Χιλέλ Μίτελπουνκτ – Σκουλήκια (Driver/Painter)

 Θέατρο Λόγου και Τέχνης 104 των εκδόσεων Καστανιώτη

Μια καλοντυμένη γυναίκα, ευπρεπής και άκαμπτη, μπαίνει με μια βαλίτσα στο χέρι σ’ ένα βρώμικο, σχεδόν παρατημένο σπίτι. Την λένε Μίρα και ήρθε να μείνει στο σπίτι του αδελφού της Άλεξ, τέσσερις μήνες μετά τον θάνατό του. Πάνω στο τραπέζι και δίπλα σε μισοάδειο μπουκάλι κοιμάται ο Άαρον, πρώην οδηγός φορτηγών, που ζει και εργάζεται στη φάρμα του φίλου του Άλεξ. Ο τελευταίος τον είχε σώσει από την δραματική αμνησία ενός ατυχήματος, όταν έριξε το φορτηγό του σ’ έναν τοίχο. Μαζί ξεκίνησαν μια βιοτεχνία μεταξιού: τα σκουλήκια είναι πανταχού παρόντα/απόντα στον περίγυρο του σπιτιού. Η Μίρα πιστεύει ότι το σπίτι της ανήκει: εκεί μεγάλωσε, εκεί επιστρέφει για να πεθάνει από ανίατη ασθένεια. Ο Άλεξ ισχυρίζεται ότι το έχει αγοράσει απ’ τον συνέταιρο φίλο του και δεν μπορεί να παρατήσει την αυτοσχέδια επιχείρησή του.

Δυο απόλυτα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, ο φορτηγατζής και η ζωγράφος, θα πρέπει να πολεμήσουν γι’ αυτό που θεωρούν σπίτι τους. Δυο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες θα πρέπει να συμβιώσουν μέχρι να καταλήξουν σε μια λύση. Εκείνη έζησε στον πλούτο, εκείνος στο απόλυτο τίποτα. Εκείνη συνομιλεί με το πρότυπό της, τον Μιχαήλ Άγγελο, εκείνος με τις ραδιοφωνικές φωνές. Εκείνη ασκεί την τέχνη της ζωγραφικής, εκείνος καταγράφει τις μικρές, ταπεινές του αλήθειες σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο σημειωματάριο. Συγκρούονται, φιλονικούν, εκτοξεύουν επιχειρήματα και απειλές. Εκείνη τρεμουλιάζει σε κάθε διαμάχη, αποκαλύπτει εμμονές και παθολογίες. Για εκείνον ακόμα και η φιλονικία μαζί της είναι μια ευπρόσδεκτη συζήτηση. Γιατί είναι ούτως ή άλλως ένα ανθρώπινο ερείπιο, που τρεκλίζει μέσα στην τρώγλη του, καταφαγωμένος από τη μοναξιά. Οι επιθέσεις εναλλάσσονται. Όταν ο ένας κινείται απειλητικά προς την επικράτεια του άλλου, ο άλλος λουφάζει αμυνόμενος και οπισθοχωρεί σιωπηλός. Κάποια στιγμή η γροθιά του θα φτάσει ελάχιστα χιλιοστά πριν το πρόσωπό της, αλλά θα συγκρατηθεί, απόλυτα αξιοπρεπής μέσα στην αθλιότητά του. Τα μάτια του παραμένουν διαρκώς μισόκλειστα, σα να τον ενοχλεί το φως της ζωής.

Και κάποια στιγμή ο Άαρον αρχίζει να εξομολογείται. Υπερηφανεύεται που επιβίωσε μετά την αυτοκτονική κούρσα κι επανέφερε τη μνήμη του. Που «ό,τι ξέρει, το ξέρει απ’ το ραδιόφωνο». Ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνει τις γλώσσες, του αρκεί ν’ ακούει τους ανθρώπους να τις μιλάνε κι έτσι νοιώθει λιγότερη μοναξιά. Και η καλύτερη ώρα της μέρας το μοναχικό του φαγητό στο άθλιο εστιατόριο των φορτηγόδρομων. Εκείνη αρνείται να παραδεχτεί πως δεν είναι παρά μια φαντασμένη ζωγράφος, άφραγκη και καταχρεωμένη, που «ήρθε εδώ μετά από 25 χρόνια έχοντας μαζί της ένα τεράστιο τίποτα». Αλλά θα παραδεχτεί πως της μένει λίγος καιρός ζωής και πως θέλει να τον αφιερώσει στην ύστατη ζωγραφική της.

Μπορούν αυτοί οι τόσο διαφορετικοί κόσμοι να «συνυπάρξουν»; Να ζήσουν κάτω από την ιδία «στέγη», μοιραζόμενοι τα κοινά, αποδιώχνοντας τις διαφορές; Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε πως ο Χιλέλ Μίτελπουνκτ (1949) είναι εβραϊκής καταγωγής για να αντιληφθούμε πως το έργο του δεν αγγίζει τις πλέον βαθιές ανθρώπινες σχέσεις (ακόμα και τον έρωτα) αλλά και εκτοξεύεται σε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές σφαίρες. Ποιος ορίζει μια διεκδικούμενη επικράτεια, τι ανήκει σε ποιον και από πότε, ποιες πράξεις είναι νομικές, ηθικές ή ανθρώπινες, τι είναι δίκαιο και τι άδικο; Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Athens Review of Books ο Άμος Όζ (βλ. εδώ) έλεγε: «Η αντιπαράθεση ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο δίκιο και στο δίκιο, ανάμεσα σε δυο λαούς που διεκδικούν το ίδιο οικόπεδο, που ανήκει και στους δυο. Πρόκειται για μια τραγωδία με την αρχαία σημασία της λέξης. Η μόνη λύση είναι η ίδια λύση που βρήκε η Τσεχοσλοβακία, να χωριστεί ειρηνικά σε δυο κράτη έχοντας βέβαια επίγνωση πως ο ιστορικός συμβιβασμός θα είναι επώδυνος και στις δυο πλευρές και η μοιρασιά της χώρας θα είναι δύσκολη και τρομακτική».

Η Μίρα ακόμα και στην κατάρρευσή της θα παραμείνει καλλιτέχνης και θα μεταδώσει τα μυστικά της στον Άαρον. Θα προσπαθήσει να τον μάθει «να μην ταυτίζεται και να ζει τη ζωή των άλλων», «να μην ζει την αρρώστιά της αντί για εκείνη». Θα βρεθεί «με καλή παρέα, μέρος πια το σημειωματάριού του». Κι εκείνος θα γίνει τα δικά της μάτια, χέρια και πόδια, σε μια τελευταία αλλά απόλυτα συντριπτική νίκη της ζωής τους. Οι δυο ηθοποιοί τιμούν επί μιάμιση ώρα δυο τραγικούς και τραγικά δύσκολους ρόλους.

Παίζουν: Τάσος Νούσιας, Μαρλένε Καμίνσκι, σκηνοθ.: Μάνος Πετούσης, μτφ., βοηθ. σκηνοθ. και μουσ.: Κωνσταντίνος Καγιάννης, σκην. – κουστ.: Κώστας Μπότσος, φωτ.: Ανδρέας Μπελής / Θεμιστοκλέους 104, 210 3826185 / Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο με όλα τα στοιχεία των συντελεστών και της παράστασης εδώ./ Τετ-Πέμ.-Παρ. 21:15 έως 7/5, σε Θεσσαλονίκη από 18-28/5.

 [Hillel Mittelpunkt – Driver/Painter, 1988]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 43. Έρση Σωτηροπούλου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αλμπέρ Κοέν, Τζην Ρυς, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Τζέιμς Χάνλεϊ, είναι οι πρώτοι που μου έρχονται στο μυαλό. Αλλά υπάρχουν πολλοί άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Διάβασα πρόσφατα την «Πόρτα» της Μάγκντα Σαμπό, το βρήκα εξαιρετικό.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Φρανκ Ο’ Κόννορ και του Ντίνο Μπουτζάτι.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Ιγνάτης Χουβαρδάς, «Η δουλειά μου ως γυμνό μοντέλο». Έχω χάσει τα ίχνη του. Ελπίζω να γράφει.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο Σιντ από το «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», τον σκεφτόμουν όπως έμεινε εκεί μετέωρος σ’ένα σύννεφο καπνού με το κλουβί στο χέρι. Για να μάθω νέα τους θα έπρεπε να γράψω τη συνέχεια των βιβλίων. Δεν ξέρω αν μ’ενδιαφέρει.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Βάλτερ Φάμπερ στο Homo Faber του Μαξ Φρις.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σχεδόν πάντα γράφω εκτός σπιτιού.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι. Συγκέντρωση, ησυχία, και για μένα ξύπνημα νωρίς το πρωί. Οι ιδέες έρχονται μόνες τους.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Παλιό ροκ. Κάθε βιβλίο γράφεται με την ίδια μουσική, τα ίδια κομμάτια που ακούγονται για μήνες, λειτουργεί περισσότερο σαν τείχος ήχου για να με απομονώνει.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ήταν η «Εύα» που διατηρεί ακόμη ένα μυστήριο για μένα. Στη θύρα στέκομαι και προσπαθώ να δω από την κλειδαρότρυπα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Δεν βιοπορίζομαι.

