Το Δέντρο, τεύχος 179 –180 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2011)

 Αφιέρωμα Γιώργος Σεφέρης [1900-1971]. Σαράντα χρόνια μετά

Το βάθεμα, η στροφή στα ενδότερα του εαυτού είναι διαμετρικά αντίθετες στον Θερβάντες και τον Σέξπιρ. Ο Σάντσο και ο Δον Κιχώτης αναπτύσσουν ένα νέο, πλουσιότερο «εγώ ακούγοντας ο ένας τον άλλον, ενώ ο Φάλσταφ και ο Άμλετ ακολουθούν αυτή την εξέλιξη μόνο όταν αφουγκράζονται τον εαυτό τους. […] Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο συνεχής διάλογος ανάμεσα στον Σάντσο και τον Δον Κιχώτη. Ακόμη κι όταν καυγαδίζουν, η ευγένεια δεν τους εγκαταλείπει. Ποτέ δεν παύουν να μαθαίνουν, καθώς ο ένας ακούει τον άλλον. Και ακούγοντας ο ένας τον άλλον αλλάζουν οι ίδιοι, γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ (Γιατί διαβάζουμε)…

… μας παραδίδει το εύχυμο απόσπασμα ο Κώστας Μαυρουδής αλλά δεν θα πάμε ακόμα στην στήλη του, όσο κι αν ανυπομονούμε. Προέχει το αφιέρωμα, όπου οι Νάσος Βαγενάς, Βασίλης Βασιλικός, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιάννης Ευσταθιάδης, Ηλίας Κεφάλας,  Νεκταρία Γ. Κλαπάκη, Ρόντερικ Μπίτον, Γιώργος Μπλάνας, Παυλίνα Παμπούδη, Θανάσης Χατζόπουλος κ.ά. εξετάζουν με ιδιαίτερα αποστασιοποιημένη ματιά την σεφερική ποίηση και την ευρύτερη σκιά ποιητή και ποιημάτων. Περιλαμβάνεται ακόμα μια συνομιλία του Γιάννη Παλαβού με τον Άκη Μπογιατζή [Cpt. Nefos, Libido Blume, Sigmatropic κ.ά.] για τα «Δεκαέξη χαϊκού» ως ερωτικά τραγούδια, τα οποία μελοποίησε σε δίσκο των Sigmatropic μαζί με άλλα τρία σεφερικά ποιήματα (και τα οποία βέβαια έχουμε πολλαπλώς καλύψει στο mic.gr, σε αντίθεση με τους απανταχού σεφεριστές που δεν πήραν, για άλλη μια φορά, χαμπάρι από την σπάνια αυτή περίπτωση εξαιρετικής μελοποίησης και πολλαπλών συμμετοχών).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η οπτική του Βασίλη Παπά για τον «φωτογράφο ποιητή». Ο Παπάς παρατηρεί πως ο μηχανισμός της ποίησης του Σεφέρη φαίνεται να αποζητά κάτι το χειροπιαστό για να πυροδοτηθεί. Η βιωματική εικόνα που μπορεί να αποτυπωθεί και σε φωτογραφικό ενσταντανέ τον ερεθίζει, ενώ το τοπίο τον βοηθά να οργανώσει καλύτερα την τεχνική και την πολιορκία του θέματος. Το ζήτημα εξετάζεται σε σχέση με το αναπάντητο, ακόμα, ερώτημα της σιωπής του Σεφέρη κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1946 και 1953, αυτή τη «μαύρη τρύπα» στην ποίησή του.

Μιαν έτερη πλευρά, εκείνη του παιγνιώδους ποιητή, επιλέγει ο Νίκος Δήμου. Οι ποιητές συνήθως δεν έχουν καλές σχέσεις με το χιούμορ και το παιχνίδι, τα δε παραστρατήματα ορισμένων τείνουμε να τα ξεχνάμε (π.χ. την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, τα Εικονοστάσια κ.λπ. του Ρίτσου, τον Μανούσο Φάσση του Αναγνωστάκη – ο δε Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου είναι μια άλλη ιστορία). Αλλά τελικά και ο Σεφέρης ήταν μέσα του αισθησιακός και φιλοπαίγμων, η δε σύντροφός του Μάρω συναίνεσε να εκδοθούν τα τολμηρά του στιχουργήματα. Καμιά σχέση δηλαδή με την σεμνότυφη κυρία Μπάιρον που κατέκαυσε το αριστουργηματικό, ως έλεγαν, ημερολόγιό του. Αλιεύω την έκτη στροφή από Το απομεσήμερο ενός φαύλου και μετράω σε πόσες σύγχρονες περιστάσεις ταιριάζει αυτό το: σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους/όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους/ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή/που στο βραχνά του παραμιλεί.

