23
Οκτ.
11

Glen Campbell – Ghost on the canvas (Surfdog, 2011)

Ο Campbell ανακοίνωσε πως έχει Αλτσχάιμερ και πως ετοιμάζεται για τον τελευταίο του δίσκο και περιοδεία, για να προλάβει το οριστικό κλείσιμο της μνήμης του. Η διάγνωση του έδωσε λίγους μήνες πλήρους διαύγειας – για μετά τα πάντα ήταν ανοιχτά, κι έτσι δεν έχασε χρόνο: κάλεσε φίλους και γνωστούς και σκάρωσε την τελευταία του γιορτή. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από έναν δίσκο γεμάτο άξια, αξιάκουστα κι αξιαγάπητα τραγούδια.

Ο πανέτοιμος αυτός αναχωρητής αποτελεί ιδιόμορφη περίπτωση με διαφορετικά ονόματα: θρύλος από τα παλιά, εξαιρετικός rock and roll/country κιθαρίστας, αξιοπρεπής περφόρμερ, περιζήτητος σέσσιον. Υπήρξε μέλος των Wrecking Crew, του σχήματος που έπαιζε στις  wall-of-sound ηχογραφήσεις του Phil Spector, αργότερα κάνοντας back up σε ονόματα όπως Elvis Presley και Simon & Garfunkel, και υστερότερα σολάροντας με επάρκεια σ’ αυτό που γνώριζε καλύτερα (Wichita Lineman, Gentle on My Mind, Rhinestone Cowboy και άλλα αναρίθμητα).

Φαίνεται πως ο Campbell εδραιώθηκε στις συνειδήσεις λιγότερο ως ένας εξαιρετικός συνθέτης/τραγουδιστής και περισσότερο ως μουσικός, καθώς ένα μεγάλο μέρος των δίσκων του ήταν διασκευές· επίλεκτων μεν κομματιών και εξαιρετικά παιγμένες, αλλά πάντα διασκευές. Έτσι κι εδώ ζήτησε τη βοήθεια γνωστών κι εκλεκτών συνεργατών να του γράψουν τραγούδια για έναν αντάξιό του επίλογο: Paul Westerberg [The Replacements], Robert Pollard [Guided By Voices], Teddy Thompson [ο γιός των φολκ ρόκερς Richard / Linda |Thompson], Jakob Dylan, Roger Joseph Manning, Jr. [Jellyfish, Imperial Drag, The Moog Cookbook, TV Eyes]. Ύστερα έφτιαξε την δική του οργανική ομάδα (Dick Dale [o γνωστός surf θρύλος;!], Rick Nielsen [Cheap Trick], Brian Setzer [Stray Cats], Billy Corgan [Smashing Pumpkins], Dandy Warhols, Chris Isaak).

Η πεντακαθάρια ορχήστρωση και παραγωγή ανήκει κατά το μεγαλύτερο μέρος στον Julian Raymond (που, διαβάζω, επιχείρησε παλαιότερα να ξαναζωντανέψει το όνομα του Campbell, με τον τρόπο που ο Rick Rubin έβαλε ξανά το όνομα του Johnny Cash στο σύγχρονο ροκ εντ ρολλ με τις American Recordings). Η ερμηνευτική του Roy Orbison στο It’s Your Amazing Grace, το πιάνο του Randy Newman στο Valley of the Son, οι αρμονίες των Beach Boys στα The Rest Is Silence και Strong, μερικές από τις καλύτερες μνήμες της ζωής του (Billstown Crossroads, για την γενέτειρα του Arkansas, May 21st, 1969: η ημερομηνία έναρξης του τηλεοπτικού του βαριετέ – σώου), Jimmy Webb, Brian Wilson και George Harrison ως μακρινοί απόηχοι, ένα τελευταίο τζαμάρισμα με όλους τους προαναφερθέντες φίλους, όλα παίρνουν τη θέση τους σ’ ένα τελευταίο σκηνικό γλέντι όπου ο ίδιος θα κλείσει σιγά σιγά την κουρτίνα.

Αναπόφευκτα εδώ τα τραγουδισμένα λόγια κοιτάζουν κατάματα το επερχόμενο τέλος χωρίς όμως την παραμικρή έκπτωση στην ευφορία και τη διασκέδαση. Δεν υπάρχει καμιά κλάψα, καμιά μεμψιμοιρία. Όταν, ας πούμε, η εσωτερικής καύσης μπαλάντα Nothing But the Whole Wide World (του υιού Dylan) στιχουργεί When one dies and becomes “nothing”, the Lord connects us to everything —“the whole wide world” κανείς δεν καταθλίβεται. Ίσα ίσα παίρνει την θέση της επάξια στις αντίστοιχες ραψωδίες του Phil Ochs και του Tim Buckley. Κι όταν στο πρώτο πρώτο κομμάτι (A Better Place) τραγουδά με ολοκάθαρο βλέμμα πως είναι έτοιμος να φύγει για ένα καλύτερο μέρος, κανείς δεν σκοτεινιάζει, απλά σκεφτόμαστε πως μόλις ξεκίνησε ο δίσκος, μαθημένοι στο ροκ εντ ρολ και πεπειραμένοι απ’ τις απώλειες, ευτυχώς.

Και μερικά από τα δεκαέξι αυτά αντίο του μοιάζουν κλασικά και μπαίνουν οριστικά και για πάντα στα τζουκ μποξ μας: η ροκεντρολλιά του In My Arms (Thompson διασκευή) με την εμπρόσθια κιθαριστική τριπλέτα (Dick Dale, Brian Setzer, Chris Isaak). Το τελευταίο αποχαιρετιστήριο There is No Me…Without You υπέροχο φολκρόκιο τραγούδι αγάπης αφιερωμένο στη γυναίκα του. Και ωραιότερες όλων, οι δυο συνθέσεις του Paul Westerberg των Replacements (!), εκείνων των ιδιαίτερων τέκνων της αμερικανικής ροκ που τώρα υπερηφανευόμαστε που δεν ξεγράψαμε ποτέ. Το Ghost On The Canvas και το Any Trouble αποστάζουν την ιδανικότερη οπτική του 70s ραδιοφωνικού παρακλαδιού της και αποτελούν αξέχαστα αποχαιρετιστήρια δώρα, αμφότερα με εξαιρετικά δυνατούς στίχους.

Αλλά δεν αρκεί εδώ να είμαστε παρόντες στο δικό του απόσταγμα των ουσιωδέστερων της ζωής. Οφείλουμε να επιστρέψουμε σε ολόκληρη την 50χρονη πορεία του 75χρονου Campbell, να ξανακούσουμε το κάθε του κομμάτι για βεβαιωθούμε κι εμείς πως όλα άξιζαν τον κόπο – εκείνος είναι σίγουρος. Κι ύστερα να τον αφήσουμε όπως τίτλαρε κάποιος κάπου κάποτε: Going gently into that good night…. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr


1 Response to “Glen Campbell – Ghost on the canvas (Surfdog, 2011)”



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Οκτώβριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.052.930 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: