ εντ ρολλ Νέα Ορλεάνη, θα τους καλούσα στο γάμο μου να παίξουν μεθυσμένοι κι ο περισσότερο μεθυσμένος να είμαι εγώ. Αν έριχναν ακόμα περισσότερο βρωμιά σ’ αυτά τα ψευτοσκονισμένα διαμάντια, αν έβλεπα λίγο παραπάνω τα λευκά τους δόντια στο σκοτάδι, τότε θα παραληρούσα. Αλλά και τώρα παραμένω σε υπερδιέγερση, κι ας μην ανεβάζει ταχύτητα αυτή η μουσική. Τελευταία γιορτινή παράσταση προτού τα φωτάκια σβήσουν; Μα αυτοί σα να λένε πως θα τα κρατάνε ένα χρόνο ανοιχτά!

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στην τελευταία φωτογραφία, έργο της D.d.P.

 

19
Ιαν.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 35. Τάσος Καλούτσας

 

Tι θυμάστε από τις μέρες των πρώτων συλλογών διηγημάτων (Το κελεπούρι, 1987), Το Κλαμπ (1990) στις εκδόσεις Διαγώνιος; Λίγο αργότερα (1994) γράψατε και τη μελέτη «Αλήθεια και βίωμα στα διηγήματα της “Κάτω Βόλτας”» του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Τι σας ώθησε να επιλέξετε τον συγκεκριμένο συγγραφέα και θέμα;

Ας πούμε ότι τα χρόνια που γράφτηκαν οι δύο πρώτες συλλογές μου ήταν μια γόνιμη περίοδος μαθητείας, ως καρπός και της γνωριμίας μου με τον Χριστιανόπουλο που μετά το 1985 παρακολουθούσε με στοργή τα γραπτά μου και μου πρότεινε κάποια στιγμή να τα εκδώσω από τη Διαγώνιο. Το κλίμα που επέβαλλαν οι καθημερινές βιοτικές ανάγκες, η δύσκολη εμπειρία από τη δημιουργία οικογένειας, η ίδια η φύση της δουλειάς μου που έπρεπε να είναι υπεύθυνη με πίεζαν τότε πολύ και το γράψιμο ήταν μια λυτρωτική διέξοδος. Απ’ όλη αυτή τη συνεργασία μαζί του προέκυψε και η βούληση να τον γνωρίσω καλύτερα, εμβαθύνοντας τόσο στο χαρακτήρα του όσο και στο έργο του (κυρίως τα διηγήματα). Κι εδώ θέλω να σταθώ λίγο. Ο Ντίνος έχει τη δική του φιλοσοφία και τον δικό του «τρόπο» γραφής, που τον έχει διαμορφώσει με πολύ κόπο και είναι συνυφασμένος με τον προσωπικό αξιακό του κώδικα και τις ηθικές αρχές που διέπουν τη ζωή του. Έχω ξαναπεί πως η πορεία του προς το προσωπικό του ύφος ισοδυναμεί με πορεία ηθική, μας μετατοπίζει δηλαδή από το πλαίσιο της τέχνης στο πεδίο της πραγματικής ζωής. Παράλληλα, ως δυνατή προσωπικότητα μπορεί εξ ενστίκτου να λειτουργήσει ως ένα είδος Γκόρντον Λις (εννοώ τον επιμελητή, editor, του Ρ. Κάρβερ). Εγκυμονείται, λοιπόν, ο κίνδυνος να σε αφομοιώσει, αν οι αντιστάσεις σου δεν είναι σθεναρές. Όμως από την εν γένει στάση του, εξάγεται, κατ’ εμέ, και μία άλλη ‘οδηγία προς ναυτιλλομένους’, και αυτήν εγώ προσπάθησα να οικειοποιηθώ. Η άλλη αυτή οδηγία λέει: «Να γίνεις αυτό που είσαι. Μην προδώσεις τον πυρήνα των βιωμάτων σου, αλλά εσύ γίνε ο εαυτός σου!». Με άλλα λόγια, σε προειδοποιεί να μην τον μιμηθείς, αφού ο δικός του σύνθετος τρόπος είναι, κατ’ ουσίαν, απολύτως προσωποπαγής.

Συνεργάζεστε συχνά με λογοτεχνικά περιοδικά. Θα μας αναφέρετε κάποια αγαπημένα σας μαζί με τους λόγους που σας ελκύουν σε αυτά; Όσον αφορά εκείνα που δεν υπάρχουν πια, τι σας μένει από τις μέρες του Τραμ και της Παραφυάδας;

Η συνεργασία με τα περιοδικά είναι λαχτάρα μέχρι να γίνει η δημοσίευση του κειμένου σου. Μετά για τους περισσότερους η υπόθεση έχει λήξει. Ωστόσο, για μένα δεν είναι ακριβώς έτσι. Μου αρέσει να ξαναδουλεύω το δημοσιευμένο κείμενο, σε σημείο που το οριστικό, του βιβλίου, να διαφέρει καμιά φορά πολύ. Αρκετά από τα υπάρχοντα αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά μου έχουν κάνει την τιμή να ζητήσουν συνεργασία μου. Κάποια άλλα που δεν εκδίδονται πια δεν τα ξεχνώ. Από τις σελίδες των «Ρευμάτων», για παράδειγμα, εισέπραξα αρκετή ποσότητα αλλά και ποιότητα καλομεταφρασμένης σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας. «Το παραμιλητό», που στέγαζε ένα στενό πυρήνα ταλαντούχων πεζογράφων, το κυκλοφορούσε, με προσωπικές θυσίες και πολύ μεράκι, ένας συνάδελφος εκπαιδευτικός, ο Δημ. Παναγιωτόπουλος. Για μας τότε είχαν ανεπιφύλακτα ανοιχτές τις πόρτες τους, το Τραμ ή η Παραφυάδα. Στην πόλη μας όμως υπήρχε και το «Εντευκτήριο» που αποδείχθηκε ανθεκτικότερο και σπουδαίο φυτώριο λογοτεχνών τα κατοπινά χρόνια, και συνεχίζει.

Αγαπημένοι παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς;

Είναι τόσοι πολλοί… Δεν μπλέκω πάντως τους Έλληνες με τους ξένους – είναι διαφορετική η πρόσληψη. Στα νιάτα μου με είχαν συνεπάρει ο Τσέχωφ, ο Κάφκα και ο Φώκνερ, ενώ η περίπτωση του Σάλιντζερ με γοήτευε με τον κρυπτικό της χαρακτήρα. Τελευταία, με έχουν κερδίσει ο Μπολάνιο και ο Αμανίτι. Από τους Έλληνες, που είναι η ζωντανή γλώσσα κι η πατρίδα μας –πέρα από τους κλασικούς– έχω δηλώσει κι άλλες φορές μια αδυναμία σε κάποιους συγγραφείς της πρώτης αλλά κυρίως της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, μερικοί από τους οποίους δίνουν ακόμη το ώριμο έργο τους.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Βεβαίως… Αν και δεν τους ξέρω βέβαια όλους. Εάν το βιβλίο κάποιου με συγκινεί του το λέω αμέσως χωρίς περιστροφές. Πάντως απ’ όσους σχετικά νεότερους (όχι στην ηλικία, φυσικά) γνωρίζω, νομίζω ότι σύντομα θα γίνει πάλι λόγος για τη Μαρία Κουγιουμτζή και το Μάκη Καραγιάννη.

Αγαπημένα σας διηγήματα;

Είναι τόσο δύσκολο να αποφασίσεις, όταν είναι μερικές εκατοντάδες τα ελληνικά και τα ξένα μαζί. Ας μείνω σε κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα, που επειδή ίσως ήμουν νέος, έχουν εγγραφεί δυνατά στη συνείδησή μου. Δεκαεφτά περίπου χρονών «έκλεψα» από έναν ξεχαρβαλωμένο τόμο της Δημοτικής Βιβλι-οθήκης ένα διήγημα του Φώκνερ που λεγόταν «Καπνός» και με είχε εντυπωσιάσει με τη δεξιοτεχνική σύνθεσή του. Το κρατάω ακόμα φυλαγμένο, κιτρινισμένο από το χρόνο, θέλοντας να πιστεύω ότι «το’ σωσα». Στην παγκόσμια ανθολογία των εκδ. Αυλός του 1960, πρωτοδιάβασα και το αριστουργηματικό διήγημα του Χέμινγουεη «Οι Φονιάδες». Όταν αργότερα έμαθα ότι, μαζί με άλλα δυο από τα καλύτερά του, τα έγραψε μέσα σε μία μέρα, έμεινα κυριολεκτικά άφωνος. Δέος μου προκάλεσε και «Η μεταμόρφωση» του Κάφκα. Είχα τελειώσει το γυμνάσιο και σκέφτηκα ότι κανείς δεν μας είχε μιλήσει για τέτοιου είδους λογοτεχνία. Αρκετές φορές έχω μιλήσει και δημόσια για παλιότερους ή νέους συγγραφείς μας που μου άρεσε πολύ η δουλειά τους. Επίμονα μ’ ενδιέφερε η διηγηματογραφία τους. Όσο για τους κλασικούς μας, να πω ότι μέχρι πέρσι, που δούλευα στο σχολείο, συνήθιζα να διαβάζω στα παιδιά, τις γιορτές, «Το μοιρολόι της Φώκιας» του Παπαδιαμάντη. Στο τέλος με το ζόρι συγκρατούσα τα δάκρυά μου.

Έχετε επιλέξει το είδος του διηγήματος αντί για κείνο του μυθιστορήματος. Πώς κατάφερε το διήγημα να σας κρατήσει δικό του; Η επιλογή σας είναι οριστική;

Ο Μάρκες είπε ότι η προσπάθεια που καταβάλλεις για να γράψεις ένα σύντομο διήγημα είναι τόσο έντονη όπως για ν’ αρχίσεις ένα μυθιστόρημα. Να μη μιλήσω για την ηδονή του γραψίματος και άλλα τέτοια τετριμμένα που σε καθηλώνουν μέχρι να το τελειώσεις και σε κάνουν να μη λογαριάζεις την κούραση. Πρόκειται για έναν χώρο που με το χρόνο τον οικειώνεσαι και νιώθεις άνετα μέσα του, όπως στο σπίτι σου. Με τη διαφορά ότι δεν σου εξασφαλίζει κανένα ρίσκο, πρέπει να παλέψεις για να ανταμειφθείς. Δεν υπάρχουν εδώ κανόνες και συνταγές, εάν είναι να βγει το διήγημα, θα βγει. Συνήθως κρατώ σημειώσεις και κάνω σκαριφήματα στα οποία κατά καιρούς επιστρέφω. Αυτό συμβαίνει τις στιγμές που νιώθεις μια ευφορική διάθεση, κάτι έχει σαπίσει μέσα σου και καταλαβαίνεις ότι θέλει να βγει στο φως, αναγεννημένο. Ή κάποιο αναπάντεχο ερέθισμα έχει απασφαλίσει τη μυστική δίοδο, απ’ όπου ξεπηδούν πια, αναβρύζοντας, οι λέξεις. Σε αποζημιώνει μόνον όταν πετύχεις ένα καλό αποτέλεσμα. Πάντως, δεν νομίζω ότι η επιλογή μου μπορεί να είναι οριστική. Ήδη έχω περάσει και στη νουβέλα. Ίσως έχει να κάνει και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους (που αφορούν, ενδεχομένως, ολόκληρη τη γενιά μου)• είναι κάτι που το σκέφτομαι, αφήστε όμως να σας μιλήσω κάποια άλλη φορά γι’ αυτό.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των διηγημάτων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πολλές φορές. Οι ήρωες όμως της καθημερινής ζωής, οι άνθρωποι ίσως της διπλανής πόρτας που γλιστράνε και μέσα στα γραπτά μας, αφήνουν πρώτα έξω την ταυτότητά τους, πριν δρασκελίσουν το κατώφλι. Θέλω να πω ότι πρόκειται για διαφορετικά πλάσματα. Οι διηγηματικοί ήρωες έχουν συνήθως συντεθεί για να εξυπηρετήσουν έναν αισθητικό στόχο που μπορεί να μην έχει καμιά σχέση με την πραγματική τους υπόσταση. Μερικούς πάλι τους κουβαλάμε μέσα μας από παλιά, μέχρι που η πραγματικότητα μας έδειξε το αντίγραφό τους και μας βοήθησε έτσι να τους αναπλάσουμε «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν».

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Στην «Ωραιότερη μέρα της» κυριαρχούν οι ανθρώπινες σχέσεις, ο έρωτας, ο διχασμός της ανθρώπινης ψυχής, οι ενοχές για πράξεις ανομολόγητες, η φιλία. Με απασχολεί όμως και το γεγονός ότι όλοι εμείς που βιώνουμε τον ιδιωτικό μικρόκοσμό μας, παθητικά πλέον, έχουμε ενταχθεί σε ένα ευρύτερο σύνολο, σε ένα απειλητικό συλλογικό ή παγκόσμιο σκηνικό, υπομένοντας τις όποιες οδυνηρές συνέπειες. Στη «γειτονιά» μας ή έστω λίγο μακρύτερα συμβαίνουν κάθε τόσο συνταρακτικά γεγονότα, ενίοτε δε ξεσπούν άγριοι πόλεμοι και χάνονται εκατοντάδες ψυχές αθώων (το ενενήντα τοις εκατό των θυμάτων πολέμου σήμερα είναι άμαχοι). Μέσα σ’ αυτό το γενικότερο τρομοκρατικό κλίμα (που εσχάτως δηλητηριάζεται κι από την απειλή της οικονομικής παράλυσης) τάχα τι περιμένουμε; Τη σειρά μας;