Ένα νέο αγωνιστικό έπος απολύτως αντάξιό μας: Η Εθνική Αντίσταση των σταχτοδοχείων. Αν όμως πλησιάσουμε πιο σοβαρά το αντάρτικο του καπνιστή, θα δούμε ότι αυτό που θίγεται από την απαγόρευση είναι η «ξεχωριστή» παρουσία του Νεοέλληνα, η κουλτούρα της ατομικότητας. Η συνθήκη που δεν μας επιτρέπει να δούμε τον εαυτό μας να κρίνεται και συνακόλουθα να πειθαρχεί. Ο ανυποψίαστος, δηλαδή, και απόλυτα ακαλλιέργητος ναρκισσισμός.

…. και όπως αντιλαμβάνονται οι πεπειραμένοι δενδρίτες, βρισκόμαστε ήδη στην στήλη facebook. Η οποία επιλέγει τον αντίλογο και την προσγείωση, για να μην πω τίποτε άλλο, από οιοδήποτε στοιχείο συλλογικής ή μαζικής ευδαιμονίας. Μετά την ευχάριστη έκπληξη και την ικανοποίηση για την αλλαγή στο Δήμο, να δούμε πώς πραγματοποιείται αυτό το παράδοξο ζητούμενο: να αλλάξει μια πόλη, μένοντας ίδιοι οι κάτοικοι. Διότι, ως γνωστόν, από καταβολής κόσμου κανένα όραμα, προσωπικό ή συλλογικό, δεν διαρκεί, όταν αναγκάζεται να μεταφράσει τις ιδέες σε πράξη. Υπάρχουν ακόμα μερικά δύσπεπτα «αποφθέγματα» προς μελλοντική χρήση. Όπως του Μουσολίνι: Δεν είμαι ο ιδρυτής του Φασισμού. Απλώς τον ανέσυρα από το υποσυνείδητο των Ιταλών. Προσοχή λοιπόν, γιατί το είδος είναι άμεσα ανασύρσιμο απ’ τον καθένα. Εδώ τα «αποκλείεται να συμβεί σ’ εμένα» δεν περνάνε.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα γράφει για τα Γωνιακά Σπίτια του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, ο Ουμπέρτο Έκο για την Έννοια του Διανοούμενου, ο Τάσος Γουδέλης για θαυμαστά και αθαύμαστα. Διηγήματα από Ζίγκρφιντ Λεντς, Αλμπέρτο Σαλσέντο Ράμος και Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ κ.ά. συμπληρώνουν αισίως τις 208 σελίδες. Στο συνοδεύον δισκίο, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος διαβάζει από τη Στροφή, το Μυθιστόρημα, τη Γυμνοπαιδία και το Τετράδιο Γυμνασμάτων.

Σημ. Το σκίτσο των Δον Κιχώτη – Σάντσο Πάντσα από τον Πάμπλο Πικάσσο.

Συλλογικό – Το βιβλίο του κακού

Τα ερωτήματα χάσκουν ορθάνοιχτα και κατάμαυρα: πώς θα έμοιαζε η κόλαση αν τη γεμίζαμε σήμερα με περιώνυμους Κακούς από την Ιστορία, τη Λογοτεχνία, την Επικαιρότητα; Τι είναι Κακό σήμερα, τι το συνδέει ή διαφοροποιεί με το Κακό άλλων εποχών; Αν η Θεία Κωμωδία του Δάντη και ιδίως η Κόλαση κατάφερε ν’ αποτυπώσει τις σκοτεινές πηγές της διαφθοράς, τα θηριώδη ένστικτα, τα συγκλονιστικά πάθη, τις ταπεινωτικές αδυναμίες των ανθρώπων της εποχής του, πώς θα αντιμετωπιζόταν σήμερα το κακό από την σύγχρονη συγγραφική φαντασία σε πλήρη αντιστοιχία με εκείνη την Κόλαση του 14ου αιώνα; 22 συγγραφείς  κλήθηκαν να επιλέξουν έναν οποιονδήποτε κακό ήρωα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την Ιστορία, την επικαιρότητα, αρκεί να έχει διαπράξει μία από τις ισάριθμες κακές πράξεις, ώστε να σχηματίζεται μια σημερινή εκδοχή της κατά Δάντη καθόδου στην Κόλαση, μια σύγχρονη αποτύπωση των εκφάνσεων του κακού.

Μπορεί να εισερχόμαστε χωρίς ελπίδα (όπως μας προειδοποιεί το πρώτο κείμενο του επιμελητή του τόμου) αλλά όχι χωρίς καθοδήγηση, καθώς πριν από κάθε διήγημα διαβάζουμε για το μέρος της Κόλασης που θα επισκεφτούμε αλλά και για τον σύγχρονο, επιλεγμένο πρωταγωνιστή του. Μια «μικρή εισαγωγή στη Γενεαλογία και Λογοτεχνία του Κακού» ανοίγει για λίγο το πέπλο των φιλοσοφημένων και καταγεγραμμένων επικρατειών του Κακού: αρχαιότητα, Σοφιστές, Πλωτίνος, Άγιος Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης, Καντ, Χομπς, Λοκ, Ρουσσώ, Αποκάλυψη Ιωάννη, τα Άνθη του Μπωντλαίρ, Δάντης, Μάρλοου/Δόκτωρ Φάουστους, Μίλτον, Γκαίτε/Φάουστ, Λιούις, Ντε Σαντ, Μπλέηκ, Σβέντεμποργκ, Βύρων, Σέλλεϋ Πέρσυ Σέλλεϋ, Μαίρη Σέλλεϋ/Φρανκεστάιν, Στόουκερ/Δράκουλας, Στήβενσον/Τζέκυλ και Χάιντ, Τζόζεφ Σέρινταν Λε Φανού/Καρμίλλα, Πολιντόρι, Τόμας Μαν/Δόκτωρ Φάουστους, Μπατάιγ, Σφαγείο Νο 5, Κουρδιστό Πορτοκάλι…

Επιλέγω τα δυο κείμενα που με έθελξαν περισσότερο. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος πολυγραφεί την περίπτωση του μαζικού δολοφόνου Γιο Σουνγκ – Χι που σκόρπισε 30πλό θάνατο σ’ ένα πανεπιστήμιο το 2007 προτού αυτοκτονήσει. Κάθε αναφορά στο μακελειό της Βιρτζίνια συμπληρώνεται από τη διαπίστωση ότι ο αυτουργός ήταν συγγραφέας, δηλαδή ένα πλάσμα λοξό και καταραμένο. Ουδείς όμως είχε αντιληφθεί ότι τα γραπτά του συνιστούν μια λογοτεχνία με απαράβατες αξιώσεις ειλικρίνειας. Ο Γιο ήταν ένα τερατώδες γέννημα της ίδιας της λογοτεχνίας. Κατασκεύασε προσεκτικά τον αναπότρεπτο εαυτό του σαν να ήταν λογοτεχνική φιγούρα. Η Νοτιοκορεατική οικογένειά του είχε παλαιοβιβλιοπωλείο κι εκείνες έμαθε να ζει ανάμεσα σε βιβλία, με σεβασμό για τους συγγραφείς και τα κείμενα. Πήγαινε παντού αγκαλιά με το τρομπόνι του, ήταν φανατικός του κόμικ Old Boy (που ενέπνευσε την ταινία), έγραφε διαρκώς σε σημειωματάρια και μπλοκ, είχε αναπτύξει διάφορα φανταστικά λογοτεχνικά πρόσωπα, που σταδιακά απέκτησαν υπόσταση στον «πραγματικό» του κόσμο – έναν κόσμο που έμοιαζε όλο και περισσότερο με το αγαπημένο του μάνγκα.

