Αρχείο για Απρίλιος 2013

30
Απρ.
13

Εντευκτήριο, τεύχος 99 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2012)

Layout 1Ώρες ώρες έχω την αίσθηση ότι δεν δημιουργήθηκα από κάποιον Θεό. Ότι δημιούργησα τον δικό μου, προς χάριν ανακούφισης. Της υπόσχεσης, έστω για μια θέση στον Παράδεισο. Αυτή η επαγγελία είναι που δεν μου επιτρέπει να απολαύσω τη ζωή μου στο μέγιστο… γράφει ο Διαμαντής Αξιώτης στην Ισόβια αρετή, σε σπαράγματα λόγου ενός προσώπου που κλυδωνίζεται μεταξύ πίστης και ζωής, που η σάρκα τον σπρώχνει σε χίλιους πειρασμούς, που του ζητά να ενωθεί με άλλη… Οι νύχτες μου στοιχειώνουν από φαντάσματα με ανοιγμένα χείλη, υγρές γλώσσες, εξαγριωμένα όργανα. μοχλοί ικανοί να ταρακουνήσουν τον κόσμο όλο. / Ξέρω. Εκείνος ακόμη και τα όνειρα τα όρισε «αμαρτία». Όμως, αν το μυαλό μου είναι δημιούργημά Του, τότε είναι και τα όνειρα. Το ίδιο ισχύει για την ψυχή, για τις σκέψεις μου.

Βρισκόμαστε στον κειμενικό κήπο του Εντευκτηρίου και τα ερεθιστικά κείμενα είναι και πάλι πολλά. Το πλέον απρόσμενο ανήκει στον Ίνγκο Σούλτσε, σεσημασμένο κι ενδιαφέροντα «πρώην ανατολικογερμανό» λογοτέχνη. Το Κάποτε στην επαρχία (μετ.: Μαριαλένα Κρέμερ) αναφέρεται στα βιβλιοπωλεία των κωμοπόλεων της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που αποτελούσαν πραγματικούς θησαυρούς. Ο επισκέπτης των μικρών εκείνων τόπων μπορούσε να πέσει πάνω σ’ ένα μαύρο βιβλίο της σειράς Σπέκτρουμ, με τα γράμματα να σχηματίζουν τα ονόματα Μπέρναρν Μαλαμουντ, Μαξ Φρις, Τόμας ein-kleines-Auto-unterwegs-in-Sachsen-a18014865Πίντσον ή σ’ ένα βιβλίο της σειράς Ρέκλαμ με ονόματα όπως Ισαάκ Σίνγκερ, Αλμπέρ Καμύ, Χουάν Κάρλος Ονέτι, Άρνο Σμιντ… Κάθε κωμόπολη μπορούσε να αλλάξει τη ζωή, γράφει ο αφηγητής, για εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που γνώριζαν τα ονόματα από φίλους, «επιλόγους» και σκουντήματα του αγκώνα, ενώ σήμερα η λογοτεχνία, αποτραβημένη στις αστικές οάσεις υπάρχει μόνο στον υπολογιστή, εξορισμένη όπως τα βενζινάδικα.

Κι όταν τους λόγους βγάζοντας τα πλήθη ξεσηκώνουνε,/ μπράβο, συγχαρητήρια, ωραιότατα, να πείτε. / Εδώ είμαι, αν με θέλουνε κομμάτια να με κόψουνε! / Και αν δίνουν ξύλο και βαρούν, τον Θεό να ευλογείτε! / Γιατί το ξυλοφόρτωμα καθήκον πρώτο τους λογίζεται. /Φιλήστε τους φασίστες, φιλήστε τους φασίστες, όπου και να τους βρίσκετε.

George Grosz, Τα στηρίγατα της κοινωνίας, 1926στιχουργεί στο ποίημα «Τριαντάφυλλα σκορπισμένα στον δρόμο» ο γερμανοεβραίος αντιμιλιταριστής ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Κουρτ Τουχόλσκι (1890 – 1935, πιθανόν αυτόχειρας), ένα από τα τέσσερα σατιρικά ποιήματα που καυτηριάζουν τους υπαίτιους για την απαξίωση της δημοκρατίας και την κατάρρευση της εύθραυστης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (εισαγωγή και μετάφραση: Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου· ποιήματα που σχεδόν σβήνουν την χρονική απόσταση που χωρίζει το τότε με το τώρα, με ανατριχιαστικές αναλογίες…

Κι αν να πυροβολούν τους δείτε: ε, και τι έγινε; / Τόσο πολύ πια τη ζωή σας μην τη λογαριάζετε! / Στον ειρηνόφιλο μονάχα η λόξα έμεινε! / Θύματα να ’στε δεν το θέλετε; / Κι αν στην κοιλιά σας μέσα / χιτλερικό στιλέτο ως τη λαβή του μπήγεται:/ Φιλήστε τους φασίστες, φιλήστε τους φασίστες, / Φιλήστε τους φασίστες, όπου και να τους βρίσκετε.

carlos-fuentes-630Η πιο κινηματογραφική εικόνα: Ο ταχυδρόμος του Συρράκο, δια χειρός Ηλία Κουτσούκου, ανεβαίνοντας τις στροφές στο βουνό φορώντας κίτρινο αδιάβροχο ξεφεύγει από τον δρόμο και φεύγει σαν κατακίτρινος αετός πάνω από φαράγγι. Ο καταιγιστικότερος λόγος του τεύχους ανήκει στον Κάρλος Φουέντες, όπως ξεπηδά από μια “χαμένη” συνέντευξη που η Λίλι Κάνσο ανακάλυψε σε μια κασέτα στο αρχείο της. Και η πιο γοητευτικά μελαγχολική πρόζα στον Φερνάντο Ιγουασάκι (μετ.: Θανάσης Ράπτης) και τα Νεκρικά προικιά του:

Όταν έφτασα στον νεκροθάλαμο, συνάντησα τη μάνα μου περίλυπη στις σκάλες.

–         Ρε μαμά, εσύ είσαι πεθαμένη.

–         Κι εσύ το ίδιο παιδί μου.

Κι αγκαλιαστήκαμε απαρηγόρητοι.

RORRHSΠεζά των Σπύρου Λαζαρίδη, Λόρι Μουρ (μετ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), Φραντς Κάφκα (μετ.: Ειρήνη Δαδιώτου), και ποιήματα των Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Βασίλη Δημητράκου, Βαγγέλη Τασιόπουλου, Ηλία Κεφάλα, Ζαφείρη Νικήτα, Στάθη Κουτσούνη, Βόλφγκανγκ Χίλμπιγκ (μετ.: Γιώργος Καρτάκης), Μάικλ Μαρτς (μετ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ) και τριών Τουρκοκύπριων σύγχρονων ποιητών (μετ.: Λευτέρης Παπαλεοντίου) συμπληρώνουν την λογοτεχνία του τεύχους. Στην δοκιμιακή πλευρά: συγκριτική ανάγνωση από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη ενός ποιήματος του Καβάφη («Ναυμαχία») και ενός του Σεφέρη («Σαλαμίνα της Κύπρος»), άρθρα του Διονύση Καψάλη για τον εικονογράφο (κυρίως της ποίησης) Γιάννη Μόραλη, του Νάσου Βαγενά για την πεζογραφία του Βασίλη Βασιλικού, του Χρήστου Τσιάμη για τους «αταίριαστους του Μανχάτταν» ποιητές Νίκο Σπάνια και Νίκολας Κάλας, καθώς και της Μυρτώς Ρήγου για τη «μνημονιακή Αθήνα». Αντιγράφω από το τελευταίο κείμενο:

Το αληθινό πένθος φαίνεται να υπαγορεύει μια και μόνη οδό: να αποδεχθείς το ακατανόητο της απώλειας – για μένα παραμένει ακατανόητη η αλλαγή της Αθήνας τα τελευταία 4-5 χρόνια. Να το αποδεχθείς, να του αφήσεις θέση και ψυχρά να απαριθμήσεις τους τρόπους, θέλω να πω: τη ρητορική του πένθους. Διότι τι άλλο σημαίνει πενθώ παρά ζω αλληγορικά την πραγματικότητα, επινοώ τρόπους για να καταφάσκω στο αδύνατο…

Kurt_TucholskyΜια τέτοια ακατανόητη απώλεια, σε άλλο επίπεδο, εκείνη της πρόωρα χαμένης Μπίλης Βέμη καταγράφουν στο Απουσιολόγιο τρεις φίλες και συνεργάτιδες. Το ειδικό τετράχρωμο ένθετο δεκαεξασέλιδο περιλαμβάνει φωτογραφίες του Πάνου Πατίλη και το τεύχος κοσμείται με σχέδια του Γιώργου Ρόρρη. Το επόμενο τεύχος θα είναι το 100ό, και ήδη αδημονούμε για το εορταστικό κειμενικό του πανηγύρι.

Στην επόμενη ανάρτηση, το αμέσως προηγούμενο τεύχος του Εντευκτηρίου.

Στις εικόνες: ένα Τράμπαντ στις εξοχές της Ανατολικής Γερμανίας (άραγε ο επιβάτης αναζητά τα βιβλιοπωλεία των κωμοπόλεων που περιγράφει ο Σούλτσε ή τους αναζητητές των βιβλιοπωλείων;), το έργο του George Grosz, Τα στηρίγατα της κοινωνίας, 1926, που πλαισιώνει στο τεύχος το κείμενό του Κουρτ Τουχόλσκι και λίγο παρακάτω ο ίδιος ο συγγραφέας,  Κάρλος Φουέντες και έργο του Γιώργου Ρόρρη.

Advertisements
27
Απρ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 119. Πέτρος Κουτσιαμπασάκος

φωτ. 1Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Τα πρόσωπα της «Σκεπής», στους δρόμους και τα κλειστά δωμάτια των πόλεων ή στην ακίνητη ανοιχτοσύνη της υπαίθρου, έχουν φτάσει ή φτάνουν σ’ ένα «σημείο μηδέν». Το καθένα χωριστά θα προσπαθήσει να σηκωθεί. Στην «Πόλη παιδιών» ο εντεκάχρονος ήρωας μεγαλώνει εσώκλειστος σε ένα κρατικό ίδρυμα χωρίς να γνωρίζει τον ακριβή λόγο για τον οποίο βρίσκεται εκεί. Το βιβλίο υιοθετεί το βλέμμα του και τον ακολουθεί στις διάφορες πορείες του στον «μέσα» και στον «έξω» κόσμο, στο πώς συμπλέκονται στο ίδιο του το σώμα, στην προσπάθειά του να τους ενώσει.

b83975Από το πρώτο μέχρι το δεύτερο μεσολάβησαν οκτώ χρόνια. Υπήρξε κάποιος ιδιαίτερος λόγος;

Όχι κάποιος περισσότερο ιδιαίτερος από αυτούς που υπάρχουν στον καθένα μας. Αν και δεν έχω την αίσθηση πως από κάπου έλειψα, εκεί που νομίζω πως έπρεπε, ήμουν. Επιπλέον, η μεγάλη φόρμα είναι και χρονοβόρα και κοπιαστική.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Θα έλεγα, έχω ξανα-γράψει. Το κοίταγμα και το ξαναγράψιμο εκτός γραφείου ρίχνει τις ασφάλειες του γραφείου. Σε βγάζει από οικείους χώρους και συγκεκριμένη ψυχολογία, κάνει φρέσκια τη ματιά σου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όσο το βιβλίο γράφεται, κοιμάσαι με τους ήρωές σου και όταν ξυπνάς τους έχεις πάλι μπροστά σου· ζουν μαζί σου. Από τη στιγμή όμως που εκδίδεται, οι ήρωες γίνονται αυθύπαρκτοι. Φεύγουν. Μαθαίνω νέα τους από άλλους, τους βλέπω μόνο όταν ξανανοίγω το βιβλίο.

b183663Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Να κάθομαι στο γραφείο και ν’ ανοίγω τον υπολογιστή. Η καθημερινή δουλειά. Πριν όμως, κάτι άλλο πρέπει να συμβεί: να σε παγιδεύσει μια ιδέα, τόσο ώστε μοναδική απόδραση να μοιάζει το πέρασμά της στο χαρτί.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Προτιμώ τα πρωινά, αμέσως μόλις ξυπνήσω. Οι ώρες είναι καθαρότερες. Μόνη διαδικασία, ο καφές. Κατά τη γραφή, τελευταία επιλέγω μόνιμα τη σιωπή. Ελπίζοντας, κάποια στιγμή, από μέσα της να ξεπηδήσει η μουσική. Όταν κλείσω τον υπολογιστή, ανοίγω το ραδιόφωνο – κυρίως αυτό. Με προτίμηση στην τζαζ και το λαϊκό τραγούδι.

Miquel_de_Cervantes_1547_-_1616_mediumΠοιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα κοινωνιολογία και για βιοπορισμό εργάζομαι ως επιμελητής κειμένων. Νομίζω πως και τα δύο υπάρχουν, σε διάφορα επίπεδα, εμφανή και αφανή.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι. Ο λόγος; Δεν μπορώ να τον προσδιορίσω, αλλά συνέβη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Τον Δημήτρη Χατζή. Για τη μαστοριά των σελίδων του και τη ζωή του. Την ανθρωπιά του.

Τι γράφετε τώρα; 

herman-melville1Αυτόν τον καιρό δεν γράφω κάτι. Αγρανάπαυση.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί. Τα βιβλία τους σε ταξιδεύουν και πίσω στον προσωπικό χρόνο, τον καιρό της ανάγνωσής τους, η επισκόπηση σου τονίζει ελλείψεις. Δεν θα παρέλειπα τον Θερβάντες. Και μετά τον Φλωμπέρ. Τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι και τον Τσέχωφ. Τον Σολωμό. Τον Μέλβιλ, τον Κόνραντ. Τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη. Τον Τζόις και τον Κάφκα. Τον Καβάφη. Τον Χατζόπουλο και τον Πολίτη. Τον Σελίν. Τον Χατζή. Τον ΜακΚάρθυ και τον Κάρβερ. Τον Ζέμπαλντ. Τον Μπολάνιο. Τον Βαλτινό…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

f. celine 1«Μαντάμ Μποβαρύ», «Έγκλημα και τιμωρία», «Μόμπι Ντικ», «Ματοβαμμένος μεσημβρινός», «Οι ξεριζωμένοι».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς», «Οι Νεκροί», «Ο έρωτας στα χιόνια», «Το αμάρτημα της μητρός μου».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία αναπτύσσεται και σε πλάτος και σε ύψος. Παρακολουθώ από κοντά το έργο του Ηλία Παπαμόσχου και του Κώστα Καβανόζη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένος ο Μπάρτλεμπυ, για την αινιγματικότητά του αλλά και για την περίοδο όπου τον συνάντησα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δ. ΧατζήςΤο «Πλανόδιον», που δυστυχώς δεν είναι πλέον «ενεργό». Έτυχε να το κρατήσω στα χέρια μου από τα πρώτα τεύχη του και έκτοτε με συντρόφευε, με το λογοτεχνικό πλούτο του αλλά και το ανεξάρτητο πνεύμα του. Επίσης, ο «Εκηβόλος». Μου δωρίθηκαν, χρόνια αφότου ανέστειλε την κυκλοφορία του, τα τεύχη του. Θαμπώθηκα από την ποιότητα κειμένων και μεταφράσεων, από την τυπογραφική του αρτιότητα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Τις νουβέλες του Κλάιστ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κ. ΧατζόπουλοςΔιαβάζω. Αδιακρίτως, χωρίς κάποια ιδιαίτερη προτίμηση. Απλώς η ευκολία ανάγνωσης ακόμη κλίνει προς το χαρτί.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Οι τέχνες ανέκαθεν συνομιλούσαν μεταξύ τους. Θα σταθώ στην ευρηματικότητα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου σε καιρούς κρίσης και στην πληρότητα των παραστάσεων του Βογιατζή.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Αν μιλήσουμε για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αμφίθυμη. Απαιτούν χρόνο και ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος. Κρατώ την εμπειρία, με άλλους φίλους, διασκορπισμένους σε διαφορετικά μέρη, από τη συμμετοχή μου σ’ ένα κλειστό ιστολόγιο.

φωτ. 2Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Εδώ, λέω να μείνουμε στο ερωτηματικό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι. Νιώθω πλήρης. Σας ευχαριστώ.

Στις εικόνες:  Cervantes, Herman Melville, Louis Ferdinand Celine, Δημήτρης Χατζής, Κωνσταντίνος Χατζόπουλος.

26
Απρ.
13

Τσιαμπούσης Βασίλης – Σάλτο μορτάλε

ΣάλτοΨυχογραφίες των ανωνύμων

«Ξέρεις, ο έρωτας, η εγκατάλειψη, η σαρκική επαφή…αλλιώς παρουσιάζονται στον κινηματογράφο κι αλλιώς είναι στη ζωή. Στο σινεμά τα ρίσκα των ηρώων έχουν πάντα διέξοδο. Ενώ στη ζωή όλα μπορούν να μεταβληθούν σε μια στιγμή, τα πάντα έχουν σημασία και κόστος, ακόμα και οι μικρότερες λεπτομέρειες. Μια μυρουδιά, μια κακή σύμπτωση, οι υπερβάσεις που δεν τολμούμε να κάνουμε, τα κόμπλεξ μας…»

… εξομολογείται στην συνομιλήτριά του ο επιβάτης στο φέρι μπόουτ της μισοάγονης γραμμής, με την οικειότητα των συνταξιδιωτών που γνωρίζουν πως θα περάσουν τις επόμενες ώρες μαζί. Λίγο νωρίτερα, η εικόνα ενός ζευγαριού έχει ενεργοποιήσει το μνημονικό των σχέσεών του, μια σειρά γυναικών που κυρίως πρόδωσε, τιμώντας την ιδιότητα του κυνηγού και κατακτητή. Μια νοητή γραμμή χωρίζει τα συν και τα πλην: από την μία η ικανοποίηση του εγωισμού, από την άλλη η αθεράπευτη ψυχή. Στο απέναντι περαστικό πλοίο, σκέφτεται, άλλοι ταξιδιώτες ίσως κάνουν τον δικό τους απολογισμό ζωής, βέβαιος για την κυριαρχία κι εκεί των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Μπροστά στην κλιμακούμενη οικειότητά του, η συνομιλήτρια παλεύει ανάμεσα σε δυο ποτάμια, «το ένα ορμητικό, της ερωτικής επιθυμίας, και το άλλο ήρεμο μα με πολύ νερό, αυτό των αναστολών της». Ποιο τρίτο νερό, άραγε, θα υπερισχύσει; [«Το ρίσκο»].

Β.Τ.Το – σχεδόν – δεκασέλιδο «Συναξάρι» αποτελεί έναν διαφορετικό κατάλογο: εδώ καταγράφονται όλοι όσοι έζησαν σ’ ένα συγκεκριμένο σπίτι, ένα φτωχικό δυάρι του δευτέρου ορόφου μιας τετρακατοικίας, αλλά και όλα τα δράματα που ταλαιπώρησαν τον καθένα: δραματικές μεταναστεύσεις, ψυχροπολεμικές σχέσεις, ασθένειες. Ο αφηγητής, ο τελευταίος που του έλαχε να κλείσει για τελευταία φορά την εξώπορτα, επιστρέφει για να εγκρίνει την αντιπαροχή του οικοπέδου αλλά το νοικιάζει σ’ έναν μετανάστη κι έτσι ο βασανισμένο σπίτι αποκτάει την ζωή που του αξίζει: Δέκα το βράδυ, και το σαλόνι απέναντι φεγγοβολάει, θαρρείς κι είναι πρωτοχρονιά. Μια μουσική από χώρα μακρινή, με λόγια ακατάληπτα, σκορπίζεται στη νύχτα. Και πίσω απ’ τα θεοσκότεινα παράθυρα των άλλων διαμερισμάτων βλέπω κάτι φλογίτσες, τη μία δίπλα στην άλλη, που λαμπυρίζουν σαν δακρυσμένα μάτια. Αδιαφορώντας για το συμφέρον του και για την αντίδραση των άλλων, έχει πάρει ήδη την απόφασή του, καθώς η νέα ζωή του κτιρίου του προκαλεί μια παράξενη χαρμολύπη, γιατί είναι πάλι ζωντανό, σαν σώμα που του μεταμόσχευσαν καινούργια καρδιά ή σαν παλιό σκαρί που μπορεί ακόμα να σαλπάρει. [σ. 83 – 84]

Δόξα Δράμας 1958Όσο ο συγγραφέας ψυχογραφεί τους «άσημους» και «ανώνυμους» κατοίκους στις γκρίζες αστικές ιστορίες, άλλο τόσο συνεχίζει να προσκαλεί και καθημερινές φιγούρες της ελληνικής περιφέρειας – μια ανθρωπογεωγραφία που διατρέχει σε ολόκληρη την πεζογραφία του. Άλλοτε επιλέγει την ατόφια συγκινησιακή μνημοσύνη, όπως η συλλογική «φωτογραφία» της οικογένειας που πηγαίνει στο κυριακάτικο γήπεδο με την ελπίδα να δει την Δόξα να κερδίζει τον Ολυμπιακό ή τον ΠΑΟ, επιστρέφοντας στο σπίτι «πάντα απογοητευμένοι γιατί τίποτε σ’ αυτή τη χώρα δεν θ’ αλλάξει», και άλλοτε την σκωπτική περιγραφή του σήμερα, όπως το άλμα μιας τουρίστριας από τα ύψη προς το ποτάμι, διάβημα καθόλου απονενοημένο αλλά πειραματικό της νέας της ορθόδοξης πίστης, που καδράρεται υπό τις αντιδράσεις των παρευρισκομένων  στο Εξοχικό εστιατόριο «ο Πλάτανος» [«Φωτογραφία» και «Σάλτο μορτάλε» αντίστοιχα].

Αγ. Σοφία ΔράμαΜόνο που το αληθινό θανατηφόρο σάλτο δεν γίνεται στα ειδυλλιακά δάση της επαρχίας αλλά στον θλιβερό ακάλυπτο της πολυκατοικίας· εδώ η αυτοχειρία της νεαρής κοπέλας επανασυγκολλείται ψηφίδα ψηφίδα με συγγραφικές υποθέσεις και τις αντιδράσεις των κατοίκων της περίκλειστης κοινότητας [«Σκηνές για ταινία»]. Όμως ακόμα και στις πιο σκοτεινές ζωές υπάρχουν χαραμάδες με φως. Ίσως γι’ αυτό δεν έχει τόση σημασία αν βρει τελικά ο μεσήλικας Αλβανός ζωγράφος την στοά με το άλλοτε αγαπημένο στέκι Lido και τον εκεί έρωτά του, που έζησε στο προπολεμικό (άρα και σε ακόμα προσωπικής και συλλογικής «ελευθερίας» της δικής του πατρίδας του) Παρίσι, εφόσον αυτή η μνήμη τον κράτησε ζωντανό και στον αγώνα της επιβίωσης στις κρατικές φυλακές. [«Lido»].

Στην πέμπτη του συλλογή και στα δεκαέξι κείμενα ο συγγραφέας συνεχίζει να σκιτσάρει, όπως σε όλο του το διηγηματογραφικό, και όχι μόνο, έργο, τις καθημερινές του ρεαλιστικές ιστορίες πάντα με την ίδια υποδόρια πικρογλυκύτητα, πάντα με την ίδια τρυφερή και συνάμα πειραχτική ματιά του συγγραφέα ο οποίος έχει δεσμευτεί απέναντι στους ήρωές του: θα διηγηθεί με τον πιο ευθύ τρόπο και το πιο αδρό σκίτσο την ιστορία τους, χωρίς να αποκρύψει αλλά και χωρίς να εξωραΐσει.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 284.

Στις εικόνες: Η Δόξα Δράμας το 1958 και η Αγία Σοφία Δράμας εμφανώς σήμερα.

21
Απρ.
13

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος – Ο πιο σύντομος δρόμος

1«Ξεκινάς από το Μελισσοχώρι του Δήμου Μυγδονίας, και με το λεωφορείο μεταβαίνεις στη γενέτειρά σου πόλη της Θεσσαλονίκης». Είναι οι πρώτες στιγμές της διαδρομής και οι πρώτες λέξεις του βιβλίου, η αφετηρία και το κέντρο μιας περιπλάνησης στον έξω και τον μέσα κόσμο του εξομολογούμενου συγγραφέα. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς το περίκεντρο ενός βίου αλλά και εκείνη που του δανείζει τους δικούς της «οφθαλμούς του κόσμου», τα μνημεία της, αυτά τα μονοπάτια για την πραγματική μας υπόσταση, με τα βλέμματα προς την λιγότερο προφανή ζωή.

Η περιδιάβασή τους ανοίγει κάθε φορά και νέες διηγήσεις από το παρελθόν, τις σκέψεις του παρόντος, τα αποτυπώματα της ιστορίας, την άλλη όψη των πραγμάτων. Από τους Αγίους Αποστόλους, πίσω από τον Βαρδάρι με τα χαμένα πια χάνια, όπου ο μακρύλαιμος Χριστός κατεβαίνει στον Άδη μπροστά στους υπνοβάτες ενώ πίσω του η Εύα καταυγάζει τα σκότη, μέχρι την Πλατεία Δικαστηρίων, όπου ο Γιώργος Ιωάννου τοποθετεί την μέλλουσα Κρίση και από τις υπόγειες στοές της Καταφυγής στον λάκκο της Παναγίας των Χαλκέων απ’ όπου ξεκινούσε η πομπή του Μεγαλομάρτυρα ως τον Όσιο Δαβίδ και τον Προφήτη Ηλία, ο συγγραφέας αγωνίζεται να χωρέσει το χρόνο άλλων ηρώων και άλλων καταστάσεων για να μη νιώθει ορφανεμένος και γυμνός.

2 - Παναγία Χαλκέων«Μπορεί να συμπίπτουμε χρονικά, αλλά πόσοι ζουν πραγματικά στο παρόν;» αναρωτιέται, καθώς περιδιαβαίνει στοχαζόμενος τους ναούς και τα αγιάσματα της πόλης, τα σπίτια όπου έζησε κι εκείνα των φίλων που επισκεπτόταν, ξεφυλλίζει τους βίους των νεομαρτύρων που θεωρεί μνημεία λόγου και σκέφτεται πως «υπομένοντας θα δεις μέσα σου να ορθώνεται ολόκληρος Άθωνας». Στο τέλος επιστρέφει ξανά και ξανά στις εκκλησίες, για να ανάψει δυο κεριά, «ένα για τους κεκοιμημένους, να φωτίζονται στα σκοτάδια του Άδη και ένα για να φωτίζεται ο νους και η καρδιά των ζωντανών». Ίσως πάλι επειδή … μνημονεύοντας τους νεκρούς, υπερβαίνουμε τα όρια της ιστορίας. Μεταφερόμαστε νοερώς στα βάθη των αιώνων, ή ατενίζουμε την απαρχή της οδού απ’ όπου μυριάδες ψυχών εν αγωνία αναχωρούν εκ του κόσμου.  [σ. 125]

4Να ξεκλειδώνεις, να λύνεις τον εαυτό σου ώσπου να χυθεί ολάκερος στο χαρτί. Δεν ενδιαφέρεσαι τι θα γράφεις, αν αυτά που γράφεις θα αρέσουν, αν θα θεωρηθούν πρωτότυπα. Το γράψιμο το αισθάνεσαι σαν να σμιλεύεις το σκαρί με το οποίο θα ταξιδέψεις στον άλλο κόσμο. Δεν σ’ ενδιαφέρει η πρωτοτυπία, οι σύγχρονες ιδέες, η πρωτοπορία με οποιαδήποτε μορφή. Δεν θέλεις να υπάρχει τίποτε επάνω σου που να ξεχωρίζει, να θέλγει, να γοητεύει. Απεχθάνεσαι την ευκολία, τα λόγια που προκαλούν την εύκολη εντύπωση, τον συρμό κάθε είδους. [σ. 53 – 54]

Στον Πιο Σύντομο Δρόμο η ατομική ιστορία συνυπάρχει με την Ιστορία της πόλης, η Θεολογία με τους προσωπικούς στοχασμούς, οι μνήμες της πρότερης ζωής με τους προβληματισμούς του παρόντος, το δοκίμιο με το αφήγημα, το ημερολόγιο με την «πραγματικότητα». Ολόκληρες σελίδες αφιερώνονται στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη – τι ζωντανή μνήμη η συγκίνηση του κυρ Νίκου ένα απόγευμα Μεγάλης Παρασκευής κατά την ανάγνωση των «Δύο Φορεμάτων» του Α.Κ. -, στη Ζωή Καρέλλη και το ποιητικό της έργο, στο Άγιον Όρος και τις συνομιλίες με τους μοναχούς. Ο συγγραφέας γράφει σε δεύτερο πρόσωπο, απευθυνόμενος στον εαυτό του, διαλεγόμενος και διαλογιζόμενος μαζί, αλλά συχνά με τόσο βαθιές φράσεις ώστε να αισθάνεσαι πως όλα απευθύνονται και αφορούν εσένα και κάθε αναγνώστη. 

3Με την «ιχνογραφία των λογισμών» του αναρωτιέται ποιοι είναι οι τόποι της καρδιάς του, αν είναι περισσότερο το σπίτι όπου γεννήθηκε, το γαλακτοπωλείο που έζησε με τις παρέες του, τα σχολεία ή οι εκκλησίες, και αναζητά την αποκατάσταση της ενότητας ενός κόσμου, όπου το δέντρο στην αυλή του σπιτιού μαραινόταν όταν πέθαινε ο αδερφός στην ξενιτιά, και θόλωνε το δαχτυλίδι του γάμου όταν η γυναίκα απατούσε τον ξενιτεμένο. Δεν είναι βέβαιος αν ο γραπτός λόγος μπορεί να προσφέρει παρηγοριά, αλλά σίγουρος πως ακόμα και σήμερα μπορεί να προσφέρει αγρυπνία.

2 - ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ 1Είναι σκληρές οι λέξεις που αποσπάς απ’ την καρδιά σου. Αντιστέκονται και σε απωθούν. Τα κείμενα έχουν τη δική τους ζωή, πιο μοναχική από κάθε άλλη, πρέπει κι αυτά να περάσουν τις δικές τους περιπέτειες, τις δοκιμασίες και τους λιθοβολισμούς μέχρι να πάρουν θέση. Πάψε να βαρυγκομάς και να σεκλετίζεσαι, ότι το γράψιμο είναι μαρτύριο χωρίς ανταπόκριση που σε βυθίζει ολοένα πιο βαθειά στη ματαιότητα. Η ανταπόκριση δεν έχει σημασία. Είναι ένα δώρο μέσα στην πνιγηρότητα του κόσμου, τη στέγνια του, να εκφράζεσαι γράφοντας, να αποκαθαίρεσαι. Κόσμος που δεν έχει πλέον κανένα τρόπο, να εκφραστεί και όλα ανακατώνονται μέσα του, όλα αγωνιούν συγχυσμένα, και προσπαθεί να εκφράσει τα συναισθήματά του μέσα από τραγούδια που δεν είναι τραγούδια. […] Σκέψου τι είναι να μπορείς να ομιλείς, να αποτυπώνεις μια χειρονομία. [σ. 54]

Θεόδωρος Β΄ ΛάσκαριςΜεταξύ των σιωπηλών επισκεπτών της σκέψης του ο επιληπτικός Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις που συνέγραψε τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα με την θαυμάσια αρχή: Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχή. Τι ώθησε άραγε τον ταπεινό άρχοντα να συλλέξει από όλες τα υπάρχουσες πηγές, την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, την Εκκλησιαστική Υμνογραφία και τα πατερικά κείμενα αλλά και τα ομηρικά έπη τα ονόματα του Θεού, προσθέτοντας και πολλά δικά του; Ίσως ο κόσμος ολόκληρος έχει φύγει πια από τα χέρια του, κι ας φαίνεται ότι αγωνίζεται και πασχίζει να τον κατακτήσει. Δεν κρατά απλώς κάποια απόσταση αλλά έχει παραιτηθεί από τα του κόσμου. Απ’ εκεί ξεκινά και η αντιφατική του συμπεριφορά. Άρχων και Δεσπότης, και ταυτόχρονα ικέτης και ελεούμενος. [σ. 145].

Μέχρι τις τελευταίες σελίδες ο Κοσματόπουλος αφήνεται να τον διαποτίσουν κείμενα όπως ο ακατάληπτος βίος του αγίου Ανδρέα του δια Χριστόν Σαλού, που φαίνεται να ζει συνάμα στον Άδη και στον Παράδεισο, στον κόσμο και στις προσωπικές του εκστάσεις, αφήνοντας εν γρηγόρσει το μυαλό του χωρίς να προσπαθεί να κατανοήσει όλα τα λεγόμενα, αισθανόμενος έστω τι μπορεί να σημαίνει η χαροποιός αλλοίωση των αισθήσεων. Μήπως κι αυτό δεν είναι, σκέφτομαι, μια απαραίτητη όψη της ζωής;

Α. ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ φωτ. Γιάννης Δ. ΒανίδηςΓράφεις για τον εαυτό σου. Το αν ωφεληθούν άλλοι δεν σε αφορά. Κάθε πραγματικός αναγνώστης έχει την ιδιαιτερότητά του. Διαβάζοντας θέλει να αναγνώσει τον εαυτό του, να ανακαλύψει στα βιβλία τους φακούς μέσω των οποίων θα διακρίνει πράγματα που δύσκολα θα μπορούσε να ξεχωρίσει και να αντιληφθεί από μόνος του. Τότε το βιβλίο μπορεί να αποκαλύψει αλήθειες πέρα από τις προθέσεις του συγγραφέα του, επιβεβαιώνοντας την πολυπλοκότητα της λειτουργίας που ονομάζουμε γραφή, στην οποία συμμετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος. [σ. 54 – 55]

Εκδ. Ιανός [Σειρά: Εν Θεσσαλονίκη], 1999, σελ. 157. Στην ίδια σειρά έχουν εκδοθεί και οι αυτοβιογραφικές και θεσσαλονίκειες διηγήσεις από τους κεκοιμημένους συγγραφείς Κωστή Μοσκώφ, Νίκο Μπακόλα, Τηλέμαχο Αλαβέρα αλλά και τους Κώστα Λαχά, Πάνο Θεοδωρίδη, Ντίνο Χριστιανόπουλο και Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία.

Φωτογραφία του συγγραφέα: Γιάννης Δ. Βανίδης.

19
Απρ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 134

yourcenar2Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα, Περιοδικό Η λέξη, τεύχος 5, Ιούνιος 1981, μτφ. Μαρία Θ. Φωστιέρη, σελ. 363 – 365, 367 [Margquerite Yourcenar]

Περίμενα αυτόν τον άντρα πριν ακόμα υπάρξει σαν όνομα, σαν πρόσωπο, αφότου δεν ήταν παρά η μακρινή μου δυστυχία. […] Ήταν γι’ αυτόν που η μαμμή με τράβηξε να βγω απ’ την κ0ιλιά της μάνας μου· να κρατώ τους λογαριασμούς του πλούσιου σπιτικού του έμαθα αρίθμηση στο αβάκιο του σχολείου. Ύφανα σημαίες και χρυσά λάβαρα για να στολίσω τους δρόμους που πιθανόν ν’ ακούμπαγε το πόδι αυτού του αγνώστου, που θα μ’ έκανε δούλα του· πολύ προσεχτικά άφησα να πέσουν ’δω και ’κει πάνω στ’ απαλό ύφασμα μερικές σταγόνες απ’ το αίμα μου. Οι γονείς μου τον διάλεξαν για μένα: και παρόλο που χωρίς να το ξέρουν ήμουν ήδη κυριευμένη απ’ αυτόν, υπάκουα ακόμα στις επιθυμίες τους, γιατί οι επιλογές μας προέρχονται απ’ αυτούς, κι ο άνθρωπος που αγαπάμε είναι πάντα αυτός που οι πρόγονοί μας ονειρεύτηκαν. Τον άφησα να θυσιάσει το μέλλον των παιδιών μας στις ανθρώπινες φιλοδοξίες του: ούτε καν έκλαψα όταν πέθανε η κόρη μου. Συγκατατέθηκα να χαθώ μες στη μοίρα μου, όπως το φρούτο σ’ ένα στόμα, για να του φέρω μια αίσθηση γλυκύτητας. […]

Κι η μοιχεία δεν είναι συχνά παρά η απελπισμένη μορφή της πίστης. […]

Μαρίκα Κοτοπούλη Αισχύλου Ορέστεια, Αγαμέμνων, 1960Αν είχα το θάρρος, θα είχα σκοτωθεί πριν την επιστροφή του, για να μη διαβάσω στο πρόσωπό του την απογοήτευσή του να με βρει μαραμένη. Αλλά ήθελα τουλάχιστο να τον ξαναδώ προτού πεθάνω. […] Όμως αντίθετα, έλπιζα ότι εκείνος τα ήξερε ήδη όλα και πως ο θυμός και η επιθυμία του να εκδικηθεί θα μου έδιναν επιτέλους μια θέση στη σκέψη του. Για μεγαλύτερη ασφάλεια έβαλα στο ταχυδρομείο που τον περίμενε ένα ανώνυμο γράμμα που υπερέβαλλες τα σφάλματά μου: ακόνιζα το μαχαίρι που όφειλε να μου ξεσκίσει την καρδιά. Υπολόγιζα πως για να με στραγγαλίσει θα χρησιμοποιούσε μάλλον τα δυό του χέρια, τα τόσο αγαπημένα. Τουλάχιστο θα πέθαινα μέσα σε μια μορφή εναγκαλισμού.  […]

Θα ξαναβρώ αυτόν τον άντρα σε κάποια γωνιά της κόλασής μου: και θα κλάψω πάλι από χαρά στα πρώτα του φιλιά. Ύστερα θα μ’ εγκαταλείψει· θα πάει να κατακτήσει μια επαρχία του θανάτου.

