Αρχείο για Απρίλιος 2013

30
Απρ.
13

Εντευκτήριο, τεύχος 99 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2012)

Layout 1Ώρες ώρες έχω την αίσθηση ότι δεν δημιουργήθηκα από κάποιον Θεό. Ότι δημιούργησα τον δικό μου, προς χάριν ανακούφισης. Της υπόσχεσης, έστω για μια θέση στον Παράδεισο. Αυτή η επαγγελία είναι που δεν μου επιτρέπει να απολαύσω τη ζωή μου στο μέγιστο… γράφει ο Διαμαντής Αξιώτης στην Ισόβια αρετή, σε σπαράγματα λόγου ενός προσώπου που κλυδωνίζεται μεταξύ πίστης και ζωής, που η σάρκα τον σπρώχνει σε χίλιους πειρασμούς, που του ζητά να ενωθεί με άλλη… Οι νύχτες μου στοιχειώνουν από φαντάσματα με ανοιγμένα χείλη, υγρές γλώσσες, εξαγριωμένα όργανα. μοχλοί ικανοί να ταρακουνήσουν τον κόσμο όλο. / Ξέρω. Εκείνος ακόμη και τα όνειρα τα όρισε «αμαρτία». Όμως, αν το μυαλό μου είναι δημιούργημά Του, τότε είναι και τα όνειρα. Το ίδιο ισχύει για την ψυχή, για τις σκέψεις μου.

Βρισκόμαστε στον κειμενικό κήπο του Εντευκτηρίου και τα ερεθιστικά κείμενα είναι και πάλι πολλά. Το πλέον απρόσμενο ανήκει στον Ίνγκο Σούλτσε, σεσημασμένο κι ενδιαφέροντα «πρώην ανατολικογερμανό» λογοτέχνη. Το Κάποτε στην επαρχία (μετ.: Μαριαλένα Κρέμερ) αναφέρεται στα βιβλιοπωλεία των κωμοπόλεων της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που αποτελούσαν πραγματικούς θησαυρούς. Ο επισκέπτης των μικρών εκείνων τόπων μπορούσε να πέσει πάνω σ’ ένα μαύρο βιβλίο της σειράς Σπέκτρουμ, με τα γράμματα να σχηματίζουν τα ονόματα Μπέρναρν Μαλαμουντ, Μαξ Φρις, Τόμας ein-kleines-Auto-unterwegs-in-Sachsen-a18014865Πίντσον ή σ’ ένα βιβλίο της σειράς Ρέκλαμ με ονόματα όπως Ισαάκ Σίνγκερ, Αλμπέρ Καμύ, Χουάν Κάρλος Ονέτι, Άρνο Σμιντ… Κάθε κωμόπολη μπορούσε να αλλάξει τη ζωή, γράφει ο αφηγητής, για εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που γνώριζαν τα ονόματα από φίλους, «επιλόγους» και σκουντήματα του αγκώνα, ενώ σήμερα η λογοτεχνία, αποτραβημένη στις αστικές οάσεις υπάρχει μόνο στον υπολογιστή, εξορισμένη όπως τα βενζινάδικα.

Κι όταν τους λόγους βγάζοντας τα πλήθη ξεσηκώνουνε,/ μπράβο, συγχαρητήρια, ωραιότατα, να πείτε. / Εδώ είμαι, αν με θέλουνε κομμάτια να με κόψουνε! / Και αν δίνουν ξύλο και βαρούν, τον Θεό να ευλογείτε! / Γιατί το ξυλοφόρτωμα καθήκον πρώτο τους λογίζεται. /Φιλήστε τους φασίστες, φιλήστε τους φασίστες, όπου και να τους βρίσκετε.

George Grosz, Τα στηρίγατα της κοινωνίας, 1926στιχουργεί στο ποίημα «Τριαντάφυλλα σκορπισμένα στον δρόμο» ο γερμανοεβραίος αντιμιλιταριστής ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Κουρτ Τουχόλσκι (1890 – 1935, πιθανόν αυτόχειρας), ένα από τα τέσσερα σατιρικά ποιήματα που καυτηριάζουν τους υπαίτιους για την απαξίωση της δημοκρατίας και την κατάρρευση της εύθραυστης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (εισαγωγή και μετάφραση: Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου· ποιήματα που σχεδόν σβήνουν την χρονική απόσταση που χωρίζει το τότε με το τώρα, με ανατριχιαστικές αναλογίες…

Κι αν να πυροβολούν τους δείτε: ε, και τι έγινε; / Τόσο πολύ πια τη ζωή σας μην τη λογαριάζετε! / Στον ειρηνόφιλο μονάχα η λόξα έμεινε! / Θύματα να ’στε δεν το θέλετε; / Κι αν στην κοιλιά σας μέσα / χιτλερικό στιλέτο ως τη λαβή του μπήγεται:/ Φιλήστε τους φασίστες, φιλήστε τους φασίστες, / Φιλήστε τους φασίστες, όπου και να τους βρίσκετε.

carlos-fuentes-630Η πιο κινηματογραφική εικόνα: Ο ταχυδρόμος του Συρράκο, δια χειρός Ηλία Κουτσούκου, ανεβαίνοντας τις στροφές στο βουνό φορώντας κίτρινο αδιάβροχο ξεφεύγει από τον δρόμο και φεύγει σαν κατακίτρινος αετός πάνω από φαράγγι. Ο καταιγιστικότερος λόγος του τεύχους ανήκει στον Κάρλος Φουέντες, όπως ξεπηδά από μια “χαμένη” συνέντευξη που η Λίλι Κάνσο ανακάλυψε σε μια κασέτα στο αρχείο της. Και η πιο γοητευτικά μελαγχολική πρόζα στον Φερνάντο Ιγουασάκι (μετ.: Θανάσης Ράπτης) και τα Νεκρικά προικιά του:

Όταν έφτασα στον νεκροθάλαμο, συνάντησα τη μάνα μου περίλυπη στις σκάλες.

–         Ρε μαμά, εσύ είσαι πεθαμένη.

–         Κι εσύ το ίδιο παιδί μου.

Κι αγκαλιαστήκαμε απαρηγόρητοι.

RORRHSΠεζά των Σπύρου Λαζαρίδη, Λόρι Μουρ (μετ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), Φραντς Κάφκα (μετ.: Ειρήνη Δαδιώτου), και ποιήματα των Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Βασίλη Δημητράκου, Βαγγέλη Τασιόπουλου, Ηλία Κεφάλα, Ζαφείρη Νικήτα, Στάθη Κουτσούνη, Βόλφγκανγκ Χίλμπιγκ (μετ.: Γιώργος Καρτάκης), Μάικλ Μαρτς (μετ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ) και τριών Τουρκοκύπριων σύγχρονων ποιητών (μετ.: Λευτέρης Παπαλεοντίου) συμπληρώνουν την λογοτεχνία του τεύχους. Στην δοκιμιακή πλευρά: συγκριτική ανάγνωση από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη ενός ποιήματος του Καβάφη («Ναυμαχία») και ενός του Σεφέρη («Σαλαμίνα της Κύπρος»), άρθρα του Διονύση Καψάλη για τον εικονογράφο (κυρίως της ποίησης) Γιάννη Μόραλη, του Νάσου Βαγενά για την πεζογραφία του Βασίλη Βασιλικού, του Χρήστου Τσιάμη για τους «αταίριαστους του Μανχάτταν» ποιητές Νίκο Σπάνια και Νίκολας Κάλας, καθώς και της Μυρτώς Ρήγου για τη «μνημονιακή Αθήνα». Αντιγράφω από το τελευταίο κείμενο:

Το αληθινό πένθος φαίνεται να υπαγορεύει μια και μόνη οδό: να αποδεχθείς το ακατανόητο της απώλειας – για μένα παραμένει ακατανόητη η αλλαγή της Αθήνας τα τελευταία 4-5 χρόνια. Να το αποδεχθείς, να του αφήσεις θέση και ψυχρά να απαριθμήσεις τους τρόπους, θέλω να πω: τη ρητορική του πένθους. Διότι τι άλλο σημαίνει πενθώ παρά ζω αλληγορικά την πραγματικότητα, επινοώ τρόπους για να καταφάσκω στο αδύνατο…

Kurt_TucholskyΜια τέτοια ακατανόητη απώλεια, σε άλλο επίπεδο, εκείνη της πρόωρα χαμένης Μπίλης Βέμη καταγράφουν στο Απουσιολόγιο τρεις φίλες και συνεργάτιδες. Το ειδικό τετράχρωμο ένθετο δεκαεξασέλιδο περιλαμβάνει φωτογραφίες του Πάνου Πατίλη και το τεύχος κοσμείται με σχέδια του Γιώργου Ρόρρη. Το επόμενο τεύχος θα είναι το 100ό, και ήδη αδημονούμε για το εορταστικό κειμενικό του πανηγύρι.

Στην επόμενη ανάρτηση, το αμέσως προηγούμενο τεύχος του Εντευκτηρίου.

Στις εικόνες: ένα Τράμπαντ στις εξοχές της Ανατολικής Γερμανίας (άραγε ο επιβάτης αναζητά τα βιβλιοπωλεία των κωμοπόλεων που περιγράφει ο Σούλτσε ή τους αναζητητές των βιβλιοπωλείων;), το έργο του George Grosz, Τα στηρίγατα της κοινωνίας, 1926, που πλαισιώνει στο τεύχος το κείμενό του Κουρτ Τουχόλσκι και λίγο παρακάτω ο ίδιος ο συγγραφέας,  Κάρλος Φουέντες και έργο του Γιώργου Ρόρρη.

27
Απρ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 119. Πέτρος Κουτσιαμπασάκος

φωτ. 1Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Τα πρόσωπα της «Σκεπής», στους δρόμους και τα κλειστά δωμάτια των πόλεων ή στην ακίνητη ανοιχτοσύνη της υπαίθρου, έχουν φτάσει ή φτάνουν σ’ ένα «σημείο μηδέν». Το καθένα χωριστά θα προσπαθήσει να σηκωθεί. Στην «Πόλη παιδιών» ο εντεκάχρονος ήρωας μεγαλώνει εσώκλειστος σε ένα κρατικό ίδρυμα χωρίς να γνωρίζει τον ακριβή λόγο για τον οποίο βρίσκεται εκεί. Το βιβλίο υιοθετεί το βλέμμα του και τον ακολουθεί στις διάφορες πορείες του στον «μέσα» και στον «έξω» κόσμο, στο πώς συμπλέκονται στο ίδιο του το σώμα, στην προσπάθειά του να τους ενώσει.

b83975Από το πρώτο μέχρι το δεύτερο μεσολάβησαν οκτώ χρόνια. Υπήρξε κάποιος ιδιαίτερος λόγος;

Όχι κάποιος περισσότερο ιδιαίτερος από αυτούς που υπάρχουν στον καθένα μας. Αν και δεν έχω την αίσθηση πως από κάπου έλειψα, εκεί που νομίζω πως έπρεπε, ήμουν. Επιπλέον, η μεγάλη φόρμα είναι και χρονοβόρα και κοπιαστική.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Θα έλεγα, έχω ξανα-γράψει. Το κοίταγμα και το ξαναγράψιμο εκτός γραφείου ρίχνει τις ασφάλειες του γραφείου. Σε βγάζει από οικείους χώρους και συγκεκριμένη ψυχολογία, κάνει φρέσκια τη ματιά σου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όσο το βιβλίο γράφεται, κοιμάσαι με τους ήρωές σου και όταν ξυπνάς τους έχεις πάλι μπροστά σου· ζουν μαζί σου. Από τη στιγμή όμως που εκδίδεται, οι ήρωες γίνονται αυθύπαρκτοι. Φεύγουν. Μαθαίνω νέα τους από άλλους, τους βλέπω μόνο όταν ξανανοίγω το βιβλίο.

b183663Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Να κάθομαι στο γραφείο και ν’ ανοίγω τον υπολογιστή. Η καθημερινή δουλειά. Πριν όμως, κάτι άλλο πρέπει να συμβεί: να σε παγιδεύσει μια ιδέα, τόσο ώστε μοναδική απόδραση να μοιάζει το πέρασμά της στο χαρτί.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Προτιμώ τα πρωινά, αμέσως μόλις ξυπνήσω. Οι ώρες είναι καθαρότερες. Μόνη διαδικασία, ο καφές. Κατά τη γραφή, τελευταία επιλέγω μόνιμα τη σιωπή. Ελπίζοντας, κάποια στιγμή, από μέσα της να ξεπηδήσει η μουσική. Όταν κλείσω τον υπολογιστή, ανοίγω το ραδιόφωνο – κυρίως αυτό. Με προτίμηση στην τζαζ και το λαϊκό τραγούδι.

Miquel_de_Cervantes_1547_-_1616_mediumΠοιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα κοινωνιολογία και για βιοπορισμό εργάζομαι ως επιμελητής κειμένων. Νομίζω πως και τα δύο υπάρχουν, σε διάφορα επίπεδα, εμφανή και αφανή.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι. Ο λόγος; Δεν μπορώ να τον προσδιορίσω, αλλά συνέβη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Τον Δημήτρη Χατζή. Για τη μαστοριά των σελίδων του και τη ζωή του. Την ανθρωπιά του.

Τι γράφετε τώρα; 

herman-melville1Αυτόν τον καιρό δεν γράφω κάτι. Αγρανάπαυση.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί. Τα βιβλία τους σε ταξιδεύουν και πίσω στον προσωπικό χρόνο, τον καιρό της ανάγνωσής τους, η επισκόπηση σου τονίζει ελλείψεις. Δεν θα παρέλειπα τον Θερβάντες. Και μετά τον Φλωμπέρ. Τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι και τον Τσέχωφ. Τον Σολωμό. Τον Μέλβιλ, τον Κόνραντ. Τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη. Τον Τζόις και τον Κάφκα. Τον Καβάφη. Τον Χατζόπουλο και τον Πολίτη. Τον Σελίν. Τον Χατζή. Τον ΜακΚάρθυ και τον Κάρβερ. Τον Ζέμπαλντ. Τον Μπολάνιο. Τον Βαλτινό…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

f. celine 1«Μαντάμ Μποβαρύ», «Έγκλημα και τιμωρία», «Μόμπι Ντικ», «Ματοβαμμένος μεσημβρινός», «Οι ξεριζωμένοι».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς», «Οι Νεκροί», «Ο έρωτας στα χιόνια», «Το αμάρτημα της μητρός μου».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία αναπτύσσεται και σε πλάτος και σε ύψος. Παρακολουθώ από κοντά το έργο του Ηλία Παπαμόσχου και του Κώστα Καβανόζη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένος ο Μπάρτλεμπυ, για την αινιγματικότητά του αλλά και για την περίοδο όπου τον συνάντησα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δ. ΧατζήςΤο «Πλανόδιον», που δυστυχώς δεν είναι πλέον «ενεργό». Έτυχε να το κρατήσω στα χέρια μου από τα πρώτα τεύχη του και έκτοτε με συντρόφευε, με το λογοτεχνικό πλούτο του αλλά και το ανεξάρτητο πνεύμα του. Επίσης, ο «Εκηβόλος». Μου δωρίθηκαν, χρόνια αφότου ανέστειλε την κυκλοφορία του, τα τεύχη του. Θαμπώθηκα από την ποιότητα κειμένων και μεταφράσεων, από την τυπογραφική του αρτιότητα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Τις νουβέλες του Κλάιστ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κ. ΧατζόπουλοςΔιαβάζω. Αδιακρίτως, χωρίς κάποια ιδιαίτερη προτίμηση. Απλώς η ευκολία ανάγνωσης ακόμη κλίνει προς το χαρτί.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Οι τέχνες ανέκαθεν συνομιλούσαν μεταξύ τους. Θα σταθώ στην ευρηματικότητα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου σε καιρούς κρίσης και στην πληρότητα των παραστάσεων του Βογιατζή.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Αν μιλήσουμε για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αμφίθυμη. Απαιτούν χρόνο και ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος. Κρατώ την εμπειρία, με άλλους φίλους, διασκορπισμένους σε διαφορετικά μέρη, από τη συμμετοχή μου σ’ ένα κλειστό ιστολόγιο.

φωτ. 2Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Εδώ, λέω να μείνουμε στο ερωτηματικό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι. Νιώθω πλήρης. Σας ευχαριστώ.

Στις εικόνες:  Cervantes, Herman Melville, Louis Ferdinand Celine, Δημήτρης Χατζής, Κωνσταντίνος Χατζόπουλος.




Απρίλιος 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 1.123.757 hits

Αρχείο