Καθόλου τυχαία το αρχικό παράθεμα του συγγραφέα προέρχεται από τον στίχο του Jah Wobble: Every man’s an island/and the tide is coming in. Επειδή: Κάθε άνθρωπος είναι ένα νησί. Είναι ακριβώς η υποκειμενικότητά του που βαραίνει σ’ αυτή τη διαπίστωση, μαζί με το μοναξιά που υποδηλώνεται σ’ ένα πέλαγος, όταν ανάμεσα στα νησιά απλώνεται μια έκταση ασυνεννοησίας. Μια υποχρεωτική θαρρείς απομόνωση ακολουθεί ως φυσική συνέπεια, ταυτόσημη με τη διαπίστωση μοιραίων διαφοροποιήσεων στη δόμηση της αντίληψης κάθε ανθρώπου. (…) Κανείς δεν μπόρεσε να «αγγίξει» πραγματικά τον Γιο. 

Ίσως γι’ αυτό μια ιστορία όπως ετούτη φέρνει στην επιφάνεια κάποιες ενοχές. Επειδή, ενδόμυχα ή φανερά, ασυνείδητα ή επίτηδες, καθένας τείνει να υπερασπίζεται κάποιον ορισμό της «διαφορετικότητάς» του. Κάθε νησί επιδεικνύει και προστατεύει με πάθος μια εξατομικευμένη ιδέα της μοναδικότητάς του. Ενώ συχνά βιώνει τις θαλάσσιες αποστάσεις του αρχιπελάγους ανάμεσα στα νησιά σαν μια αξεπέραστη, υπαρξιακών διαστάσεων τραγωδία. Δεν του απομένει τότε παρά να βιώνει επαναληπτικά την επώδυνη απορία: «Γιατί ανάμεσα στον κόσμο και σε μένα να υπάρχει τόση διαφορά;» (σ. 105 – 106).

 Μετά από ένα σύντομο ψυχιατρικό εγκλεισμό, ο Γιο (στην ουσία ένα μικρό παιδί που δε μεγάλωσε, προστατευμένο στο πλαίσιο μιας «τρέλας») συνεχίζει να γράφει, στριμώχνοντας σ’ ένα μικρό τετράδιο τις δυσανάγνωστες παραγράφους της κλειστής προσωπικής ζωής του. Από αυτό το σημείο ξεκινά η συνειδητοποίηση πως αποτελεί ένα υπόδειγμα συνείδησης – νησιού. Ο Στήβεν Κινγκ κλήθηκε να σχολιάσει την περίπτωση Γιο και τη σχέση που μπορεί να έχει η δημιουργική φαντασία με τη βία. Που ακριβώς πρέπει να «τραβηχτεί η γραμμή» μεταξύ της μυθοπλαστικής ελευθερίας και μιας ανησυχητικής συμπεριφοράς, προτού η πρώτη «σηκώνει κόκκινη σημαία» (:όρος που αφορά σημάδια ύποπτων συμπεριφορών μαθητών ή φοιτητών, παρατηρούμενα ακόμα και σε μυθοπλαστικά κείμενά τους). Μέχρι ποιου σημείου μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια μυθοπλασία ως σύμπτωμα ή διαγνωστικό σημείο;

Ο Κινγκ είναι αρνητικός: απάντησε, μεταξύ άλλων, πως και αυτά που ο ίδιος έγραφε στο κολλέγιο θα είχαν σηκώσει κόκκινες σημαίες και θα τον είχαν χαρακτηρίσει ψυχοπαθή. Για τους περισσότερους δημιουργικούς ανθρώπους, η φαντασία είναι εκείνο το κανάλι από το οποίο παροχεύεται η ενδόμυχη βία, εικονοποιώντας πράγματα που δεν θα κάνουμε ποτέ. Οι εκθέσεις των Αμερικανικών Μυστικών Υπηρεσιών ύστερα από μια άλλη σφαγή (Κολουμπάιν) έχουν διαφορετική άποψη. Η γραφή αναγνωρίζεται πλέον ως σύμπτωμα. Η μυθοπλασία ως αποδεικτικό στοιχείο με πραγματική υπόσταση. Η λογοτεχνία προκρίνεται πλέον ως αντανάκλαση ενός δεδομένου υπαρκτού κόσμου.

Ο Νίκος Κουνενής συντάσσει μια Απολογία Συριανού Βλασφήμου, που προφανώς προφέρει ο Εμμανουήλ Ροΐδης ενώπιον του Εωσφόρου, 103 χρόνια μετά την άφιξή του στα Κολαστήρια της Κόλασης, ελάχιστο δηλαδή χρονικό διάστημα σε σχέση με την αναμενόμενη αιωνιότητα. Ο ατυχής συγγραφέας ισχυρίζεται πως αδικήθηκε από εμπαθείς ιέρακες – ιεράρχες που θα έπρεπε να εγκαλούνται πρώτοι απ’ όλους στο Αμαρτιοδικείο ενώ με περισσή ειλικρίνεια ομολογεί πως ο αφορισμός του βιβλίου (που βεβαίωνε πως η ανάγνωσή του είναι ισοδύναμη με διαβατήριο μετοικήσεως στην Κόλαση) του έκανε τεράστια διαφήμιση με μηδενικό κόστος, γι’ αυτό άλλωστε όντως ευχαρίστησε δημοσίως την Εκκλησία. Έχει άραγε ελπίδα να εισακουστεί από τον βεβαιωμένο φανατικό αναγνώστη της Παπισσας κυρ Διάβολο; Για καλό και για κακό πάντως παρηγορείται εντασσόμενος κι αυτός στους επώνυμους τροφίμους της μεταδαντικής κόλασης.

Από τους υπόλοιπους Επιλογείς Κακών προσκαλούνται και εγκαλούνται ένας  ψυχοπαθής δολοφόνος ονόματι Χάνιμπαλ Λέκτερ (Γιώργος Γλυκοφρύδης), ο αυτόχειρ Σίντ Βίσιους (Λευτέρης Γιαννακουδάκης), ο σπάταλος Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (Ελένη Γκίκα), ο ομοφυλόφιλος Τζον Χολμς (Ηλίας Μαγκλίνης), , ο δολοπλόκος Γκριγκόρι Ρασπούτιν (Χρήστος Αποστολάκος, Χρήστος Αστερίου), οι διεφθαρμένοι (ιερείς) Σιμωνιακοί (Δημήτρης Σωτάκης), ο λαοπλάνος Καρλομάγνος (Σπύρος Παλούκης), δυο σαιξπηρικοί – Σάιλοκ (Νίκος Βλαντής), Ιάγος (Λίλυ Εξαρχοπούλου) – και φυσικά ο Χίτλερ (Μάκης Πανώριος). Το τελευταίο εις μνήμην του Χ.Φ. Λάβκραφτ και οπωσδήποτε έχει σημασία το συγκεκριμένο όνομα στο συγκεκριμένο τόμο. Ύβρις προς τη Φύση (Λευτέρης Μαυρόπουλος), μαγεία (Αύγουστος Κορτώ), διαφθορά στον τρίτο κόσμο (Γιάννης Ασδραχάς), παραχάραξη φύλου (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης), αδελφοκτονία (Άντζελα Δημητρακάκη), προδοσία (Αλέξης Σταμάτης), προδοσία και τρομοκρατία (Λένα Κιτσοπούλου) κ.ά. συμπληρώνουν τον κατάλογο των αιρετών αμαρτημάτων. Στο επιλογικό κείμενο σκιαγραφείται η αντιστροφή του κακού, από τη δαντική κόλαση στον 21ο αιώνα, με τα «πορίσματα» των 22 ιντερμέδιων συμμετοχών. Σας αφήνω γιατί κάποιοι μου χτυπάνε την πορτ…

Εκδ. Μαγικό κουτί, [σειρά: Μαγικός Καθρέπτης], 2009, 551 σελ., επιμ. Γιώργος Βαϊλάκης, με βιβλιογραφία, εργοβιογραφικά σημειώματα και 23 εικόνες – «όψεις» της Κόλασης.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες: οι Old Boy που ενέπνευσε τον Seung-Hui Cho, Στίβεν Κινγκ, Ράσπουτιν και οι Φιλάργυροι και Σπάταλοι, μια από τις κατά Γκυστάβ Ντορέ απεικονίσεις της Δαντικής Κόλασης (15 από τις οποίες συμπεριλαμβάνονται στον τόμο).