17
Απρ.
13

Βασιλική Πέτσα – Όλα τα χαμένα

PetsaΑσθματικές λίστες της απώλειας

Τη μέρα που την πρωτοείδα, ψιλόβρεχε. Το γκρενά της παλτό που σταματούσε στη μέση της γάμπας, τα νοτισμένα της μαύρα γοβάκια, με μπαρέτα στο ύψος του αστραγάλου, βηματισμός με σταθερό ρυθμό, ένα χρονόμετρο στα τσιμέντα των διαδρόμων, με συντόνισε στο βήμα της, άκουγα σαν μαγεμένος, συμμετρία, επιτέλους, μια συμμετρία, στη σχέση ώμων και λεκάνης, στήθους και οπισθίων, στις φάλαγγες των δαχτύλων, στην απόσταση των ματιών από τα πτερύγια της μύτης, όλα μια υπέροχη, κινούμενη συμμετρία που ταλαντευόταν απαλά σε κάθε μετατόπιση, ένα μαθηματικό ποίημα. [σ. 70 – 71]

To πλούσιο ψυχο – λεκτικό παραλήρημα του αφηγητή στο «Famous Blue Raincoat» είναι και δεν είναι ενδεικτικό των οκτώ παραληρηματικών διηγημάτων της συλλογής· είναι, από την πλευρά ακριβώς της ασθματικής έκφρασης όλων των ούτως ή άλλως λαχανιασμένων και καταχτυπημένων ψυχισμών· και δεν είναι, καθώς κάθε συμμετρία και κάθε κανονικότητα έχει οριστικά χαθεί από τις ζωές αφηγητών και αφηγημένων.

531316_275263279235287_100002548526307_583482_266570389_nΤι οδηγεί λοιπόν τον συγκεκριμένο καταρρακωμένο χαρακτήρα σε καταρράκτες λέξεων; Η ψυχοφθόρα ζήλεια προς εκείνον που κατέκτησε την αγαπημένη του· μια ζήλεια που αν τον κατέτρωγε μια φορά όσο το απευκταίο συνέβαινε, τον βασανίζει στο πολλαπλάσιο τώρα που εκείνος δεν ζει. Συνεπώς ο ηττημένος μένει μόνος στην αρένα – νεκροταφείο, χωρίς καν αντίπαλο, προσπαθώντας με μαθηματικά αξιώματα, εικασίες και παράδοξα να κατανοήσει το τρίγωνο που του τρύπησε τη ζωή. Αν, άραγε, καταστραφεί το μνήμα του μνημονευόμενου θα μπορέσει το μισητό σχήμα να γίνει τελεία;

Νωρίτερα, ένας άλλος ηττημένος εραστής έχει εκτονώσει την δική του συντριβή για την χαμένη Μαρία «των όλων και πιο περσινών καλοκαιριών» στην εξαφάνιση του ζώου της, ικανοποιώντας την επιθυμία εκδίκησης αλλά και ειρωνείας, καθώς το άμοιρο ζώο θα βρίσκεται εν αγνοία της θαμμένο κοντά της («Χάσαμε τον Φούφη μας»). Αλλά υπάρχουν και οι έρωτες που μεταλλάσσονται χωρίς δόλο από τους συμβαλλόμενους. Στο σπαρακτικό «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα» ο αφηγητής καταμετρά όλα όσα χάνονται από την κοινή ζωή με την γυναίκα του, καθώς εκείνη βυθίζεται στην εκφυλιστική απώλεια μνήμης: «…ένα μωσαϊκό που ξεκολλάνε κομματάκια κάθε μέρα, αυτό θα ’ναι η ζωή μας από δω και πέρα, θα ξηλώνεται, θα ξεφτίζει…»

Toni Milaqi - Sad ManΕκείνος όμως οργανώνει από την αρχή την ζωή τους, της γράφει τα απαραίτητα σε κίτρινα χαρτάκια Post – It και αναλαμβάνει να διασώσει το χτενάκι που πάντα την ομόρφαινε Το μόνο που ζητάει είναι «μια επίφαση συνέχειας, να παίζουν μαζί αυτό το κρυφτό» ή έστω να μπορεί να αποκωδικοποιεί το ύφος της, να μην το μαντεύει απλά. Όμως είναι αποφασισμένος: θα «αναλύει το αυτονόητο» και θα «καρφώνει τις κυριολεξίες» με την ύστατη ελπίδα πως «δεν μπορεί, κάτι θα μείνει, κάτι θα αντισταθεί, δεν είναι όλα χάρτινοι πύργοι, δεν είναι το «εγώ» ποτάμι να κυλήσει, να χαθεί, έχει όχθες, θα ’χει σύνορα…».

Οι συντετριμμένες μητέρες βρίσκονται κι αυτές στις πρώτες θέσεις στην σειρά των δραμάτων. Εκείνη στο «Σετ Ραπτικής» παρακολουθεί το παιδί της να λιώνει μέρα την μέρα σαν το κερί, από νευρική ανορεξία· «την χάνει σιγά σιγά και από τις αναμνήσεις, τις παίδεψε τόσο που ξεφτίσανε, γίναν φωτογραφίες και δεν αλλάζουν, δεν προσαρμόζονται στο παρόν. Απούσες κι αυτές». Χωρίς συμπαραστάτη, καθώς ο πατέρας ανήκει στο κατώτερο είδος των αντρών που νομίζουν πως καθάρισαν με το ψωμί της οικογένειας, ένας μόνιμος αναχωρητής· κι απομένει μόνη φύλακας στην the-crying-girl-shea-hollimanΚόρη Λείψανο, στο φυλλοβόλο φυτό, το ανέγγιχτο από άντρα. Και ονειρεύεται να είναι γλύπτης να σμιλέψει το κορμί που εξαφανίζεται, ακόμα και να κόψει δικό της κρέας να της το κολλήσει.

Μια άλλη φτάνει στο σημείο κρυφά να γονατίσει στους δρόμους ζητιάνα για να βοηθήσει τον γιο της και την οικογένειά του, για να κρατήσει την αξιοπρέπειά του μπροστά στα παιδιά του, θύματα της κρίσης που έβαλε λουκέτο στα μικρά μαγαζιά, κλειδώνοντας στo σκοτάδι αμέτρητες ζωές, πολλές από τις οποίες είχαν εισέλθει αυτάρεσκα στον κόσμο του χρήματος, άρα και των χρεών («Για την ψυχή της μάνας μου»). Μια τρίτη αγωνίζεται να επανασυνδέσει τις θρυμματισμένες σχέσεις των παιδιών της – κοινή κατάληξη άλλων τόσων οικογενειών («Σηκωθείτε από τα κορεάτικα κρεβάτια μασάζ»). Κι η αποξένωση ανάμεσα στα αδέλφια, ίσως για λίγο ξεχαστεί αν ξαναβρεθούν στη μόνη τους κοινή πατρίδα, τις μοιρασμένες παιδικές αναμνήσεις («Βαλσαμωμένο ελάφι»). Για πόσο όμως; Αφού ούτε ο έρωτας πια δεν διαρκεί, θύμα της ταχείας εποχής του και της αδυναμίας (ή απροθυμίας) να τον δεχτούμε («Your hand in mine»).

IMG041Η συγγραφέας (γεν. 1983, το προηγούμενο, πρώτο βιβλίο της εδώ) επιλέγει για κάθε κείμενο κι ένα διαφορετικό στυλ λόγου, δημιουργώντας μια σύνθεση λογοτεχνικών ειδών, πειραματικών και μη. Διάλογοι, εικόνες, μονόλογοι, παραληρήματα, προσευχές, ημερολόγια, αποφθέγματα, στίχοι τραγουδιών, θραύσματα σκέψεων, διαφημίσεις, cut – ups και κολλάζ σκέψεων και φράσεων της καθημερινότητας, όλα με το λεξιλόγιο του 2013 και την γραμματική του εκάστοτε χαρακτήρα ολοκληρώνουν την ίδια την καταθρυμματισμένη σύγχρονη προσωπική και κοινωνική ζωή.

