Λογοτεχνείο, αρ. 89

Ίμρε Κέρτες, Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου χωρίς πεπρωμένο, εκδ. Καστανιώτη, 2003, μτφ. από τα γερμανικά Γιώτα Λαγουδάκου, σ. 128-129 (Imre Kertész, Sorstalanság, 1975).

 Το κυριότερο είναι να μη χάσεις τον έλεγχο του εαυτού σου: με κάποιον τρόπο κάτι θα γίνει, γιατί δεν έχει συμβεί ποτέ να μη γίνεται με κάποιον τρόπο κάτι – όπως μου έμαθε ο Μπάντι Τσιτρόμ, που είχε μάθει το σοφό αυτό ρητό στην Υπηρεσία Εργασίας. Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι να πλένεσαι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες (παράλληλα διατεταγμένες σκάφες με σωλήνες γεμάτες τρύπες στο ύπαιθρο, μπροστά, στην πλευρά του στρατοπέδου που πήγαινε προς το δρόμο). Εξίσου σημαντικό είναι να μοιράζεις τη μερίδα σου – είτε υπάρχει είτε όχι, πρόσθεσε – με οικονομία. Από το ψωμί, όσο δύσκολη κι αν μας φαίνεται αυτή η αυστηρή αυτοπειθαρχία, πρέπει να μένει κάτι και για τον καφέ της επόμενης μέρας, ένας κομμάτι μάλιστα – χάρη στον αυστηρό έλεγχο της σκέψης και προ πάντων των χεριών μας που γυροφέρνουν συνεχώς τις τσέπες του σακακιού μας – μέχρι το μεσημεριανό διάλειμμα: έτσι και μόνο έτσι μπορούμε να αποφύγουμε λόγου χάρη τη βασανιστική ιδέα ότι δεν θα είχαμε τίποτα να φάμε. Ότι το ύφασμα για τα παπούτσια που ανήκε στην γκαρνταρόμπα μας δεν είναι μαντίλι, όπως μέχρι τότε λανθασμένα πίστευα· ότι στα προσκλητήρια ή στη φάλαγγα είναι ασφαλές μόνο το κέντρο· ότι όταν μας μοιράζουν τη σούπα δεν πρέπει να επιδιώκουμε να πηγαίνουμε μπροστά, αλλά να μένουμε πίσω, γιατί τότε μας σερβίρουν από τον πάτο του καζανιού και συνεπώς απ’ ότι έχει μέσα η σούπα· ότι μπορούμε να μετατρέψουμε την λαβή του κουταλιού μας σε εργαλείο που από τη μια μεριά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαχαίρι: όλα αυτά και άλλα πολλά ακόμα χρήσιμα πράγματα στον τομέα της αιχμαλωσίας έμαθα από τον Μπάντι…

 Μνήμη Άρη Αλεξάνδρου

Διαβάζω, τεύχος 517 (Απρίλιος 2011)

Αφιέρωμα: Βασίλης Βασιλικός – Πληθωρικός και παιγνιώδης

Ο Βασίλης Βασιλικός ξεχωρίζει δικαιωματικά, εντασσόμενος στους «σύγχρονους κλασικούς» της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και στους λίγους Έλληνες συγγραφείς που ξεπέρασαν τα στενά γεωγραφικά και γλωσσικά όρια. Το χορταστικότατο αφιέρωμα 47 σελίδων επιμελούνται οι Κώστας Θ. Καλφόπουλος και Αλέξανδρος Σαΐνης.

Η συζήτηση με τον Γιάννη Μπασκόζο αποδεικνύεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ο Βασιλικός μας «αποκαλύπτει» πως δεν έχει γράψει βιβλίο χωρίς να υπάρχει το ανάλογο ξένο που τον ενέπνευσε. Ακόμα και το doc fiction του Ζ χρειαζόταν αυτή την άλλη ώθηση. Το ανακριτικό υλικό που είχε στα χέρια του δεν του «αρκούσε» αλλά ήταν το Εν Ψυχρώ του Καπότε που τον οδήγησε στην πρώτη φράση! Η διήγηση του Ιάσονα εμπνέεται από τον Θησέα του Ζιντ, τα Θύματα ειρήνης από την Πανούκλα του Καμύ, η τριλογία ήταν αποτέλεσμα κατ’ αντιστοιχία επιρροής των Κάφκα, Ιονέσκο και μπητ. Σε σχέση με την ταχύτητα και την ποσότητα γραφής εξομολογείται: Ανήκω στην κατηγορία των συγγραφέων που δεν περιμένουν να ωριμάσει μέσα τους ένα θέμα. Θέλω να το γράψω την ώρα που είναι ακόμα ζεστό και αμέσως μετά να απαλλαγώ από αυτό. Έτσι έχω γράψει πολλά βιβλία με ελαττώματα. Βέβαια, γι’ αυτό και τα ξαναδιαβάζω και τα επανεκδίδω. Αλλά καταλήγω πάλι στην πρώτη γραφή. 

Ο Άρης Μαραγκόπουλος διαφωνεί με τον ορισμό της Τριλογίας (σημ.: αποτέλεσε μια άρτια έκδοση των εκδ. Τόπος) ως του μόνου αριστουργήματος του Β.Β. και των υπόλοιπων έργω του ως ελασσόνων. Το εύρος της δουλειάς του δεν μειώνει την δοκιμασμένη ποιότητά του και στο πέλαγος των εκατοντάδων σελίδων του ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με το απόκοσμο κροτάλισμα μιας καθ’ όλα αυθεντικής γραφής. Η γραφή του περιέχει την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων πενήντα χρόνων σαν ένα εν προόδω χρονικό σατιρικού συγγραφέα του Βυζαντίου.

Η Νατάσα Χατζιδάκι προσπαθεί να θυμηθεί πού διάβασε την Τριλογία: σ’ ένα «σκοτεινό» δωμάτιο, στο δρόμο, στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου; Θυμάται όμως σίγουρα την άφωνη, παγωμένη, γεμάτη ερωτηματικά αίσθηση. Με την απόσταση του σήμερα βλέπει τις ομοιότητες με Φώκνερ, Ντος Πάσος και Μπάροους και γράφει: Υπάρχουν κάποια κείμενα που παραμένουν για πάντα νέα (…). Μας κρατούν όρθιους (αν και κάποτε γονατισμένους) και νέους για πάντα μέσα στην ανθηρή τους νεότητα. Και όσο κι αν αποφεύγουμε την κατά μέτωπο επανασύνδεσή μας μαζί του. Για να μην συγκρίνουμε τον εαυτό μας του παρελθόντος με αυτόν του παρόντος. Η επανασύνδεση είναι συχνά αναπόφευκτη. 

Ο Κοσμάς Ι. Χαρπαντίδης, ομότεχνος και ομόλογος στην διαρκώς ανθοφορούσα «σχολή της Καβάλας», είναι πεπεισμένος: η αφλογιστία εμπρός στην άδεια σελίδα σημαίνει τεμπελιά και μόνο. Ο Βασιλικός ποτέ δεν φοβήθηκε την αδειοσύνη της, αλλά ούτε και μυθοποίησε τη γραφή, προσηλωμένος στην αλχημεία των λέξεων. Αυτός ο συγγραφέας – πολίτης του κόσμου και εξωστρεφής συλλέκτης εμπειριών πριν τους άλλους αμφισβητεί ο ίδιος τη γραφή του και γίνεται αρνητής του εαυτού του. Και ξαναθυμάμαι τα λόγια του ίδιου του Βασιλικού: Αν υπάρχει μια αξία στα βιβλία μου είναι όσο καταφέρνω το προσωπικό μου βίωμα να το μεταπλάσω σε κάτι καθολικό. 

Γράφουν ακόμη, «βασιλικά», οι: Αλέκος Φασιανός, Μένης Κουμανταρέας, Χριστόφορος Λιοντάκης, Δημήτρης Τζιόβας, Θανάσης Αγάθος, Δημήτρης Ροζάκης, Ελένη Τορόση, Τάκης Παπαγιαννίδης, Γεσθημανή Καρατζαφέρη, Γεωργία Μ. Πανσεληνά – Μιχάλης Σόβολος, Χρήστος Α. Χωμενίδης. Το αφιέρωμα διανθίζεται από μαυροασπρισμένες φωτογραφίες: με τον Κορτάσαρ στο Παρίσι κρατώντας ένα τεράστιο Ζήτα, με τον Γκρας κάπου στη Γερμανία και τον Λούκατς στη Βουδαπέστη,  με την Καρντινάλε σ’ ένα ξύλινο πάγκο για την ταινία του Μ. Μπολονίνι Libera, amore mio. Κι έψαχνα την κατάλληλη μουσική για την ανάγνωση. Μα έπρεπε να το έχω προσκεφτεί: το εξαιρετικό σάουντρακ του Μορρικόνε! [σ. 128]