Αναθεωρητική (Σ)χολή

Το mic.gr μάς έστρωσε κάτω και μας κατέστρωσε αφιέρωμα στο οποίο υποχρεωθήκαμε να επιλέξουμε ένα τραγούδι από υποτιθέμενους κλασικούς δίσκους του ροκ με την απαραίτητη επιστημονική επιχειρηματολογία. Μας υποχρέωσε και «μας υποχρέωσε». Εις ανταπόδοσιν, απαντήσαμε με τον πλέον πικρόχολο πικροσχολιασμό.

Beatles – White Album

Οι Beatles δεν είχαν τίποτα ποτέ να μου πουν. Αποτελούν Ιστορία μνημειωμένη και απομακρυσμένη, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μπετόβεν, ο Τσάρλυ Τσάπλιν. Υπήρξαν κάπου αλλού, πολύ μακριά από μένα και τη ζωή μου. Η πρώτη μου ανάμνηση από δαύτους (και γι’ αυτό μοναδική) ήταν ένα μηχανικό αυτοκινητάκι, με ορχήστρα πάνω, που έπαιζε ένα κομμάτι που μ’ άρεσε πολύ. Πρέπει να ήμουν 5-6 χρονών, από τις πανπρώτες μου μνήμες. Αργότερα έμαθα πως το τραγούδι λεγόταν Ob-La-Di Ob-La-Da και ξενέρωσα. Εγώ ήθελα τίτλους εμβλήματα, όχι Ομπλαντά, Ντιρλανταντά και Ντιριντάχτα.

Αργότερα γνώρισα και τις αντιπαθητικές τους φάτσες. Την φλώρικη μούρη του ΜακΚάρτνεϋ (με μια φωνή που απορώ πώς αγαπήθηκε), το θρασύ υφάκι του Λέννον (μα ποιοι είμαστε ρε παιδί μου, ουρλιάξτε κοριτσάκια μου, έτσι …έτσι….), για την δε σπουδαία μορφή του Ρίνγκο Σταρ η πένα μου είναι πολύ λίγη… Ο Λέννον βέβαια δυστυχώς δολοφονήθηκε – ένα στοιχείο που στον κάλπικο αυτό κόσμο μυθοποιεί και θρυλοποιεί κι έτσι κανείς δεν διανοείται να τον κρίνει μουσικά, φωνητικά, κλπ, ενώ η αντιπολεμική του «δράση» σαφώς τον καταξίωσε στις συνειδήσεις «των πολλών», όπως θα έλεγε κι ο Χομπσμπάουμης. Τελικά μόνο ο Χάρρισον είχε συγκροτημένη προσωπικότητα (κι έβγαλε και τους καλύτερους προσωπικούς δίσκους).

Τα τραγούδια τους μου φαίνονταν υπερβολικά απλά, παιδικά και, το χειρότερο, υπερ-υπερ-υπερεκτιμημένα. Στις μελωδίες κάτι κατάφερναν, όπως βέβαια κι άλλα χίλια γκρουπ του ροκ. Επίσης τους λουζόμασταν ακατάπαυστα από τον Πετρίδη, που δεν υπήρξε εκπομπή που να μην μας τους σερβίρει επαναλαμβάνοντας πόσο σπουδαίοι είναι ενώ εμείς βράζαμε σε μια νεότητα που ζητούσε νέα ακούσματα (που μας τα περιόριζε μια φορά τη βδομάδα). Στο δικό μου μυαλό βέβαια αυτό που αναπολούσε ήταν η παιδική/ εφηβική /νεανική του ηλικία, το προσωπικό του παρελθόν. Είναι ακριβώς το ίδιο όπως ένας νέος του ’20 θεωρεί κορυφαία μουσική της ζωής του τον Αττίκ και τον Γιαννίδη. Έτσι κι εγώ προκρίνω το Ομπλαντάκι. Κατά τα άλλα οι Beatles δεν με αφορούν.

Davie Bowie – The Rise and Fall of Ziggy Stardust

Ποιος διάλεξε τον λιγότερο ενδιαφέροντα δίσκο του Μπάουι από την πρώτη μνημειακή περίοδο; Ακόμα και η επιλογή μου φαίνεται μονόδρομη. To Starman είχε τρομερή μελωδία, φευγάτη ιστορία, δραματική εξέλιξη κι ένα πρωτόγνωρο, διαστημάτο φίλινγκ. Χρόνια αργότερα το διασκεύασε ο Boy George και παραδόξως του ταίριαζε: κανείς του χώρου δεν υπήρξε ποτέ τόσο ΟΥΦΟ.

Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως ο Μπάουι δούλεψε για τα καλά όλους τους εραστές της ροκ εντ ρολλ μυθολογίας. Μπορεί να χτυπιόταν στη σκηνή ως Ziggy ουρλιάζοντας «εμείς θα χτυπήσουμε το κατεστημένο, εμείς θα το λιώσουμε σα βδέλλα», μπορεί να έφτασε στις κόψεις τις τρομερές, αλλά δεν ήταν τόσο βλάκας ώστε να τα κάνει πράξη, ούτε να κάνει τον εγκέφαλό του τυρί γραβιέρα από τα ντραγκς. Σου λέει, κορόιδο είμαι; Ας ζήσω ως τα γεράματα, να το γλεντήσω πουλώντας τις υπέροχες περσόνες μου.

The Doors – The Doors

Doors…τους σεβόμουν αλλά κάπως κάτι κάπου κάποτε δεν μου πήγαινε. Άλλες εποχές, άλλα ήθη, μια επαναστατικότητα που είχε έδαφος να αναπτυχθεί. Με τα δικά μου εφηβικάτα όμως (που ούτως ή άλλως δε θέλω να θυμάμαι) ήταν ασύμβατοι. Αφήστε που ακόμα και σήμερα όταν ακούω την εισαγωγή του Riders on the storm βλέπω μπροστά μου άσπρες ποδιές και την αποστειρωμένη αίθουσα με τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων. Γιατί να λατρέψω ένα τύπο που χαράμισε ζωή και ταλέντο στα ναρκωτικά; Σας παραπέμπω στο σημείωμα του Μπάμπη Αργυρίου για τον θάνατο του Dee Dee Ramone εδώ. «Το έχω δει το έργο πολλές φορές και δε λυπάμαι πια όλους αυτούς που η ζωή τους φέρθηκε γενναιόδωρα χαρίζοντάς τους ταλέντο και δημιουργική φλέβα κι αυτοί… πλήττουν μέσα στη δόξα και το χρήμα και το ρίχνουν σε αυτοκαταστροφικά παιχνίδια». Ζήσε καλά, πέθανε νέος – το συζητάμε. Ζήσε μαστούρα, πέθανε νέος – λίγο δειλία το βρίσκω.

Επίσης πάντα αναρωτιόμουν: αν ο Μόρρισον δεν ήταν ωραίος, αλητάκος, ανάρχα και μικροπεθαμένος, θα είχε τέτοιο φοβερό σουξέ ανάμεσά μας; Αν ήταν χοντρός, φαλακρός, με μουστάκι και χοντρά γυαλιά, τραγουδούσε καθιστός Come on baby light my fire θα τον κάναμε γκράφιτι στις σχολικές τσάντες, αφίσα, είδωλο; Anyway, εδώ μέσα αυτό που συνεχίζω μέχρι σήμερα να τιμώ είναι το Μπρεχτικό Alabama Song (Whiskey Bar). Ήταν η πρώτη μου επαφή με ένα άλλο είδος, μια άλλη γραφή, και χρειαζόμουν κι ένα μύθο για την περιπλάνηση στα μπαρ που θεωρούσα ως ιδανικό τρόπο ζωής. Μετά μεγάλωσα.

Velvet Underground and Nico

Εδώ η απάντηση διχάζεται. Να διαλέξω Venus in Furs ή το Sunday Morning; «Θεωρητικά» θεωρώ ανυπέρβλητο το πρώτο: με έθισε στην κιθαριστική επαναληπτικότητα, ύμνησε το S/M, έσπασε κάποια τραγουδιστικά στερεότυπα. Αλλά πώς να αντισταθείς στον μελωδικότερο ύμνο από τους πιο καμμένους υμνητές; Είτε υμνεί την αισιοδοξία μέσα στο βούρκο, είτε το αντίθετο, η ίδια η μουσική του Sunday Morning σε σπρώχνει να ζήσεις ένα εκατομμύριο ακόμα κυριακάτικα πρωινά. Άσε που ο Κύριος Ρίντιος εξέφρασε μ’ ένα στίχο το πρόβλημα μιας ζωής μας: I’ve got a feeling I don’t want to know.

Λίγα χρόνια μετά το Perfect Day θα συμπληρώσει την δυάδα που από τη μία όψη ξεχειλίζει ήλιο κι από την άλλη σε περιμένει το σκοτάδι. Σήμερα νοιώθω τη γνωστή γεμιστική ικανοποίηση που τόσο ο Reed όσο ο Cale ζουν μέχρι σήμερα όπως γουστάρουν, μετράνε δεκαετίες διαρκούς δημιουργίας, και μουσικά το προχώρησαν πολύ μακριά. Για μένα αυτοί είναι οι πραγματικοί ρόκερς. Till the end.

Clash – London Calling

Respect. Προσωπικότητες. Να τους ακούς, να τους διαβάζεις, και μακάρι και να τους ζούσες. Τρελή αδικία το ότι στη χώρα μας παίζονται μόνο με το Rock the Cashbah και Should I stay or should I go, κατώτερα από όλα σχεδόν τα υπόλοιπα τραγούδια τους… Βέβαια προσωπικά δεν μου άρεσε ποτέ το λέρωμα του πούρου ροκ εντ ρολλ με λευκιές φανκιές. Σα να έμπαινε σαρδόνια ένα μέινστριμ ρεύμα στο δωμάτιο.  Επίσης δεν γνωρίζω κανέναν που να ακούει σήμερα ολόκληρους τους δίσκους τους. Αλλά ίσως αυτή είναι η πορεία κάποιων σπουδαίων δίσκων: δεν είναι να ακούγονται πάντα, ούτε να ακούγονται ολόκληροι.

London Calling. Επιτέλους, ένα τραγούδι που μου έδινε να καταλάβω τι συμβαίνει εκεί πάνω. Που καλούσε για βοήθεια, αλλά και συμμετοχή. Που δεν έκανε γελοίες επιδείξεις σαν τους Σεξοπιστολάδες αλλά έριχνε ευθεία το βλέμμα και κάρφωνε οργή.Και κάποιος που για πρώτη φορά μου έλεγε ευθέως πως ζει δίπλα στο βασιλικό ποτάμι, άστεγος.

Joy Division – Closer

Άλλη μια περίπτωση που ο θάνατος εκτοξεύει στα ύψη τη μουσική σου, απ’ όποια πλευρά και να το πάρει κανείς. Φοβάμαι πως οι JD δεν θα έχαιραν αντίστοιχης εκτίμησης αν ο Ian Curtis δεν είχε αυτοκτονήσει, έχοντας βέβαια νωρίτερα τραγουδήσει την κατάθλιψή του. Μουσικά τα περισσότερα κομμάτια τους δε μου άρεσαν ποτέ. Σωστά το είχε γράψει ο Κοντογούρης σ’ ένα παλιό Ποπ και Ροκ στο μονοσέλιδο που παρουσίαζε τα πολύ καινούργια σχήματα: «θυμίζουν πρώιμους Black Sabbath». Δεν αναφερόταν βέβαια στο Closer που είναι αλλιώς.

Decades. Ακόμα κι αν δεν αποτελούσε τον επιθανάτιο ρόγχο του, η μουσική του πραγματικά επενδύει τον Θάνατο. Και μέχρι σήμερα δε μπορώ να φανταστώ άλλο τραγούδι να τον πλησιάζει τόσο, ίσως ακολουθεί το The Funeral των Cure. Αλλά υπήρχε κάτι ψεύτικο, κάτι φτιαχτό στην εκφορά του Robert Smith. Ενώ στη φωνή του Curtis….

Tuxedomoon – Desire

Τους αγάπησα σ’ όλες τις μορφές, τους άκουσα πάρα πάρα πολύ, σκάβω μέχρι σήμερα ακόμα και τους προσωπικούς τους δίσκους του καθενός. Αλλά όσο κι αν ακουστεί «αιρετικό», το Desire ούτε τότε ούτε σήμερα μπορώ να το ακούσω, σίγουρα όχι ολόκληρο. Εδώ είχα την αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει, ότι η μουσική μας πάει σε καινούργιες διαδρομές (εντάξει, μετά είδα ότι δεν ήταν και τόσο καινούργιες, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία) αλλά κάθε φορά μετά από λίγη ώρα στόπαρα την κασέτα. Τι έλειπε; Μα η καρφωτική, στοιχειωτική μελωδία. Αυτό που θα έκαναν λίγο αργότερα και πάλι όχι πάντα. Εδώ το είχε μόνο το East/Jinx/…/Music #1, το πρώτο αριστούργημα των Νέων Ευρωπαίων που ήταν Αμερικανοί.

The Smiths – The Queen is Dead

Ο χειρότερος δίσκος των Smiths, από τους κανονικούς, όχι τους δεκαπέντε συλλογικούς και bestικούς. Για άλλη μια φορά ένα συγκρότημα (που τα είπε όλα με τον πρώτο δίσκο και τα σιγνκλάκια της πρώτης περιόδου) γίνεται στην καθυστερημένη χώρα μας καθυστερημένα γνωστό, με το χειρότερο σύνολό του, για άλλη μια φορά στη χώρα μας σουξέ γίνεται το χειρότερο κομμάτι του, το Bigmouth strikes again (τελικά αυτά τα βήτα φωνητικά τι είναι; αυτιστικό παιδάκι; κινέζικο καρτούν; στρουμφάκι; βλακωδία του παραγωγού; γιατί δεν έβαλε και καμιά σφυρίχτρα;).

Φάρος λαμπρός εδώ το There is a light that never goes out. Άψογη ποπ και τα απαραίτητα ψευτομελοδραματικά λογάκια που ευτυχώς αποποιήθηκα έγκαιρα, όταν η μούσα μου πήγε και τα έφτιαξε με τον μαλάκα της σχολής, άρα ξύπνησα νωρίς: κανείς και τίποτα δεν αξίζει να πεθάνεις γι’ αυτόν, ούτε ουρανίσια, ούτε θαλασσίσια. Tonight by your side it’s such a heavenly way to die; Oxi kale, ase kalytera, lew na zisw ki egw (opws allwste ki esy) kai na paw stin epomeni.

Violent Femmes – Violent Femmes

Τι; Violent Femmes;;; Ένα από τα πιο υπερεκτιμημένα γκρουπ του γαλαξία; Ούτε μισό κομμάτι! 1983, εποχή που δεκάδες σκηνές (από αγγλική post punk ως αμερικανική ψυχεδελική) βράζουν, κάποιοι αποφασίζουν πως πρέπει να λατρέψουμε τους Violent Femmes και τους Dream Syndicate. Αρχίζει μια ανελέητη προώθηση μέσω Ποπ και Ροκ (ίσως αλλοθάκι για τις παλιατσούρες με τις οποίες μας είχαν βομβαρδίσει – ο Ήχος κράτησε μικρότερο καλάθι αν και το φούλαρε κι αυτός) μόνο που δεν ήταν καλά συνεννοημένοι: άλλος τους έλεγε γκαράζ (!), άλλος νεοψυχεδέλεια (!!), μόνο γιεγιέδες δεν τους είπαν. Ενώ ήταν απλή αμερικάνικη ροκούρα.

Σα να μην έφτανε αυτό, είχαμε κι όλους αυτούς τους μεθυσμένους που χοροπηδούσαν και σε ξενύχιαζαν με το Kiss Off, παθιασμένοι με τους δέκα λόγους που άξιζε να φτύσουν την γκόμενα που δεν είχαν ακόμα. Στο δικό μου θυμικό η αντίστοιχη θηλυκή συμπεριφορά παρατηρείται στο άκουσμα του άσματος «Τα έδωσα όλα κι έμεινα στον άσσο», όπου χτυπιούνται δεσποινίδες που δεν έχουν δώσει ακόμα τίποτα απολύτως και σε κανέναν.

Portishead – Dummy

Εδώ καταθέτω ένα βιογραφικό παράδοξο. Ζούσα επί χρόνια σε ιδιόμορφες συνθήκες: χωρίς τηλεόραση (σ’ όλη τη Θεσσαλονίκη μόνο ο Αγγελάκας κι εγώ – εννοώ από τις επώνυμες προσωπικότητες), χωρίς ράδιο, αργότερα χωρίς σιντιέρα, χωρίς παρέες με ίδια μουσικά γούστα και για καιρό χωρίς ίντερνετ – πήγαινα τα κείμενα στο πρώιμο mic σε…δισκέτα. Έτσι δεν πήρα ποτέ χαμπάρι τις «εκρήξεις» νέων «σκηνών» παρά πολύ αργότερα. Πρώτα διάβαζα και μάθαινα για τους περίφημους π.χ. Oasis, Blur, Massive Attack, Portishead – για να αναφέρω τα δήθεν «νέα» ονόματα. Έτσι, έχοντας διαβάσει τόσους ύμνους, όταν τελικά τα άκουγα η απογοήτευση ήταν τεράστια: «Γι’ αυτό το πράμα παραληρούν όλοι;»

Κάπως έτσι και με το ετούτο το κατά τα άλλα άρτιο σχήμα. Ενδιαφέρον αλλά μην τρελαθούμε κιόλας. Όταν έχεις περάσει ήδη απ’ όλη τη Μαύρη Θηλυκότητα, απ’ όλη την Σόουλ και Μπλουζ Αισθαντικότητα, τι να σου πούνε τα εγγλέζικα μελόπαιδα; Θα μου πεις, βαρεθήκαμε τις Μυθολογίες του Μέμφις, ας φτιάξουμε μια του Μπρίστολ. Και εγέννητο Trip Hop! Sour Times εδώ, ως μονόφθαλμο στα τυφλά. Όλως τυχαίως, οι 99 στους 100 αυτό διαλέγουν.

Bjork – Post

Τόσο με τους Sugarcubes όσο και τη Bjork επαληθεύτηκε για άλλη μια φορά πως η υποτιθέμενη ανεξάρτητη σκηνή λειτουργούσε ακριβώς το ίδιο με την μέινστριμ, απλώς ένοιωθε λίγο σαν Β΄ Εθνική. Τα πραγματικά «ανεξάρτητα» υπέροχα σχήματα ήταν μακριά από δω, ήταν στις άγνωστες εταιρείες, στα απανταχού συνοικιακά υπόγεια, στους χειροποίητους δίσκους. Έτσι, όταν έβλεπα διαρκώς στην κορυφή των τοπ του περιοδικού Catalogue τους μεν και τη δε, έλεγα αποκλείεται αυτοί να αξίζουν φράγκο.