Η αδυναμία διαχείρισης των θλιβερών συμβάντων οδηγεί τους περισσότερους σε ακραίες συμπεριφορές, που συχνά στρέφονται κατά των συνανθρώπων, οδηγώντας την σύγχρονη κατάσταση της κοινωνικής ανθρωποφαγίας. Αλλά– κι αυτό τρομάζει εξίσου – τα «χτυπήματα της μοίρας» οδηγούν και στην ίδια την αυτοκαταστροφική τάση· κι εκεί ο καθένας αποδεικνύεται ιδανικός στην ολοκλήρωση του δικού του δράματος και στον προσωπικό του αφανισμό.

crying womanΚαι στις λέξεις, μια συμμετρία στις λέξεις, μια τελετουργία, η ίδια αφήγηση ζωής, ξανά και ξανά, με άλλη σειρά, τα ίδια κομμάτια σε άλλες θέσεις, ένα καλειδοσκόπιο αναμνήσεων που άνοιγε σε υπέροχα ομοιόμορφα μοτίβα, μετατόπιζε ελαφρά την επιφάνεια και εμφανιζόταν μια καινούργια εικόνα που εκτεινόταν επ’ αόριστον, τόσο λεπτά κεντημένη, ένας ιστός που με φυλάκισε στα αόρατα νήματά του, μισώ τις μεταφορές κι όμως αυτό ακριβώς συνέβη, έβλεπα τις λέξεις να χοροπηδούν γύρω μου, να παίρνουν τα θέση τους, και όταν τελείωνε το μάντρα βρισκόμουν μπλεγμένος αδιαχώριστα ανάμεσά τους, έβγαζα τα ακουστικά όταν έφευγε, κοιτούσα γύρω   μου και με έπνιγε το παράλογο, το άσχημο, το χυδαίο. [ σ. 71]. Η συνέχεια του αρχικού αποσπάσματος. Και η ύστατη παραμυθία όλων αυτών: οι λέξεις.

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 105.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 33 (καλοκαίρι 2013).

14
Απρ.
13

Τανιζάκι – Το εγκώμιο της σκιάς

1Αυτά που ήδη χάσαμε απ’ τον κόσμο της σκιάς, θέλω να προσπαθήσω να τα ανακαλέσω τουλάχιστο μέσα στη σφαίρα της λογοτεχνίας. Στο παλάτι που λέγεται λογοτεχνία, τα υπόστεγα θέλω να είναι βαθιά και οι τοίχοι σκοτεινοί· θα σπρώξω καθετί που χτυπάει στο μάτι μες στο σκοτάδι, θα προσπαθήσω να απογυμνώσω τα εσωτερικά από κάθε άχρηστη διακόσμηση. Δεν θέλω να’ ναι όλα τα σπίτια έτσι, αλλά θα ήταν καλά να υπήρχε έστω κι ένα μόνο τέτοιο σπίτι. Όπου για δοκιμή να μπορούμε να σβήσουμε τα φώτα, να δούμε πώς θα’ ναι επιτέλους χωρίς αυτά.- [σ. 131 – 132]. Η δεδηλωμένη επιθυμία του Ιάπωνα συγγραφέα δεν αποτελεί την αφετηρία αλλά την ολοκλήρωση μιας ολόκληρου συστήματος σκέψης πάνω στο δίπολο του φωτός, στην κατάφασή του και στο αντίπαλο σκότος· πρόκειται για την έκφραση μιας ολόκληρης αισθητικής του ιαπωνικού πολιτισμού.

2Η μεγάλη του στροφή του συγγραφέα [Τόκιο, 1886 – 1965] στις παραδοσιακές αξίες και τα αισθητικά ιδεώδη της χώρας θα γίνει στην επαρχιώτικη Οσάκα, μια πόλη άτρωτη από τις ξένες επιδράσεις· εκεί θα βρεθεί μετά τον καταστροφικό σεισμό του Τόκιο (1923). Μέχρι τότε παρέμενε υπό την επίδραση ξένων συγγραφέων (Πόε, Μπωντλαίρ, Ουάιλντ), ζούσε σε συνοικίες όπου ζούσαν όλοι οι ξένοι και τα πρώτα του έργα θεωρούνταν «δαιμονικά» από τους συμπατριώτες του. Τα νέα του μυθιστορήματα εις το εξής – το καθένα και σε ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος – θα αντικατόπτριζαν την αντίθεση και την πάλη του μεταξύ παλιού και καινούργιου, μέχρι να τον κερδίσει οριστικά το παλιό. Το Εγκώμιο της σκιάς ευνόητα ανήκει στην περίοδο αυτής της ολοκληρωτικής στροφής στις παραδοσιακές ιαπωνικές αξίες: είναι ακριβώς ένα δοκίμιο πάνω στην αισθητική του ιαπωνικού πολιτισμού και στην αντίθεση με εκείνες του δυτικού.

3Το Εγκώμιο της σκιάς αποτελεί δοκίμιο με την ιαπωνική έννοια του όρου [zuihitsu]· αποφεύγει την θεωρητική αυστηρότητα και αναμειγνύει διαφορετικές γραφές δημιουργώντας ένα μεικτό είδος πρόζας χωρίς τελειωτικό νόημα, εντός της οποίας έχουν θέση η ποίηση, η λογική, οι ιδέες, η καθημερινότητα, το παράδοξο. Παρομοίως και το στυλ του συγγραφέα, όπως γράφει ο μεταφραστής στην κατατοπιστική εισαγωγή του, κατάγεται από το Genji Monogatori, ένα στυλ ρευστό, ελλειπτικό και διφορούμενο, που βρίσκεται σε συμφωνία με την προτροπή του Τανιζάκι προς τους νέους συγγραφείς «να μην προσπαθούν να παραείναι σαφείς και ν’ αφήνουν πάντα κάποια κενά νοήματος». Έτσι το κείμενό του είναι άψογα στυλιζαρισμένο και ταυτόχρονα σχεδόν σε διάχυση, γεμάτο χάσματα γραμματικής και συντακτικού.

Η αρχή γίνεται με την αρχιτεκτονική και τις τεράστιες δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει εκείνος που ενδιαφέρεται να χτίσει ένα σπίτι σε καθαρά γιαπωνέζικο στιλ αλλά με τις σύγχρονες ανάγκες θέρμανσης, φωτισμού και αποχέτευσης. Το πρόβλημα απασχόλησε και τον ίδιο, που συχνά εκθέτει τις λύσεις που επέλεξε, κι ας ήταν ιδιαίτερα ακριβές. Για παράδειγμα, καθώς καμία θερμάστρα δεν μπορεί να ταιριάξει, όπως γράφει, με την δομή αλλά και την ησυχία ιαπωνικού δωματίου, κατέληξε σε μια μεγάλη εστία στο πάτωμα, με ηλεκτρική θερμάστρα εντός της.

ar359Μια άλλη σταδιακή αρχιτεκτονική απώλεια ήταν τα σότζι, οι ξύλινες συρταρωτές πόρτες που βλέπουν στο εξωτερικό του σπιτιού και αποτελούνται από κάθετα και οριζόντια ξύλα που σχηματίζουν τετράγωνα με ρυζόχαρτο στα κενά διαστήματα, που άφηνε να περνάει ένα πολύ μαλακό διυλισμένο φως. Το ρυζόχαρτο άρχισε να αντικαθίσταται από γυαλί, αλλά ο συγγραφέας διατήρησε το χαρτί στην μέσα πλευρά ακριβώς για να μην χαθεί το συγκεκριμένο φως. H ιδέα της ποίησης της καθημερινότητας αφορά ακόμα και την τουαλέτα:

…μέσα σ’ όλη την ιαπωνική αρχιτεκτονική, η τουαλέτα είναι το πιο καλαίσθητο κομμάτι. Οι πρόγονοί μας, που συνήθιζαν να κάνουν όλα τα πράγματα ποίηση, μετασχημάτισαν αυτό που δίκαια μπορεί να θεωρηθεί ως το πιο ακάθαρτο μέρος της κατοικίας σ’ έναν τόπο υψηλής λεπτότητας, που τον συνέδεαν με τη μορφιά της φύσης, και τον τύλιξα σε νοσταλγικούς συνειρμούς. Σε σύγκριση με τους δυτικούς ανθρώπους, οι οποίοι εκ προοιμίου θεωρούν το θέμα βρόμικο και αποφεύγουν μετά βδελυγμίας την οποιαδήποτε μνεία του μπροστά σε τρίτους, εμείς έχουμε να επιδείξουμε πολύ μεγαλύτερη ορθοφροσύνη και τη λεπτότητα ενός πραγματικά βαθιού πνεύματος. [σ. 32]

5Αναπόφευκτα η αισθητική αυτή κατάθεση οδηγεί στην κατάφαση του πολιτισμού της ευρύτερης [Άπω] Ανατολής και στην σύγκριση με εκείνον της Δύσης. Ο συγγραφέας εκφράζει την επιθυμία του να είχε αναπτύξει η Ανατολή τον δικό της πρωτότυπο επιστημονικό πολιτισμό και το παράπονό του για το γεγονός ότι δεν έχει δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στις συνήθειες και τις προτιμήσεις της εντόπιας ζωής και κατ’ ακολουθίαν οι νεοτερισμοί δεν έχουν μορφοποιηθεί ανάλογα. Η σύγκριση βγαίνει αναπόφευκτα εις βάρος των Ανατολικών, που έχουν υποστεί τις βαρύτερες απώλειες, καθώς η Δύση ακολούθησε κανονικά το δρόμο της, που η Ανατολή αναγκάστηκε να υιοθετήσει, παρά το γεγονός ότι για χιλιάδες χρόνια είχε βαδίσει σε διαφορετική κατεύθυνση. Έτσι σήμερα ο πολιτισμός της αποτελεί δάνειο και όχι δικό της επινόημα, ταιριαστό με την ιδιοσυγκρασία της.

Ένα ενδεικτικό, έστω και σχηματικό, παράδειγμα έχει καταθέσει παλαιότερα σε λογοτεχνικό περιοδικό: αν ο στυλογράφος ήταν επινόημα των παλιών Ιαπώνων ή Κινέζων, οπωσδήποτε αντί να έχει στην άκρη του πένα θα είχε μια μύτη από πινέλο. Κι επειδή το δυτικό χαρτί θα ήταν άβολο, το αντίστοιχο ιαπωνικό θα ήταν μια βελτιωμένη παραλλαγή του ρυζόχαρτου, που 000070ef_mediumμε τη σειρά της θα ενέπνεε για διαφορετική γραφή, ενώ η παράλληλη ανάπτυξη των ιδεογραμμάτων και του συλλαβικού αλφάβητου θα οδηγούσε ίσως σε λιγότερη μίμηση της Δύσης και σε εξερεύνηση νέων δημιουργικών πεδίων.

Αυτά όμως είναι «ονειροφαντασίες μυθιστοριογράφου», όπως γλυκόπικρα παραδέχεται ο ίδιος, για να επιστρέψει σε γενικές και ειδικότερες αισθητικές συγκρίσεις. Βασικό στοιχείο λοιπόν της γιαπωνέζικης αισθητικής αποτελεί το ημίφως και η σκιά. Οι πρόγονοί του, γράφει, ήταν αναγκασμένοι να ζουν μέσα σε σκοτεινές κάμαρες και ανακάλυψαν την ομορφιά της σκιάς, με αποτέλεσμα αργότερα να την βάλουν στην υπηρεσία των σκοπών της ομορφιάς. Η ομορφιά του γιαπωνέζικου δωματίου εξαρτάται απόλυτα απ’ την εναλλαγή αμυδρού φωτός και σκιάς. Οι τοίχοι έχουν χρώματα άτονα και αδύναμα, ενώ δεν έχουν κανένα στολίδι. Το «ορατό σκοτάδι» που συχνά δημιουργείται μέσα στην κάμαρη εύκολα ξυπνάει τις παραισθήσεις, σε αντίθεση με την σύγχρονη «παράλυση» των αισθήσεων που προκαλεί ο ηλεκτρικός φωτισμός.

6Η κουζίνα έχει πάντα μια ακατάλυτη σχέση με το σκοτάδι ενώ η μεγάλη στέγη από κεραμίδια ή καλάμια δημιουργεί το πυκνό σκοτάδι που κρέμεται κάτω από τα γείσα· «η ιαπωνική στέγη είναι μια ομπρέλα, ενώ η δυτική ένα καπέλο». Στο γιαπωνέζικο καθιστικό υπάρχει πάντα η τοκονόμα, ένας ειδικά διαρρυθμισμένος χώρος αυτοσυγκέντρωσης, χαλάρωσης και φιλοσοφικού νοήματος ζεν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και στην αρχιτεκτονική των μεγάλων τέμπλων το κεντρικό δωμάτιο είναι τόσο μακριά απ’ τον κήπο ώστε να ξεθωριάζει το φως.

Στην τέχνη της συνομιλίας επικρατεί η χαμηλή φωνή, τα λίγα λόγια και οι «παύσεις», που καταλήγουν να πεθαίνουν όταν περάσουν στα μηχανήματα. Η μουσική είναι υποτονισμένη και βασίζεται στην ατμόσφαιρα. Το πνεύμα δεν βρίσκει τη γαλήνη σε τίποτα γυαλιστερό· ακόμα και τα σερβίτσια εκτιμώνται όταν η λάμψη της επιφάνειας ξεθωριάζει με τον καιρό. Το ποθητό καπνισμένο μαύρισμα εκφράζει ακριβώς την πατίνα του χρόνου. Η περιδιάβαση της φωτοσκίασης επεκτείνεται στο χρώμα των τοίχων στα νοσοκομεία και τις ιατρικές φόρμες, του κυπέλλου της σούπας και της τροφής και από το «περβάζι της μελέτης» μέχρι τα κοστούμια του θεάτρου Νο.

H0257-L42297306Εμείς οι Ιάπωνες έχουμε κατανοήσει τα μυστικά της φωτοσκίασης και επίσης τη δεξιοτεχνία με την οποία ξέρουμε να χρησιμοποιούμε το φως και τη σκιά, γράφει ο Τανιζάκι και αυτή ακριβώς η «γνώση» οδηγεί στην εξύμνηση του ημιφωτισμένου και ομιχλώδους, του μισοϊδωμένου και κρυμμένου, του υπαινικτικού και του εννοούμενου. Αλλά μέσα από τα ίδια του τα λόγια, ίσως κι αυτά φευγαλέα και ημιτελή, αισθάνομαι πως η αναζήτηση των παραπάνω ιδιοτήτων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μας οδηγεί στην ανάδειξη της αισθητικότητας, της ποιητικότητας και της ουσίας όλων των πραγμάτων.

Εκδ. Άγρα, 1992, Γ΄ ανατύπωση: 2011, μτφ. από τα Ιαπωνικά, πρόλογος [για τον συγγραφέα, το έργο, την μετάφραση και το ύφος] και σημειώσεις: Παναγιώτης Ευαγγελίδης, σελ. 132, με έγχρωμο φωτογραφικό δεκασέλιδο. [Junichiro Tanizaki, IN’EI RAISAN, 1933].




Απρίλιος 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 998.849 hits

Αρχείο

Advertisements