Τι διαβάζετε και τι γράφετε αυτόν τον καιρό;

Από το καλοκαίρι μέχρι τώρα διάβασα τρία μυθιστορήματα του Σαραμάγκου (μου άρεσε ιδιαίτερα το «Όλα τα ονόματα»), δύο συλλογές διηγημάτων, δυο ή τρεις ποιητικές συλλογές (η μία του Γ. Βαρβέρη) καθώς και δυο μελέτες για θέματα που με ενδιέφεραν (Ν. Αποστολίδου, Δ. Κόκορης). Τώρα διαβάζω τα διηγήματα του Ουίλιαμ Τρέβορ. Μου άρεσε επίσης το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη («Ο γύρος του θανάτου»). Απ’ τα βιβλία που μου στέλνουν επιλέγω ό,τι μου φαίνεται αξιόλογο, αλλά μ’ αρέσει ν’ ανακαλύπτω και μόνος μου. Όλα αυτά βέβαια με πολύ αργούς ρυθμούς. Κατά τα άλλα δεν γράφω τίποτα αυτό τον καιρό. Κρατώ μονάχα σημειώσεις κι αφήνω τα πράγματα να σαπίσουν μέσα μου.

Σημ. Η πρώτη φωτογραφία είναι του Γιάννη Βανίδη. Στην δεύτερη, ο συγγραφέας σε ιδιαίτερα αγαπημένο του τόπο, τη λίμνη Βόλβη.
17
Ιαν.
11

Συλλογικό – Οπαδική βία και άλλες πτυχές της βίας στον αθλητισμό

Ασκήσεις επί χόρτου, Γ΄

Το σύνθετο φαινόμενο της βίας στον αθλητικό χώρο και ιδίως στο ποδόσφαιρο εξετάζεται από διάφορες πλευρές στον παρούσα συλλογή κειμένων, δια της γραφίδας των Θρησκευόμενων Κόκκινων Επιστημόνων (ομάδας συγγραφέων, καλλιτεχνών και επιστημόνων – οπαδών του Ολυμπιακού) και έτερων προσκεκλημένων. Το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε νέα λαϊκή θρησκεία, έχοντας αντικαταστήσει έναν κενό από την πολιτική και τις μεγάλες θρησκείες συμβολικό δεσμό. Απέναντι στη διάλυση των παραδοσιακών δικτύων συμμετοχής και ταύτισης, όπως έγραψε ο Hobsbawm, φέρει σε επαφή ανθρώπους που διαφορετικά στερούνται οργανικών και κοινωνικών και οικονομικών δεσμών και επιτρέπει την εκπλήρωση λαϊκών αξιών που είναι αδύνατο να υλοποιηθούν στο πλαίσιο της ανταγωνιστικής κοινωνίας της αγοράς (συλλογικότητα, ομαδικό πνεύμα, αλληλεγγύη, ισότητα ευκαιριών, πρωτοβουλία). Όμως νέοι κώδικες αξιών περιβάλλουν το άθλημα, απορρέοντας από την σύγχρονη εμπορική-βιομηχανική του διάσταση. Η νίκη δεν αποτελεί πλέον επιθυμητή έκβαση ενός παιχνιδιού αλλά μεταλλάσσεται σε αναγκαίο στοιχείο οικονομικού ανταγωνισμού.

Η βία δεν πηγάζει από τον αθλητισμό (όπως τα δάκρυα δεν βγαίνουν από το μαντίλι, σύμφωνα με τον Εντουάρντο Γκαλεάνο). Το ποδόσφαιρο δεν πυροδοτεί την βία αλλά αποκαλύπτει μια κρίση. Ο Διονύσης Ελευθεράτος καταδεικνύει θεσμοθετημένες μορφές βαναυσότητας που νομοτελειακά οδηγούν στην οπαδική βία. Η δράση των χούλιγκαν είναι ευθέως ανάλογη προς την εξοικείωση μιας κοινωνίας με αντιδημοκρατικές μεθόδους επιβολής. Η θεσμική βία προσφέρει περισσότερη νομιμοποίηση στην περιθωριακή, τουλάχιστον στη συνείδηση των αυτουργών της. Από την άλλη, όπως γράφει ο Βασίλης Καρδάσης, το κράτος ενισχύει τη διάχυση της κοινωνικής όξυνσης μέσα στα γήπεδα, όπου εκρήγνυνται ο θυμός των μαζών και εκπνέει ως ατμός χύτρας ταχύτητας η αντιμετώπιση κρίσιμων ζητημάτων. Το γήπεδο λειτουργεί ως κυματοθραύστης πραγματικών κοινωνικών συγκρούσεων, ένα ακίνδυνο για το κράτος πεδίο εκτόνωσης της λαϊκής οργής. Η βία των απόκληρων συνυπάρχει με εκείνη των εύπορων, των οργανωμένων και των δικτυωμένων.