Βέβαια η δαιμόνια ποντικομούρα δεν ήταν χαζή να μείνει πάνω στο παγόβουνο των indies. Το ’δειχνε απ’ την αρχή πως θέλει να γίνει σταρέσσα και επέλεξε να πλασάρει ακριβώς αυτό που δεν έχουν οι άλλοι/ες. Ποτέ μου δε κατάλαβα πώς είναι δυνατό μια άτεχνη, γκριναροπαραληρούσα φωνή σε εντελώς αμελωδικά κομμάτια να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον. Μήπως επειδή το πακέτο της λιλιπούτειας καλικάντζαρης από την παγωμένη Θούλη ήταν «κάτι διαφορετικό ρε παιδί μου»; Μήπως όλο και κάποιες χρειάζονταν ένα ασχημομούρικο (δηλαδή αντι-τηλεοπτικό) είδωλο να ταυτιστούν;

Ούτε ένα κομμάτι της, όχι από το δίσκο, αλλά και γενικά δεν μπορώ να ακούσω πάνω από 30 δευτερόλεπτα. Όταν δε έμαθα πως θα τραγουδούσε σε ολόκληρο μιούζικαλ, του Λαρς Φον Τρίερς κιόλας, σκέφτηκα να ένα απολύτως σύγχρονο και αναίμακτο βασανιστήριο για κάθε ανακριτική αρχή. Βάλε τον ύποπτο να το δει 10 φορές και θα στα ομολογήσει όλα.

R.E.M. – Green

Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτον. Αδιάφορο συγκρότημα, ελάχιστα χάιλαιτς. Οι Αμερικανοί U2. Τελικά φαινόταν από την αρχή πως τους άρεσαν πολύ τα στάδια.Αν υπήρχε η συνήθεια να ονοματίζουμε τα στάδια και με ονόματα συγκροτημάτων, σίγουρα θα είχαμε κάποιο γήπεδο «REM». Φίλοι φίλαθλοι καλώς ήρθατε στο Στάδιο REM όπου σε λίγο θα διεξαχθεί η μεγάλη αναμέτρηση…Ως σπήκερ θα τους ταίριαζε (στην ανία και τον δεινοσαυρισμό) μόνο ο απαράμιλλος, ο κορυφαίος, ο μετρ κύριος…Αλέξανδρος Θεοφιλόπουλος!

Στις φωτογραφίες:1. Μην τους κοιτάς οργισμένος Harrison, τώρα αυτοί σου έλαχαν. 2. Σταράνθρωπος στο Εξώφυλλο του Σταρανθρώπου. 3. Brecht και Weil γελούν χωρίς να ξέρουν πως θα τραγουδηθούν από άλλους επαναστάτες, δεκαετίες μετά. Ή το ξέρουν; 4. Reed, Cale και Warhol γελούν, χωρίς να ξέρουν πως η υστεροφημία τους είναι κερδισμένη. Ή το ξέρουν; 5. Ο Joe Strummer σίγουρα θα διάβαζε Πανδοχείο αν υπήρχε τότε κι αν ήταν έντυπο. 6. Ο Ian Curtis σε μια σπάνια χαρούμενη στιγμή με τους άλλους τρεις Joy Division. Οι οποίοι – αυτό που λέγαμε – προτίμησαν να ζήσουν και να τραγουδήσουν τα βάθη τους ως New Order. 7. Tuxedo Moon σε πρωτόλεια μορφή: διακρίνονται και οι 4 προσωπικότητες: S. Brown, P. Principle, W.Tong. B. Reininger. 8. Όσο και να αλλάξεις, εμείς μαζί σου. Και όντως δεν πεθαίνει. 9. Μια χάριν αφίσας έξυπνη αναγωγή του ονόματος των Violent Femmes στον σαδομαζοχισμό των παλαιών διδασκαλισσών. 10. H λαίδη Portishead προσπαθεί να μας ανάψει μια φλόγα. 11. Η άλλη λαίδη και τα 20 μάτια των REM που κατάφεραν να με υπνώσουν, χρόνια τώρα.

Πρώτη δημοσίευση εδώ, όπου και σπαρταριστά «αντιδραστικά» σχόλια. Όλο το αφιέρωμα εκεί.

Sergio Blanco – Kassandra

Θεατρική Ομάδα Αρμαδίλλος

Η πόρτα του μπαρ κλείνει, με την Κασσάνδρα στο μέσον του. Μας πλησιάζει προτείνοντας πακέτα τσιγάρα. Την γνωρίζω καλά αυτή τη σκηνή, την ζω συχνά στην οδό Αθηνάς, μπροστά στην Αγορά, τη Νέα. Γυναίκες χωρίς άλλο ιδιαίτερο γνώρισμα σε πλησιάζουν συνωμοτικά για την διαφεύγουσα δοσοληψία. Αλλά ετούτη εδώ είναι μακιγιαρισμένη, φοράει κόκκινες μπότες, μας κοιτάζει διαπεραστικά και λάγνα. Θέλει να μας διηγηθεί την ιστορία της. Μας συστήνεται ως Κασσάνδρα, μας μιλάει για το Ίλιον, την οικογένειά της, τον τρωικό πόλεμο. Πώς;; Ο Έκτορας είναι αδελφός της αλλά και amorous boy, ξέρει απ’ την καλή και την ανάποδη την Εκάβη και την Αδρομάχη. Δηλαδή ξέρει πολλά – γελάμε αμήχανα, λέμε τι σκαρφίζεται κανείς για να κερδίσει την προσοχή μας – προτείνει κάτι κοινό, πασίγνωστο. Μας τους δείχνει και σε φωτογραφίες περιοδικών, τσαλακωμένων όπως στα κομμωτήρια, κάτι ψελλίζει για το Hotel Ilion.

Γεννήθηκε άντρας αλλά νοιώθει γυναίκα, πραγματοποίησε την μεταφορά αλλά όχι εντελώς. Ο Ευρυπίδης δεν μας τα είπε καλά, οι τραγικοί την παρουσίασαν ως υστερική, λάθος! Not woman not man complicated but not crazy. My personage not true. Slave του Αγαμέμνονα (Βασιλιά του Σεξ), ευπρόσδεκτη και στις κλίνες του Πάτροκλου, του Νέστορα, του Αίαντα, του Αχιλλέα, του Οδυσσέα (για τον τελευταίο τσάμπα). Αλλά αρκετά με τα των ενηλίκων! Στη φιλοσοφία της κυριαρχεί ο Bugs Bunny, το Tomorrow it’s another day, οι Abba, η Manchester United. Υπάρχει και ο Monsieur Flaubert, γουρούνι αλλά χρήσιμος χρηματοδότης, με αντάλλαγμα τις σαδιστικές του τέρψεις. Θα της άρεσε να κάνει ménage a trois με τον Αγαμέμνονα και την Κλυταιμνήστρα, αλλά η σκύλα δεν το δέχτηκε και την έκοψε κομμάτια. Οι τραγωδοί δεν έδειξαν τίποτα, έχουν το σύστημα να κρύβουν τη βία πίσω απ’ τη σκηνή, γι’ αυτό και μας αξίζει μια αναπαράσταση με το κραγιόν στο σώμα της. Μετά πετάχτηκαν τ’ απαυτά της στα σκυλιά. Life is a tragedy.

Αυτή η τόσο ελκυστική γυναίκα κάνει τόσα κόλπα για να γίνει πιστευτή, για να της δώσουμε σημασία; Οικειοποιείται τον δικό μας μύθο, ή αποτελεί την ιδανικότερη επαναφορά του; Μήπως θέλει να φωτίσει τη δική της οδύσσεια δίπλα στην ξεθωριασμένη απ’ το πολύ φως εξωραϊσμένη ιλιάδα; Τελικά όλες οι ιστορίες έχουν σεξ, πόλεμο, εξουσία, νικητές και χαμένους; Και η παιδικότητα (όπως και ο μύθος, ο παραμύθος, το παραμύθι, η παραμύθα) αποτελεί ένα ασφαλές καταφύγιο για κάθε καμένο απόκληρο; The winner takes it all, the loser has to fall ή Tomorrow is another day; Ποιο κρύβει μεγαλύτερες παγίδες και αυταπάτες.

Το έργο γράφτηκε από τον γαλλο-ουρουγουανό θεατρικό συγγραφέα Σέρχιο Μπλάνκο (πρώτο ανέβασμα έργου του στην Ελλάδα) και παρουσιάζεται στα  λανθασμένα, σπασμένα (και, εννοείται, απολύτως κατανοητά) αγγλικά του κάθε ξένου, που τα χρησιμοποιεί ως μόνο κι απαραίτητο εργαλείο επικοινωνίας κι επιβίωσης. Η ηρωίδα συνομιλεί για λίγο μαζί μας, αναζητά λίγη επικοινωνία, κάποτε και φιλία, όταν βέβαια δεν την διακόπτουν στο κινητό (50 ευρώ, άντε 40 συν το ταξί), κάποια στιγμή της δίνεται η ευκαιρία να φύγει αλλά ποιος έχει τη δύναμη της φυγής; Το μόνο που θέλει με τα στοιχειώδη της αγγλικά αλλά και την οικουμενική γλώσσα του βλέμματος και του σώματος είναι να μοιραστεί την ιστορία μιας σύγχρονης μεταφοράς και μετανάστευσης.