Ασχοληθήκατε ή θα ασχοληθείτε με την κριτική λογοτεχνίας; 

Κριτική λογοτεχνίας; Ποτέ!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όλα ή σχεδόν όλα. Το Δέντρο, η Λέξη, το Πλανόδιο, τα δε(κατα), η Ποίηση, το Διαβάζω, η Νέα Εστία, το Εντευκτήριο κι εκείνα της περιφέρειας όπως πχ ο Πόρφυρας, κι αυτά που έχουν γενικώτερη κατεύθυνση όπως το Athens Review, το books’ journal. Είναι καταπληκτικό ότι στην Ελλάδα έχουμε τόσα λογοτεχνικά περιοδικά, δεν συμβαίνει το ίδιο στην Ευρώπη. Να κι ένας τομέας που είμαστε πρωτοπορία! Ξέρω ότι αυτό συμβαίνει με πολλές προσωπικές θυσίες, αλλά αξίζει τον κόπο.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Μα έγραψα ποίηση, και συνεχίζω να γράφω κατά κάποιο τρόπο.

Έχετε σχετιστεί με πολλούς τρόπους με τον σύγχρονο κινηματογράφο, πέρα από παλαιότερες μεταφράσεις σας. Ενδιαφέρεστε, παρακολουθείτε; Έχετε εμπνευστεί ή απλά γοητευτεί από κάποιον σύγχρονο σκηνοθέτη, σενάριο, ταινία;

«Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι», του Μπερτολούτσι, «Το γλυκό πεπρωμένο» του Ατόμ Εγκογιάν, «Η Έκλειψη» του Αντονιόνι.

Πρόσφατα επανεκδόθηκε το βιβλίο σας Η Φάρσα, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Γιατί αυτό κι όχι κάποιο άλλο; Ποιες οι προϋποθέσεις για την επανέκδοση ενός παλαιότερου έργου;

Ξαναδιάβασα τη «Φάρσα» για τις διορθώσεις. Εκτός από την μετατροπή από το πολυτονικό σύστημα σε μονοτονικό, δεν χρειάστηκε να αλλάξουμε τίποτα. Είναι πολύ ευχάριστο ένα βιβλίο να παραμένει τόσο σύγχρονο και ζωντανό μετά από τριάντα χρόνια.  Η «Φάρσα» εντάσεται όπως και το τελευταίο μου μυθιστόρημα η «Εύα» σε μια ποιητική της πόλης, που είναι ποιητική κόλασης και καθαρτηρίου μαζί.

Το βραβευμένο σας μυθιστόρημα Ζιγκ-ζαγκ στις νερατζιές απέκτησε μια νέα (πλην της συγγραφικής, αναγνωστικής και βραβευτικής) περιπέτεια, αυτήν της απαγόρευσης διδασκαλίας του στα σχολεία (αν και η  προσωπική μου εμπειρία διδασκαλίας του δεν υπήρξε απλώς θετική αλλά κάτι πολύ παραπάνω). Τι έμεινε τελικά απ’ όλα αυτά;

Ήταν μια δυσάρεστη εμπειρία. Παρά τα υποτιθέμενα ελεύθερα ήθη, και συχνά συννυφασμένη μ’ αυτά, η λογοκρισία είναι παρούσα. Μια από τις χειρότερες συνέπειές της είναι η αυτολογοκρισία, πολύ επικίνδυνη ειδικά για έναν συγγραφέα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το «Κόψε» του Γιάννη Βαρβέρη.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω, ψάχνω, αναρωτιέμαι, σβήνω.