Παρά την δεδομένη πολιτιστική όσμωση της εποχής μας η ένταξη σε συλλογικές ομάδες (όπως οι οργανώσεις φιλάθλων) συνεπάγεται την υιοθέτηση της παραδοσιακής κουλτούρας της αντιπαλότητας. Η σύγκρουση εμπεριέχει ως απαραίτητο στοιχείο την αντιμετώπιση του αντιπάλου ως (πολιτισμικά) κατώτερου· η διάκριση καταλήγει σε ρατσισμό. Οι αθλητικές εφημερίδες έχουν μερίδιο στην έξαρση της αντιπαράθεσης φιλάθλων και στην δημιουργία κλίματος όξυνσης· άλλωστε ο φανατισμός συχνά αποτελεί κριτήριο αποδοχής για τους τελευταίους. Το δήθεν δημοκρατικό περιβάλλον των αθλητικών ραδιοσταθμών ανατροφοδοτεί το συγκεκριμένο κλίμα, οι διοικήσεις έχουν κάθε συμφέρον να διατηρούν τους μάχιμους στρατούς των οργανωμένων, όπως και το κράτος να θωπεύει τους φιλάθλους – εκλογείς. Σε κάθε περίπτωση οι οπαδοί εθίζονται σε νέα αξιακά πρότυπα.

Όταν όμως πανηγυρίζουμε νίκες επί ισχυρών αντιπάλων, γράφει ο Γιώργος Κεντρωτής, εκφράζουμε σεβασμό προς αυτούς, πλην λεληθότως. Ετούτη η συνειδητοποίηση θα αποτελέσει μέγιστο βήμα προς την καταπολέμηση της βίας εφόσον εξουδετερώνει την τύφλωση από το φάσμα και το αποτέλεσμα της ήττας. Η λεκτική ελευθεριότητα διαφέρει από την χυδαιότητα, που αποτελεί βασικό σπόρο βλάστησης του χουλιγκανισμού. Η απόσταση από το verbum στην actio είναι ελάχιστη και εύκολα διανυτή. Ο αγώνας αποτελεί εορταστικό πόλεμο, ο σεβασμός του αντιπάλου προσδίδει αξία στην νίκη, η κοσμιότητα είναι αρετή με την αρχετυπική σημασία της ανδρείας, η έντιμη ήττα είναι προτιμότερη από την άτιμη νίκη. Ο πεπαιδευμένος οπαδός είναι η καλύτερη διαχρονική μετεγγραφή μιας ομάδας.

Εκδ. Νόβολι, 2010, σ. 187.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 637, 8.1.2011 (και εδώ)

16
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 82

Κλαούντιο Μάγκρις, Δούναβης, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, σ. 507 (Claudio Magris, Dunabio, 1986).

Ίσως μια αρχαιολογία των απορριμάτων και των υπονόμων να μας έδινε μια κρυφή και αντεστραμμένη ιστορία των πόλεων, όπως εκείνη η σπουδαία που μας έδωσε ο Ερνέστο Σάμπατο στο μυθιστόρημά του Περί ηρώων και τάφων.
Αυτός όμως ο κόσμος δεν είναι μόνο ο κολαστήριος εκείνος κοπρώνας που περιγράφει ο αργεντινός συγγραφέας. Ανάμεσα στα απόβλητα και τα κόπρανα αναπηδά η στιλβηδόνα ενός θησαυρού, που κάποια ξωτικά τον αποσπούν από τα σπλάχνα της γης. Στα παιδικά μας χρόνια, όταν ένα μολυβένιο στρατιωτάκι ή το περιτύλιγμα μιας σοκολάτας εξαφανίζονταν μυστηριωδώς, σκεφτόμασταν ότι θα είχαν γλιστρήσει σε κάποια σχισμάδα και από εκεί θα είχαν πάει κάτω, σ’ εκείνη την άγνωστη χώρα….

Στον Αντώνη Σουρούνη

15
Ιαν.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 17

Neal Pollack, Alternadad (2007)

Τίποτε δε σε σώζει αμήχανε/κατάπληκτε νέε πατέρα. Ούτε καν το σκουλαρίκι στο παιδικό παιχνίδι – που σίγουρα θα κολυμπήσει καλύτερα από σένα.




Ιανουαρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.010.066 hits

Αρχείο