Διάρκεια 60΄/ Παίζει: Δέσποινα Σαραφείδου, σκηνοθ. Δέσποινα Σαραφείδου, Ευαγγελία Ανδριτσάνου, κοστ.: Λουκία Μινέτου, μουσ. επιμ.: Βασίλης Τσόνογλου./ Μπαρ Άνθρωπος, Γιατράκου 19 και Μεγάλου Αλεξάνδρου, Μεταξουργείο. / Παρ. – Σάβ. 21.15. Η πρώτη παράταση των παραστάσεων έχει προγραμματιστεί μέχρι τις 21 Μαΐου, αλλά πιθανότατα ακολουθεί και δεύτερη παράταση (βλ. τελική υποσημείωση), συνεπώς τηλ. 6942 220 045. / Φωτογραφίες (παράστασης και εδώ): Δημήτρης Γερακίτης.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Συζήτηση με την «Κασσάνδρα» Δέσποινα Σαραφείδου

Τι σχέση έχετε με την Κασσάνδρα του Μύθου; Την είχατε ποτέ διαβάσει ή  συναντήσει ή «συναντήσει»; Τι σχέση έχετε με την Κασσάνδρα του έργου;

Η Κασσάνδρα ήταν πάντα μια οικεία αναφορά – σε πρώτο επίπεδο, ο ρόλος στις τραγωδίες είναι ελκυστικός (το γεγονός πως είναι ξένη, η ανημποριά της, η απελπισία της…) – όμως κουβαλά κάτι που παρα-ξενίζει – για παράδειγμα, η Κασσάνδρα  των Τρωάδων στο μονόλογο της “τρέλας” της δεν μου μοιάζει ακριβώς Οφηλία, περισσότερο μου φέρνει στο νου μια ασυνείδητη σκηνοθεσία. Κι άλλες Κασσάνδρες με κυνηγούν. Η Κασσάνδρα και ο λύκος της Καραπάνου – ένα βιβλίο αγαπημένο κι ένα κείμενο που ελπίζω να δουλέψω για το θέατρο. Η Κασσάνδρα της Κρίστα Βολφ. Η Αλεξάνδρα του Λυκόφρονα. Όσο για την Κασσάνδρα του έργου, αναγνώρισα απ’ την αρχή μια κοινή στάση ζωής. Πολλή αφέλεια και πολλή επιθυμία.

Ένας κορμός της παράστασης είναι η ενσωμάτωση δυο ζωών (της μυθικής Κασσάνδρας και της σύγχρονης ηρωίδας) σ’ ένα πρόσωπο. Τι συνέβη; Η ηρωίδα ταυτίστηκε μαζί της, επιθυμεί να μας τραβήξει την προσοχή, παραφρονεί, ονειρεύεται;

Ας αποφασίσει ο θεατής γι’ αυτό. Νομίζω, κάθε Κασσάνδρα κι ένα αίνιγμα. Πρόκειται για δύο, τρεις ή δεκατρείς ζωές; Δεν ξέρω. Στο κείμενο συνωθούνται πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας.

Όταν μιλάω, στην Kassandra, ως ηθοποιός αλλά και ως πρόσωπο, αφήνω το λόγο να περνάει από μέσα μου και να δημιουργεί συνδέσεις, συσχετίσεις, συνειρμούς.

Πώς φτάσατε στο συγκεκριμένο θεατρικό κείμενο, τι σας έθελξε, τι σας προβλημάτισε, τι σας φόβισε;

Το έργο ήρθε μόνο του σ’ εμένα – ή μάλλον, μου το έφερε ο συγγραφέας του για να το παίξω.

Τι με γοήτευσε αρχικά; Η γλωσσική πενία του (είναι γραμμένο σε σπαστά, στοιχειώδη αγγλικά) και το μότο της Κασσάνδρας του, το “Tomorrow is another day”: απάρνηση της πραγματικότητας ή ύστατη γενναιότητα του χαμένου;

Τι με προβλημάτισε; Το κείμενο είναι ανοιχτό, δεν παρουσιάζει έναν συνεπή, συνεκτικό χαρακτήρα – είναι σαν αντανακλάσεις ενός προσώπου, σαν ξέφτια. Το ζήτημα λοιπόν ήταν πώς να αποδοθεί ένα τέτοιο πρόσωπο διατηρώντας την ανοιχτή δομή του.

Τι με φόβισε; Να μη βγει η Kassandra “θεατρική”, χάρτινη. Αναζητώ πάντα τη σάρκα. Έτσι, κατέφυγα σε μια πιο πρωτογενή, ενστικτώδη αντιμετώπιση του ρόλου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζεστε στο παγιδοφόρο είδος του μονολόγου (Το όνομά μου είναι Rachel Corrie από κείμενα της ίδιας, θεατρική διασκευή των Αλαν Ρίκμαν – Κάθριν Βίνερ, Σόνιετσκα της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, σύνθεση κειμένου Δήμητρα Κονδυλάκη, Delirium Tremens του Θωδ  Εσπίριτου). Πώς είναι η συγκεκριμένη δοκιμασία;

Φοβιστική (αν ξεχάσεις τα λόγια σου, ποιος θα σε σώσει;…) αλλά και απελευθερωτική.

Στην ουσία ο ηθοποιός δεν είναι ποτέ μόνος. Γιατί παίζει με το χώρο, με το χρόνο.

Στο μονόλογο, καθώς δεν υπάρχει ο άνθρωπος-συμπαίκτης, αναδεικνύονται πιο απογυμνωμένα άλλες σχέσεις, π.χ. η σχέση με το αντικείμενο. Πρόκειται ίσως για την πιο καθαρή μορφή υπόκρισης, με την έννοια ότι ο ηθοποιός έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει τον εαυτό του ενόσω δρα, να αποκτήσει συνείδηση των συστημάτων του (εννοώ το μυοσκελετικό, το κυκλοφορικό, το νευρικό κ.λπ.) ως οργανισμός, να συναισθανθεί το σώμα του ως εργαλείο. Βέβαια η λειτουργία του ηθοποιού είναι ίδια, και σε ένα έργο με περισσότερα του ενός πρόσωπα. Απλώς στο μονόλογο αναγκάζεται να βρεθεί ενώπιος ενωπίω.

Όσο για την Kassandra, στο συγκεκριμένο ανέβασμα, επιπρόσθετη δυσκολία και πρόκληση ήταν η έλλειψη ασφάλειας που προσφέρει η σκηνή. Από την άλλη, ήταν εξαιρετική άσκηση ετοιμότητας.

Όταν τελειώσουν οι παραστάσεις τι θα μείνει από την δική σας Κασσάνδρα σ’ εσάς; Τι θα θέλατε να μείνει στους θεατές;

Θα είμαι ίσως λίγο πιο ήσυχη απέναντι στο τρομακτικό γεγονός ότι μόνοι παράγουμε νόημα για τη ζωή μας. Θα κρατήσω ακόμα την αίσθηση της κοινότητας που μου χάρισαν όλοι οι συνεργάτες και οι φίλοι με τους οποίους δουλέψαμε για την παράσταση.

Ο θεατής για μένα είναι ο δεύτερος, ισότιμος πόλος της θεατρικής λειτουργίας. Και δρα αυτόνομα. Το μόνο  που μπορώ είναι να ελπίζω πως κάτι τον κινητοποίησε, τον άλλαξε.

Οι παραστάσεις αυτής της φάσης θα τελειώσουν. Αλλά η Kassandra θα έχει συνέχεια. Την περιμένω με περιέργεια.

Σημ. H συζήτηση δημοσιεύεται αποκλειστικά στο Πανδοχείο.  Επί του «πιεστηρίου», μια ακόμα παράταση της παράστασης, για το Π-Σ 27 και 28.5.

Προσθήκη 2012: Νέες παραστάσεις: 17 Φεβρουαρίου έως 24 Μαρτίου 2012. Ιστολόγιο και Facebook εδώ κι εδώ. Εταιρεία: 1+1=1.

Προσθήκη 10.2.2014: H Kassandra παρουσιάστηκε σε φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Νέα Υόρκη, Φίερ, Λουγκάνο, Πέγια, Μπίτολα, Πράγα, Ρέσεν, Στρούμιτσα, Σόφια, Μαδρίτη), και έλαβε τα βραβεία LEADING FEMALE ROLE AWARD (Apollon Theatre Festival, 2011), BEST INTERACTIVE PERFORMANCE AWARD (MonoAkt Festival of Monodrama, 2012), BEST ACTOR AWARD “ACTOR OF EUROPE 2012” (International Festival Actor of Europe, 2012).

Τώρα επιστρέφει στον Άνθρωπο, Γιατράκου 19 & Μεγ. Αλεξάνδρου (μετρό Μεταξουργείο). Από 31 Ιανουαρίου 2014 για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Τηλ: 6942 220045.Εδώ, video trailer. Εδώ, αποσπάσματα από την παράσταση και συνέντευξη του συγγραφέα και της ηθοποιού. Ιστολόγιο και Facebook εδώ κι εδώ.
Εταιρεία θεάτρου 1+1=1.