Στίβεν Κινγκ – Κριστίν & Μίζερι

Πλάνα από σελίδες, πλάνες, Δ΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Κριστίν

Μακριά από την Επιστημονική Φαντασία και πλησιέστερα στον αρχέγονο τρόμο, ο χρονικογράφος των φόβων της σύγχρονης Αμερικής δεν ήταν δυνατόν να αγνοήσει τις δυνάμει εφιαλτικές πλευρές των αυτοκινούμενων όντων. Αν στο «Μάξιμουμ Οβερντράιβ» τα τερατώδη φορτηγά καταδιώκουν κι εξοντώνουν κατασκευαστές και χρήστες, οδεύοντας προς μια μαζική καταστροφή, η σαράβαλη Πλύμουθ του 1958 εισχωρεί σε ιδιωτικούς μικρόκοσμους, εμπνέοντας κάθε ανθρώπινο συναίσθημα και απαιτώντας πλήρη ψυχοσωματική αφοσίωση, με όλους τους κανόνες του έρωτα, από την κτητικότητα και την προστασία μέχρι την ζήλεια και την εκδίκηση. Η όποια ενύπαρξη του Κακού στη Μηχανή δεν απέτρεψε την εξιδανικευτική ταύτιση του χαρακτήρα με νοσταλγούμενες αξίες παρωχημένων εποχών και κυρίως μ’ ένα αντικείμενο που δεν έπαψε να υπενθυμίζει την αυτόνομη ζωή του, πέρα από την διάρκεια που όρισε ο κύριός του. Ο Τζον Κάρπεντερ υπήρξε ικανός φιλμογράφος του αστικού τρόμου του συγγραφέα.

Εκδ. Bell / Χαρλένικ Ελλάς, Α΄ έκδ. 1985, Γ΄ έκδ. 2005, σ. 632, μτφ. Νέστορας Χούνος (Stephen King, Christine, 1983).

Μίζερι

Δημιούργημα μιας αυτοαναφορικής εκδοχής ενός ιδιωτικού τρόμου του συγγραφέα, η Μίζερι ενσαρκώνει τον διπλό εφιάλτη του πνευματικού δημιουργού. Από την μια καραδοκεί ο «κίνδυνος» της αυτονόμησης των χαρακτήρων του, σε σημείο να αντιστραφούν οι όροι: να αποκτήσουν εκείνοι σάρκα και οστά και να καθορίσουν την ζωή του δραματικά και οριστικά. Από την άλλη, το ενδεχόμενο να αποτελέσει ο ίδιος ο συγγραφέας αντικείμενο εμμονής και εξάρτησης εκ μέρους του αναγνώστη – «θαυμαστή» μέχρι του σημείου εισβολής και καθορισμού της ζωής του. Κάπως έτσι και ο εγκλεισμός του ήρωα από την εφιαλτική Μίζερι αποτελεί κάτι παραπάνω από μια απλή ιστορία απαγωγής. Καθώς η φανατική αναγνώστρια κρίνει πως έχει κάθε λόγο πάνω στον μύθο που διαβάζει και κάθε δικαίωμα πάνω στον ίδιο το συγγραφέα (εξελισσόμενη σε πρόδρομη μορφή των σύγχρονων stalkers των διασημοτήτων), αναδύεται ο απόλυτος τρόμος: να καταστεί ο συγγραφέας καθίσταται έρμαιο των εταίρων της λογοτεχνικής του συμπαιγνίας.

Εκδ. Bell / Χαρλένικ Ελλάς, Α΄ έκδ. 1994, Γ΄ έκδ. 2003, μτφ. Παλμύρα Ισμυρίδου, σ. 410 (Stephen King, Misery, 1987).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος (και εδώ)

Chapelier Fou – 613 (Ici d’ ailleurs, 2010)

Ο αιθέρας της γαλλικής ηλεκτρονικής μουσικής είναι γεμάτος από χαμηλοπρόφιλους ιπτάμενους, όπως ετούτος εδώ, που μόλις τον κατεβάσαμε από πτήσεις περσινές και δυστυχώς απαρατήρητες σ’ εμάς εδώ τους γήινους, που αποφεύγουμε να κοιτάμε ψηλά. Εδώ τα ηλεκτρονικά μαραφέτια δεν βάζουν τρικλοποδιές στα εύηχα έγχορδα αλλά τα ρυθμολογούν με τον δικό τους περίτεχνο τρόπο, όπως στο Les Métamorphoses Du Vide. Είναι ο τρίτος τη τάξει νέος μ’ αυτό το όνομα, μετά τους ήρωες βέβαια της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων και του Μπάτμαν, αλλά καθόλου περισσότερο γήινος, κι ας υποκρίνεται τον καθηγητή του Σολφέζ στο Ωδείο του Metz με την ταυτότητα Louis Warynski, ετών 27 και την ιδιότητα του κλασικού βιολονίστα.

Ο ήχος του παραπέμπει στον Pascal Comelade και στον Yann Tiersen αλλά μ’ ένα πιο φευγάτο αεράκι, πιο αέρινη χροιά, ενώ σίγουρα υπάρχουν εδώ μέσα πολλά μελωδικά προγράμματα, πολλά μουσικά κουτιά, πολλά πολύχρωμα γκάτζετ, σαν τους πολύχρωμους χαρτοπόλεμους του εξωφύλλου. Κάθε τόσο ποτίζει με λίγα φωνητικά τόσο ο ίδιος όσο κι ο Matt Elliott (στο Half of Time), ο οποίος καταθέτει και την κλασική του κιθάρα σ’ αυτό και στο Luggage. Τα χρώματα γίνονται σκούρα στο (επινοώ νέο είδος: Vintage και Mecano) Grahamophone, η ατμόσφαιρα έξοχα κινηματογραφική στο Entendre la forêt qui pousse.

Έχει τρία EP πίσω του (Darling, darling, darling…, Scandale!, Al Abama) και σίγουρα αρκετούς ηλεκτρονικούς, μινιμαλιστικούς, γαλλικούς – κινηματογραφικούς (της σχολής του Rene Aubry) και μη – δίσκους, οπωσδήποτε και της Ici d’ ailleurs. Διαθέτει ακόμα μια λιτή μπλογκο-ιστοσελίδα, προφανή σεμνότητα και, στοιχηματίζω το δικό μου μαγικό καπέλο, ιδέες για καμιά εικοσαριά δίσκους ακόμα. (7,5/10)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr