Αρχείο για Απρίλιος 2013

30
Απρ.
13

Εντευκτήριο, τεύχος 99 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2012)

Layout 1Ώρες ώρες έχω την αίσθηση ότι δεν δημιουργήθηκα από κάποιον Θεό. Ότι δημιούργησα τον δικό μου, προς χάριν ανακούφισης. Της υπόσχεσης, έστω για μια θέση στον Παράδεισο. Αυτή η επαγγελία είναι που δεν μου επιτρέπει να απολαύσω τη ζωή μου στο μέγιστο… γράφει ο Διαμαντής Αξιώτης στην Ισόβια αρετή, σε σπαράγματα λόγου ενός προσώπου που κλυδωνίζεται μεταξύ πίστης και ζωής, που η σάρκα τον σπρώχνει σε χίλιους πειρασμούς, που του ζητά να ενωθεί με άλλη… Οι νύχτες μου στοιχειώνουν από φαντάσματα με ανοιγμένα χείλη, υγρές γλώσσες, εξαγριωμένα όργανα. μοχλοί ικανοί να ταρακουνήσουν τον κόσμο όλο. / Ξέρω. Εκείνος ακόμη και τα όνειρα τα όρισε «αμαρτία». Όμως, αν το μυαλό μου είναι δημιούργημά Του, τότε είναι και τα όνειρα. Το ίδιο ισχύει για την ψυχή, για τις σκέψεις μου.

Βρισκόμαστε στον κειμενικό κήπο του Εντευκτηρίου και τα ερεθιστικά κείμενα είναι και πάλι πολλά. Το πλέον απρόσμενο ανήκει στον Ίνγκο Σούλτσε, σεσημασμένο κι ενδιαφέροντα «πρώην ανατολικογερμανό» λογοτέχνη. Το Κάποτε στην επαρχία (μετ.: Μαριαλένα Κρέμερ) αναφέρεται στα βιβλιοπωλεία των κωμοπόλεων της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που αποτελούσαν πραγματικούς θησαυρούς. Ο επισκέπτης των μικρών εκείνων τόπων μπορούσε να πέσει πάνω σ’ ένα μαύρο βιβλίο της σειράς Σπέκτρουμ, με τα γράμματα να σχηματίζουν τα ονόματα Μπέρναρν Μαλαμουντ, Μαξ Φρις, Τόμας ein-kleines-Auto-unterwegs-in-Sachsen-a18014865Πίντσον ή σ’ ένα βιβλίο της σειράς Ρέκλαμ με ονόματα όπως Ισαάκ Σίνγκερ, Αλμπέρ Καμύ, Χουάν Κάρλος Ονέτι, Άρνο Σμιντ… Κάθε κωμόπολη μπορούσε να αλλάξει τη ζωή, γράφει ο αφηγητής, για εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που γνώριζαν τα ονόματα από φίλους, «επιλόγους» και σκουντήματα του αγκώνα, ενώ σήμερα η λογοτεχνία, αποτραβημένη στις αστικές οάσεις υπάρχει μόνο στον υπολογιστή, εξορισμένη όπως τα βενζινάδικα.

Κι όταν τους λόγους βγάζοντας τα πλήθη ξεσηκώνουνε,/ μπράβο, συγχαρητήρια, ωραιότατα, να πείτε. / Εδώ είμαι, αν με θέλουνε κομμάτια να με κόψουνε! / Και αν δίνουν ξύλο και βαρούν, τον Θεό να ευλογείτε! / Γιατί το ξυλοφόρτωμα καθήκον πρώτο τους λογίζεται. /Φιλήστε τους φασίστες, φιλήστε τους φασίστες, όπου και να τους βρίσκετε.

George Grosz, Τα στηρίγατα της κοινωνίας, 1926στιχουργεί στο ποίημα «Τριαντάφυλλα σκορπισμένα στον δρόμο» ο γερμανοεβραίος αντιμιλιταριστής ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Κουρτ Τουχόλσκι (1890 – 1935, πιθανόν αυτόχειρας), ένα από τα τέσσερα σατιρικά ποιήματα που καυτηριάζουν τους υπαίτιους για την απαξίωση της δημοκρατίας και την κατάρρευση της εύθραυστης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (εισαγωγή και μετάφραση: Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου· ποιήματα που σχεδόν σβήνουν την χρονική απόσταση που χωρίζει το τότε με το τώρα, με ανατριχιαστικές αναλογίες…

Κι αν να πυροβολούν τους δείτε: ε, και τι έγινε; / Τόσο πολύ πια τη ζωή σας μην τη λογαριάζετε! / Στον ειρηνόφιλο μονάχα η λόξα έμεινε! / Θύματα να ’στε δεν το θέλετε; / Κι αν στην κοιλιά σας μέσα / χιτλερικό στιλέτο ως τη λαβή του μπήγεται:/ Φιλήστε τους φασίστες, φιλήστε τους φασίστες, / Φιλήστε τους φασίστες, όπου και να τους βρίσκετε.

carlos-fuentes-630Η πιο κινηματογραφική εικόνα: Ο ταχυδρόμος του Συρράκο, δια χειρός Ηλία Κουτσούκου, ανεβαίνοντας τις στροφές στο βουνό φορώντας κίτρινο αδιάβροχο ξεφεύγει από τον δρόμο και φεύγει σαν κατακίτρινος αετός πάνω από φαράγγι. Ο καταιγιστικότερος λόγος του τεύχους ανήκει στον Κάρλος Φουέντες, όπως ξεπηδά από μια “χαμένη” συνέντευξη που η Λίλι Κάνσο ανακάλυψε σε μια κασέτα στο αρχείο της. Και η πιο γοητευτικά μελαγχολική πρόζα στον Φερνάντο Ιγουασάκι (μετ.: Θανάσης Ράπτης) και τα Νεκρικά προικιά του:

Όταν έφτασα στον νεκροθάλαμο, συνάντησα τη μάνα μου περίλυπη στις σκάλες.

–         Ρε μαμά, εσύ είσαι πεθαμένη.

–         Κι εσύ το ίδιο παιδί μου.

Κι αγκαλιαστήκαμε απαρηγόρητοι.

RORRHSΠεζά των Σπύρου Λαζαρίδη, Λόρι Μουρ (μετ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), Φραντς Κάφκα (μετ.: Ειρήνη Δαδιώτου), και ποιήματα των Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Βασίλη Δημητράκου, Βαγγέλη Τασιόπουλου, Ηλία Κεφάλα, Ζαφείρη Νικήτα, Στάθη Κουτσούνη, Βόλφγκανγκ Χίλμπιγκ (μετ.: Γιώργος Καρτάκης), Μάικλ Μαρτς (μετ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ) και τριών Τουρκοκύπριων σύγχρονων ποιητών (μετ.: Λευτέρης Παπαλεοντίου) συμπληρώνουν την λογοτεχνία του τεύχους. Στην δοκιμιακή πλευρά: συγκριτική ανάγνωση από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη ενός ποιήματος του Καβάφη («Ναυμαχία») και ενός του Σεφέρη («Σαλαμίνα της Κύπρος»), άρθρα του Διονύση Καψάλη για τον εικονογράφο (κυρίως της ποίησης) Γιάννη Μόραλη, του Νάσου Βαγενά για την πεζογραφία του Βασίλη Βασιλικού, του Χρήστου Τσιάμη για τους «αταίριαστους του Μανχάτταν» ποιητές Νίκο Σπάνια και Νίκολας Κάλας, καθώς και της Μυρτώς Ρήγου για τη «μνημονιακή Αθήνα». Αντιγράφω από το τελευταίο κείμενο:

Το αληθινό πένθος φαίνεται να υπαγορεύει μια και μόνη οδό: να αποδεχθείς το ακατανόητο της απώλειας – για μένα παραμένει ακατανόητη η αλλαγή της Αθήνας τα τελευταία 4-5 χρόνια. Να το αποδεχθείς, να του αφήσεις θέση και ψυχρά να απαριθμήσεις τους τρόπους, θέλω να πω: τη ρητορική του πένθους. Διότι τι άλλο σημαίνει πενθώ παρά ζω αλληγορικά την πραγματικότητα, επινοώ τρόπους για να καταφάσκω στο αδύνατο…

Kurt_TucholskyΜια τέτοια ακατανόητη απώλεια, σε άλλο επίπεδο, εκείνη της πρόωρα χαμένης Μπίλης Βέμη καταγράφουν στο Απουσιολόγιο τρεις φίλες και συνεργάτιδες. Το ειδικό τετράχρωμο ένθετο δεκαεξασέλιδο περιλαμβάνει φωτογραφίες του Πάνου Πατίλη και το τεύχος κοσμείται με σχέδια του Γιώργου Ρόρρη. Το επόμενο τεύχος θα είναι το 100ό, και ήδη αδημονούμε για το εορταστικό κειμενικό του πανηγύρι.

Στην επόμενη ανάρτηση, το αμέσως προηγούμενο τεύχος του Εντευκτηρίου.

Στις εικόνες: ένα Τράμπαντ στις εξοχές της Ανατολικής Γερμανίας (άραγε ο επιβάτης αναζητά τα βιβλιοπωλεία των κωμοπόλεων που περιγράφει ο Σούλτσε ή τους αναζητητές των βιβλιοπωλείων;), το έργο του George Grosz, Τα στηρίγατα της κοινωνίας, 1926, που πλαισιώνει στο τεύχος το κείμενό του Κουρτ Τουχόλσκι και λίγο παρακάτω ο ίδιος ο συγγραφέας,  Κάρλος Φουέντες και έργο του Γιώργου Ρόρρη.

27
Απρ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 119. Πέτρος Κουτσιαμπασάκος

φωτ. 1Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Τα πρόσωπα της «Σκεπής», στους δρόμους και τα κλειστά δωμάτια των πόλεων ή στην ακίνητη ανοιχτοσύνη της υπαίθρου, έχουν φτάσει ή φτάνουν σ’ ένα «σημείο μηδέν». Το καθένα χωριστά θα προσπαθήσει να σηκωθεί. Στην «Πόλη παιδιών» ο εντεκάχρονος ήρωας μεγαλώνει εσώκλειστος σε ένα κρατικό ίδρυμα χωρίς να γνωρίζει τον ακριβή λόγο για τον οποίο βρίσκεται εκεί. Το βιβλίο υιοθετεί το βλέμμα του και τον ακολουθεί στις διάφορες πορείες του στον «μέσα» και στον «έξω» κόσμο, στο πώς συμπλέκονται στο ίδιο του το σώμα, στην προσπάθειά του να τους ενώσει.

b83975Από το πρώτο μέχρι το δεύτερο μεσολάβησαν οκτώ χρόνια. Υπήρξε κάποιος ιδιαίτερος λόγος;

Όχι κάποιος περισσότερο ιδιαίτερος από αυτούς που υπάρχουν στον καθένα μας. Αν και δεν έχω την αίσθηση πως από κάπου έλειψα, εκεί που νομίζω πως έπρεπε, ήμουν. Επιπλέον, η μεγάλη φόρμα είναι και χρονοβόρα και κοπιαστική.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Θα έλεγα, έχω ξανα-γράψει. Το κοίταγμα και το ξαναγράψιμο εκτός γραφείου ρίχνει τις ασφάλειες του γραφείου. Σε βγάζει από οικείους χώρους και συγκεκριμένη ψυχολογία, κάνει φρέσκια τη ματιά σου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όσο το βιβλίο γράφεται, κοιμάσαι με τους ήρωές σου και όταν ξυπνάς τους έχεις πάλι μπροστά σου· ζουν μαζί σου. Από τη στιγμή όμως που εκδίδεται, οι ήρωες γίνονται αυθύπαρκτοι. Φεύγουν. Μαθαίνω νέα τους από άλλους, τους βλέπω μόνο όταν ξανανοίγω το βιβλίο.

b183663Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Να κάθομαι στο γραφείο και ν’ ανοίγω τον υπολογιστή. Η καθημερινή δουλειά. Πριν όμως, κάτι άλλο πρέπει να συμβεί: να σε παγιδεύσει μια ιδέα, τόσο ώστε μοναδική απόδραση να μοιάζει το πέρασμά της στο χαρτί.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Προτιμώ τα πρωινά, αμέσως μόλις ξυπνήσω. Οι ώρες είναι καθαρότερες. Μόνη διαδικασία, ο καφές. Κατά τη γραφή, τελευταία επιλέγω μόνιμα τη σιωπή. Ελπίζοντας, κάποια στιγμή, από μέσα της να ξεπηδήσει η μουσική. Όταν κλείσω τον υπολογιστή, ανοίγω το ραδιόφωνο – κυρίως αυτό. Με προτίμηση στην τζαζ και το λαϊκό τραγούδι.

Miquel_de_Cervantes_1547_-_1616_mediumΠοιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα κοινωνιολογία και για βιοπορισμό εργάζομαι ως επιμελητής κειμένων. Νομίζω πως και τα δύο υπάρχουν, σε διάφορα επίπεδα, εμφανή και αφανή.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι. Ο λόγος; Δεν μπορώ να τον προσδιορίσω, αλλά συνέβη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Τον Δημήτρη Χατζή. Για τη μαστοριά των σελίδων του και τη ζωή του. Την ανθρωπιά του.

Τι γράφετε τώρα; 

herman-melville1Αυτόν τον καιρό δεν γράφω κάτι. Αγρανάπαυση.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί. Τα βιβλία τους σε ταξιδεύουν και πίσω στον προσωπικό χρόνο, τον καιρό της ανάγνωσής τους, η επισκόπηση σου τονίζει ελλείψεις. Δεν θα παρέλειπα τον Θερβάντες. Και μετά τον Φλωμπέρ. Τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι και τον Τσέχωφ. Τον Σολωμό. Τον Μέλβιλ, τον Κόνραντ. Τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη. Τον Τζόις και τον Κάφκα. Τον Καβάφη. Τον Χατζόπουλο και τον Πολίτη. Τον Σελίν. Τον Χατζή. Τον ΜακΚάρθυ και τον Κάρβερ. Τον Ζέμπαλντ. Τον Μπολάνιο. Τον Βαλτινό…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

f. celine 1«Μαντάμ Μποβαρύ», «Έγκλημα και τιμωρία», «Μόμπι Ντικ», «Ματοβαμμένος μεσημβρινός», «Οι ξεριζωμένοι».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς», «Οι Νεκροί», «Ο έρωτας στα χιόνια», «Το αμάρτημα της μητρός μου».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία αναπτύσσεται και σε πλάτος και σε ύψος. Παρακολουθώ από κοντά το έργο του Ηλία Παπαμόσχου και του Κώστα Καβανόζη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένος ο Μπάρτλεμπυ, για την αινιγματικότητά του αλλά και για την περίοδο όπου τον συνάντησα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δ. ΧατζήςΤο «Πλανόδιον», που δυστυχώς δεν είναι πλέον «ενεργό». Έτυχε να το κρατήσω στα χέρια μου από τα πρώτα τεύχη του και έκτοτε με συντρόφευε, με το λογοτεχνικό πλούτο του αλλά και το ανεξάρτητο πνεύμα του. Επίσης, ο «Εκηβόλος». Μου δωρίθηκαν, χρόνια αφότου ανέστειλε την κυκλοφορία του, τα τεύχη του. Θαμπώθηκα από την ποιότητα κειμένων και μεταφράσεων, από την τυπογραφική του αρτιότητα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Τις νουβέλες του Κλάιστ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κ. ΧατζόπουλοςΔιαβάζω. Αδιακρίτως, χωρίς κάποια ιδιαίτερη προτίμηση. Απλώς η ευκολία ανάγνωσης ακόμη κλίνει προς το χαρτί.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Οι τέχνες ανέκαθεν συνομιλούσαν μεταξύ τους. Θα σταθώ στην ευρηματικότητα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου σε καιρούς κρίσης και στην πληρότητα των παραστάσεων του Βογιατζή.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Αν μιλήσουμε για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αμφίθυμη. Απαιτούν χρόνο και ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος. Κρατώ την εμπειρία, με άλλους φίλους, διασκορπισμένους σε διαφορετικά μέρη, από τη συμμετοχή μου σ’ ένα κλειστό ιστολόγιο.

φωτ. 2Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Εδώ, λέω να μείνουμε στο ερωτηματικό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι. Νιώθω πλήρης. Σας ευχαριστώ.

Στις εικόνες:  Cervantes, Herman Melville, Louis Ferdinand Celine, Δημήτρης Χατζής, Κωνσταντίνος Χατζόπουλος.

26
Απρ.
13

Τσιαμπούσης Βασίλης – Σάλτο μορτάλε

ΣάλτοΨυχογραφίες των ανωνύμων

«Ξέρεις, ο έρωτας, η εγκατάλειψη, η σαρκική επαφή…αλλιώς παρουσιάζονται στον κινηματογράφο κι αλλιώς είναι στη ζωή. Στο σινεμά τα ρίσκα των ηρώων έχουν πάντα διέξοδο. Ενώ στη ζωή όλα μπορούν να μεταβληθούν σε μια στιγμή, τα πάντα έχουν σημασία και κόστος, ακόμα και οι μικρότερες λεπτομέρειες. Μια μυρουδιά, μια κακή σύμπτωση, οι υπερβάσεις που δεν τολμούμε να κάνουμε, τα κόμπλεξ μας…»

… εξομολογείται στην συνομιλήτριά του ο επιβάτης στο φέρι μπόουτ της μισοάγονης γραμμής, με την οικειότητα των συνταξιδιωτών που γνωρίζουν πως θα περάσουν τις επόμενες ώρες μαζί. Λίγο νωρίτερα, η εικόνα ενός ζευγαριού έχει ενεργοποιήσει το μνημονικό των σχέσεών του, μια σειρά γυναικών που κυρίως πρόδωσε, τιμώντας την ιδιότητα του κυνηγού και κατακτητή. Μια νοητή γραμμή χωρίζει τα συν και τα πλην: από την μία η ικανοποίηση του εγωισμού, από την άλλη η αθεράπευτη ψυχή. Στο απέναντι περαστικό πλοίο, σκέφτεται, άλλοι ταξιδιώτες ίσως κάνουν τον δικό τους απολογισμό ζωής, βέβαιος για την κυριαρχία κι εκεί των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Μπροστά στην κλιμακούμενη οικειότητά του, η συνομιλήτρια παλεύει ανάμεσα σε δυο ποτάμια, «το ένα ορμητικό, της ερωτικής επιθυμίας, και το άλλο ήρεμο μα με πολύ νερό, αυτό των αναστολών της». Ποιο τρίτο νερό, άραγε, θα υπερισχύσει; [«Το ρίσκο»].

Β.Τ.Το – σχεδόν – δεκασέλιδο «Συναξάρι» αποτελεί έναν διαφορετικό κατάλογο: εδώ καταγράφονται όλοι όσοι έζησαν σ’ ένα συγκεκριμένο σπίτι, ένα φτωχικό δυάρι του δευτέρου ορόφου μιας τετρακατοικίας, αλλά και όλα τα δράματα που ταλαιπώρησαν τον καθένα: δραματικές μεταναστεύσεις, ψυχροπολεμικές σχέσεις, ασθένειες. Ο αφηγητής, ο τελευταίος που του έλαχε να κλείσει για τελευταία φορά την εξώπορτα, επιστρέφει για να εγκρίνει την αντιπαροχή του οικοπέδου αλλά το νοικιάζει σ’ έναν μετανάστη κι έτσι ο βασανισμένο σπίτι αποκτάει την ζωή που του αξίζει: Δέκα το βράδυ, και το σαλόνι απέναντι φεγγοβολάει, θαρρείς κι είναι πρωτοχρονιά. Μια μουσική από χώρα μακρινή, με λόγια ακατάληπτα, σκορπίζεται στη νύχτα. Και πίσω απ’ τα θεοσκότεινα παράθυρα των άλλων διαμερισμάτων βλέπω κάτι φλογίτσες, τη μία δίπλα στην άλλη, που λαμπυρίζουν σαν δακρυσμένα μάτια. Αδιαφορώντας για το συμφέρον του και για την αντίδραση των άλλων, έχει πάρει ήδη την απόφασή του, καθώς η νέα ζωή του κτιρίου του προκαλεί μια παράξενη χαρμολύπη, γιατί είναι πάλι ζωντανό, σαν σώμα που του μεταμόσχευσαν καινούργια καρδιά ή σαν παλιό σκαρί που μπορεί ακόμα να σαλπάρει. [σ. 83 – 84]

Δόξα Δράμας 1958Όσο ο συγγραφέας ψυχογραφεί τους «άσημους» και «ανώνυμους» κατοίκους στις γκρίζες αστικές ιστορίες, άλλο τόσο συνεχίζει να προσκαλεί και καθημερινές φιγούρες της ελληνικής περιφέρειας – μια ανθρωπογεωγραφία που διατρέχει σε ολόκληρη την πεζογραφία του. Άλλοτε επιλέγει την ατόφια συγκινησιακή μνημοσύνη, όπως η συλλογική «φωτογραφία» της οικογένειας που πηγαίνει στο κυριακάτικο γήπεδο με την ελπίδα να δει την Δόξα να κερδίζει τον Ολυμπιακό ή τον ΠΑΟ, επιστρέφοντας στο σπίτι «πάντα απογοητευμένοι γιατί τίποτε σ’ αυτή τη χώρα δεν θ’ αλλάξει», και άλλοτε την σκωπτική περιγραφή του σήμερα, όπως το άλμα μιας τουρίστριας από τα ύψη προς το ποτάμι, διάβημα καθόλου απονενοημένο αλλά πειραματικό της νέας της ορθόδοξης πίστης, που καδράρεται υπό τις αντιδράσεις των παρευρισκομένων  στο Εξοχικό εστιατόριο «ο Πλάτανος» [«Φωτογραφία» και «Σάλτο μορτάλε» αντίστοιχα].

Αγ. Σοφία ΔράμαΜόνο που το αληθινό θανατηφόρο σάλτο δεν γίνεται στα ειδυλλιακά δάση της επαρχίας αλλά στον θλιβερό ακάλυπτο της πολυκατοικίας· εδώ η αυτοχειρία της νεαρής κοπέλας επανασυγκολλείται ψηφίδα ψηφίδα με συγγραφικές υποθέσεις και τις αντιδράσεις των κατοίκων της περίκλειστης κοινότητας [«Σκηνές για ταινία»]. Όμως ακόμα και στις πιο σκοτεινές ζωές υπάρχουν χαραμάδες με φως. Ίσως γι’ αυτό δεν έχει τόση σημασία αν βρει τελικά ο μεσήλικας Αλβανός ζωγράφος την στοά με το άλλοτε αγαπημένο στέκι Lido και τον εκεί έρωτά του, που έζησε στο προπολεμικό (άρα και σε ακόμα προσωπικής και συλλογικής «ελευθερίας» της δικής του πατρίδας του) Παρίσι, εφόσον αυτή η μνήμη τον κράτησε ζωντανό και στον αγώνα της επιβίωσης στις κρατικές φυλακές. [«Lido»].

Στην πέμπτη του συλλογή και στα δεκαέξι κείμενα ο συγγραφέας συνεχίζει να σκιτσάρει, όπως σε όλο του το διηγηματογραφικό, και όχι μόνο, έργο, τις καθημερινές του ρεαλιστικές ιστορίες πάντα με την ίδια υποδόρια πικρογλυκύτητα, πάντα με την ίδια τρυφερή και συνάμα πειραχτική ματιά του συγγραφέα ο οποίος έχει δεσμευτεί απέναντι στους ήρωές του: θα διηγηθεί με τον πιο ευθύ τρόπο και το πιο αδρό σκίτσο την ιστορία τους, χωρίς να αποκρύψει αλλά και χωρίς να εξωραΐσει.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 284.

Στις εικόνες: Η Δόξα Δράμας το 1958 και η Αγία Σοφία Δράμας εμφανώς σήμερα.

21
Απρ.
13

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος – Ο πιο σύντομος δρόμος

1«Ξεκινάς από το Μελισσοχώρι του Δήμου Μυγδονίας, και με το λεωφορείο μεταβαίνεις στη γενέτειρά σου πόλη της Θεσσαλονίκης». Είναι οι πρώτες στιγμές της διαδρομής και οι πρώτες λέξεις του βιβλίου, η αφετηρία και το κέντρο μιας περιπλάνησης στον έξω και τον μέσα κόσμο του εξομολογούμενου συγγραφέα. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς το περίκεντρο ενός βίου αλλά και εκείνη που του δανείζει τους δικούς της «οφθαλμούς του κόσμου», τα μνημεία της, αυτά τα μονοπάτια για την πραγματική μας υπόσταση, με τα βλέμματα προς την λιγότερο προφανή ζωή.

Η περιδιάβασή τους ανοίγει κάθε φορά και νέες διηγήσεις από το παρελθόν, τις σκέψεις του παρόντος, τα αποτυπώματα της ιστορίας, την άλλη όψη των πραγμάτων. Από τους Αγίους Αποστόλους, πίσω από τον Βαρδάρι με τα χαμένα πια χάνια, όπου ο μακρύλαιμος Χριστός κατεβαίνει στον Άδη μπροστά στους υπνοβάτες ενώ πίσω του η Εύα καταυγάζει τα σκότη, μέχρι την Πλατεία Δικαστηρίων, όπου ο Γιώργος Ιωάννου τοποθετεί την μέλλουσα Κρίση και από τις υπόγειες στοές της Καταφυγής στον λάκκο της Παναγίας των Χαλκέων απ’ όπου ξεκινούσε η πομπή του Μεγαλομάρτυρα ως τον Όσιο Δαβίδ και τον Προφήτη Ηλία, ο συγγραφέας αγωνίζεται να χωρέσει το χρόνο άλλων ηρώων και άλλων καταστάσεων για να μη νιώθει ορφανεμένος και γυμνός.

2 - Παναγία Χαλκέων«Μπορεί να συμπίπτουμε χρονικά, αλλά πόσοι ζουν πραγματικά στο παρόν;» αναρωτιέται, καθώς περιδιαβαίνει στοχαζόμενος τους ναούς και τα αγιάσματα της πόλης, τα σπίτια όπου έζησε κι εκείνα των φίλων που επισκεπτόταν, ξεφυλλίζει τους βίους των νεομαρτύρων που θεωρεί μνημεία λόγου και σκέφτεται πως «υπομένοντας θα δεις μέσα σου να ορθώνεται ολόκληρος Άθωνας». Στο τέλος επιστρέφει ξανά και ξανά στις εκκλησίες, για να ανάψει δυο κεριά, «ένα για τους κεκοιμημένους, να φωτίζονται στα σκοτάδια του Άδη και ένα για να φωτίζεται ο νους και η καρδιά των ζωντανών». Ίσως πάλι επειδή … μνημονεύοντας τους νεκρούς, υπερβαίνουμε τα όρια της ιστορίας. Μεταφερόμαστε νοερώς στα βάθη των αιώνων, ή ατενίζουμε την απαρχή της οδού απ’ όπου μυριάδες ψυχών εν αγωνία αναχωρούν εκ του κόσμου.  [σ. 125]

4Να ξεκλειδώνεις, να λύνεις τον εαυτό σου ώσπου να χυθεί ολάκερος στο χαρτί. Δεν ενδιαφέρεσαι τι θα γράφεις, αν αυτά που γράφεις θα αρέσουν, αν θα θεωρηθούν πρωτότυπα. Το γράψιμο το αισθάνεσαι σαν να σμιλεύεις το σκαρί με το οποίο θα ταξιδέψεις στον άλλο κόσμο. Δεν σ’ ενδιαφέρει η πρωτοτυπία, οι σύγχρονες ιδέες, η πρωτοπορία με οποιαδήποτε μορφή. Δεν θέλεις να υπάρχει τίποτε επάνω σου που να ξεχωρίζει, να θέλγει, να γοητεύει. Απεχθάνεσαι την ευκολία, τα λόγια που προκαλούν την εύκολη εντύπωση, τον συρμό κάθε είδους. [σ. 53 – 54]

Στον Πιο Σύντομο Δρόμο η ατομική ιστορία συνυπάρχει με την Ιστορία της πόλης, η Θεολογία με τους προσωπικούς στοχασμούς, οι μνήμες της πρότερης ζωής με τους προβληματισμούς του παρόντος, το δοκίμιο με το αφήγημα, το ημερολόγιο με την «πραγματικότητα». Ολόκληρες σελίδες αφιερώνονται στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη – τι ζωντανή μνήμη η συγκίνηση του κυρ Νίκου ένα απόγευμα Μεγάλης Παρασκευής κατά την ανάγνωση των «Δύο Φορεμάτων» του Α.Κ. -, στη Ζωή Καρέλλη και το ποιητικό της έργο, στο Άγιον Όρος και τις συνομιλίες με τους μοναχούς. Ο συγγραφέας γράφει σε δεύτερο πρόσωπο, απευθυνόμενος στον εαυτό του, διαλεγόμενος και διαλογιζόμενος μαζί, αλλά συχνά με τόσο βαθιές φράσεις ώστε να αισθάνεσαι πως όλα απευθύνονται και αφορούν εσένα και κάθε αναγνώστη. 

3Με την «ιχνογραφία των λογισμών» του αναρωτιέται ποιοι είναι οι τόποι της καρδιάς του, αν είναι περισσότερο το σπίτι όπου γεννήθηκε, το γαλακτοπωλείο που έζησε με τις παρέες του, τα σχολεία ή οι εκκλησίες, και αναζητά την αποκατάσταση της ενότητας ενός κόσμου, όπου το δέντρο στην αυλή του σπιτιού μαραινόταν όταν πέθαινε ο αδερφός στην ξενιτιά, και θόλωνε το δαχτυλίδι του γάμου όταν η γυναίκα απατούσε τον ξενιτεμένο. Δεν είναι βέβαιος αν ο γραπτός λόγος μπορεί να προσφέρει παρηγοριά, αλλά σίγουρος πως ακόμα και σήμερα μπορεί να προσφέρει αγρυπνία.

2 - ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ 1Είναι σκληρές οι λέξεις που αποσπάς απ’ την καρδιά σου. Αντιστέκονται και σε απωθούν. Τα κείμενα έχουν τη δική τους ζωή, πιο μοναχική από κάθε άλλη, πρέπει κι αυτά να περάσουν τις δικές τους περιπέτειες, τις δοκιμασίες και τους λιθοβολισμούς μέχρι να πάρουν θέση. Πάψε να βαρυγκομάς και να σεκλετίζεσαι, ότι το γράψιμο είναι μαρτύριο χωρίς ανταπόκριση που σε βυθίζει ολοένα πιο βαθειά στη ματαιότητα. Η ανταπόκριση δεν έχει σημασία. Είναι ένα δώρο μέσα στην πνιγηρότητα του κόσμου, τη στέγνια του, να εκφράζεσαι γράφοντας, να αποκαθαίρεσαι. Κόσμος που δεν έχει πλέον κανένα τρόπο, να εκφραστεί και όλα ανακατώνονται μέσα του, όλα αγωνιούν συγχυσμένα, και προσπαθεί να εκφράσει τα συναισθήματά του μέσα από τραγούδια που δεν είναι τραγούδια. […] Σκέψου τι είναι να μπορείς να ομιλείς, να αποτυπώνεις μια χειρονομία. [σ. 54]

Θεόδωρος Β΄ ΛάσκαριςΜεταξύ των σιωπηλών επισκεπτών της σκέψης του ο επιληπτικός Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις που συνέγραψε τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα με την θαυμάσια αρχή: Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχή. Τι ώθησε άραγε τον ταπεινό άρχοντα να συλλέξει από όλες τα υπάρχουσες πηγές, την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, την Εκκλησιαστική Υμνογραφία και τα πατερικά κείμενα αλλά και τα ομηρικά έπη τα ονόματα του Θεού, προσθέτοντας και πολλά δικά του; Ίσως ο κόσμος ολόκληρος έχει φύγει πια από τα χέρια του, κι ας φαίνεται ότι αγωνίζεται και πασχίζει να τον κατακτήσει. Δεν κρατά απλώς κάποια απόσταση αλλά έχει παραιτηθεί από τα του κόσμου. Απ’ εκεί ξεκινά και η αντιφατική του συμπεριφορά. Άρχων και Δεσπότης, και ταυτόχρονα ικέτης και ελεούμενος. [σ. 145].

Μέχρι τις τελευταίες σελίδες ο Κοσματόπουλος αφήνεται να τον διαποτίσουν κείμενα όπως ο ακατάληπτος βίος του αγίου Ανδρέα του δια Χριστόν Σαλού, που φαίνεται να ζει συνάμα στον Άδη και στον Παράδεισο, στον κόσμο και στις προσωπικές του εκστάσεις, αφήνοντας εν γρηγόρσει το μυαλό του χωρίς να προσπαθεί να κατανοήσει όλα τα λεγόμενα, αισθανόμενος έστω τι μπορεί να σημαίνει η χαροποιός αλλοίωση των αισθήσεων. Μήπως κι αυτό δεν είναι, σκέφτομαι, μια απαραίτητη όψη της ζωής;

Α. ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ φωτ. Γιάννης Δ. ΒανίδηςΓράφεις για τον εαυτό σου. Το αν ωφεληθούν άλλοι δεν σε αφορά. Κάθε πραγματικός αναγνώστης έχει την ιδιαιτερότητά του. Διαβάζοντας θέλει να αναγνώσει τον εαυτό του, να ανακαλύψει στα βιβλία τους φακούς μέσω των οποίων θα διακρίνει πράγματα που δύσκολα θα μπορούσε να ξεχωρίσει και να αντιληφθεί από μόνος του. Τότε το βιβλίο μπορεί να αποκαλύψει αλήθειες πέρα από τις προθέσεις του συγγραφέα του, επιβεβαιώνοντας την πολυπλοκότητα της λειτουργίας που ονομάζουμε γραφή, στην οποία συμμετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος. [σ. 54 – 55]

Εκδ. Ιανός [Σειρά: Εν Θεσσαλονίκη], 1999, σελ. 157. Στην ίδια σειρά έχουν εκδοθεί και οι αυτοβιογραφικές και θεσσαλονίκειες διηγήσεις από τους κεκοιμημένους συγγραφείς Κωστή Μοσκώφ, Νίκο Μπακόλα, Τηλέμαχο Αλαβέρα αλλά και τους Κώστα Λαχά, Πάνο Θεοδωρίδη, Ντίνο Χριστιανόπουλο και Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία.

Φωτογραφία του συγγραφέα: Γιάννης Δ. Βανίδης.

19
Απρ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 134

yourcenar2Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα, Περιοδικό Η λέξη, τεύχος 5, Ιούνιος 1981, μτφ. Μαρία Θ. Φωστιέρη, σελ. 363 – 365, 367 [Margquerite Yourcenar]

Περίμενα αυτόν τον άντρα πριν ακόμα υπάρξει σαν όνομα, σαν πρόσωπο, αφότου δεν ήταν παρά η μακρινή μου δυστυχία. […] Ήταν γι’ αυτόν που η μαμμή με τράβηξε να βγω απ’ την κ0ιλιά της μάνας μου· να κρατώ τους λογαριασμούς του πλούσιου σπιτικού του έμαθα αρίθμηση στο αβάκιο του σχολείου. Ύφανα σημαίες και χρυσά λάβαρα για να στολίσω τους δρόμους που πιθανόν ν’ ακούμπαγε το πόδι αυτού του αγνώστου, που θα μ’ έκανε δούλα του· πολύ προσεχτικά άφησα να πέσουν ’δω και ’κει πάνω στ’ απαλό ύφασμα μερικές σταγόνες απ’ το αίμα μου. Οι γονείς μου τον διάλεξαν για μένα: και παρόλο που χωρίς να το ξέρουν ήμουν ήδη κυριευμένη απ’ αυτόν, υπάκουα ακόμα στις επιθυμίες τους, γιατί οι επιλογές μας προέρχονται απ’ αυτούς, κι ο άνθρωπος που αγαπάμε είναι πάντα αυτός που οι πρόγονοί μας ονειρεύτηκαν. Τον άφησα να θυσιάσει το μέλλον των παιδιών μας στις ανθρώπινες φιλοδοξίες του: ούτε καν έκλαψα όταν πέθανε η κόρη μου. Συγκατατέθηκα να χαθώ μες στη μοίρα μου, όπως το φρούτο σ’ ένα στόμα, για να του φέρω μια αίσθηση γλυκύτητας. […]

Κι η μοιχεία δεν είναι συχνά παρά η απελπισμένη μορφή της πίστης. […]

Μαρίκα Κοτοπούλη Αισχύλου Ορέστεια, Αγαμέμνων, 1960Αν είχα το θάρρος, θα είχα σκοτωθεί πριν την επιστροφή του, για να μη διαβάσω στο πρόσωπό του την απογοήτευσή του να με βρει μαραμένη. Αλλά ήθελα τουλάχιστο να τον ξαναδώ προτού πεθάνω. […] Όμως αντίθετα, έλπιζα ότι εκείνος τα ήξερε ήδη όλα και πως ο θυμός και η επιθυμία του να εκδικηθεί θα μου έδιναν επιτέλους μια θέση στη σκέψη του. Για μεγαλύτερη ασφάλεια έβαλα στο ταχυδρομείο που τον περίμενε ένα ανώνυμο γράμμα που υπερέβαλλες τα σφάλματά μου: ακόνιζα το μαχαίρι που όφειλε να μου ξεσκίσει την καρδιά. Υπολόγιζα πως για να με στραγγαλίσει θα χρησιμοποιούσε μάλλον τα δυό του χέρια, τα τόσο αγαπημένα. Τουλάχιστο θα πέθαινα μέσα σε μια μορφή εναγκαλισμού.  […]

Θα ξαναβρώ αυτόν τον άντρα σε κάποια γωνιά της κόλασής μου: και θα κλάψω πάλι από χαρά στα πρώτα του φιλιά. Ύστερα θα μ’ εγκαταλείψει· θα πάει να κατακτήσει μια επαρχία του θανάτου.

17
Απρ.
13

Βασιλική Πέτσα – Όλα τα χαμένα

PetsaΑσθματικές λίστες της απώλειας

Τη μέρα που την πρωτοείδα, ψιλόβρεχε. Το γκρενά της παλτό που σταματούσε στη μέση της γάμπας, τα νοτισμένα της μαύρα γοβάκια, με μπαρέτα στο ύψος του αστραγάλου, βηματισμός με σταθερό ρυθμό, ένα χρονόμετρο στα τσιμέντα των διαδρόμων, με συντόνισε στο βήμα της, άκουγα σαν μαγεμένος, συμμετρία, επιτέλους, μια συμμετρία, στη σχέση ώμων και λεκάνης, στήθους και οπισθίων, στις φάλαγγες των δαχτύλων, στην απόσταση των ματιών από τα πτερύγια της μύτης, όλα μια υπέροχη, κινούμενη συμμετρία που ταλαντευόταν απαλά σε κάθε μετατόπιση, ένα μαθηματικό ποίημα. [σ. 70 – 71]

To πλούσιο ψυχο – λεκτικό παραλήρημα του αφηγητή στο «Famous Blue Raincoat» είναι και δεν είναι ενδεικτικό των οκτώ παραληρηματικών διηγημάτων της συλλογής· είναι, από την πλευρά ακριβώς της ασθματικής έκφρασης όλων των ούτως ή άλλως λαχανιασμένων και καταχτυπημένων ψυχισμών· και δεν είναι, καθώς κάθε συμμετρία και κάθε κανονικότητα έχει οριστικά χαθεί από τις ζωές αφηγητών και αφηγημένων.

531316_275263279235287_100002548526307_583482_266570389_nΤι οδηγεί λοιπόν τον συγκεκριμένο καταρρακωμένο χαρακτήρα σε καταρράκτες λέξεων; Η ψυχοφθόρα ζήλεια προς εκείνον που κατέκτησε την αγαπημένη του· μια ζήλεια που αν τον κατέτρωγε μια φορά όσο το απευκταίο συνέβαινε, τον βασανίζει στο πολλαπλάσιο τώρα που εκείνος δεν ζει. Συνεπώς ο ηττημένος μένει μόνος στην αρένα – νεκροταφείο, χωρίς καν αντίπαλο, προσπαθώντας με μαθηματικά αξιώματα, εικασίες και παράδοξα να κατανοήσει το τρίγωνο που του τρύπησε τη ζωή. Αν, άραγε, καταστραφεί το μνήμα του μνημονευόμενου θα μπορέσει το μισητό σχήμα να γίνει τελεία;

Νωρίτερα, ένας άλλος ηττημένος εραστής έχει εκτονώσει την δική του συντριβή για την χαμένη Μαρία «των όλων και πιο περσινών καλοκαιριών» στην εξαφάνιση του ζώου της, ικανοποιώντας την επιθυμία εκδίκησης αλλά και ειρωνείας, καθώς το άμοιρο ζώο θα βρίσκεται εν αγνοία της θαμμένο κοντά της («Χάσαμε τον Φούφη μας»). Αλλά υπάρχουν και οι έρωτες που μεταλλάσσονται χωρίς δόλο από τους συμβαλλόμενους. Στο σπαρακτικό «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα» ο αφηγητής καταμετρά όλα όσα χάνονται από την κοινή ζωή με την γυναίκα του, καθώς εκείνη βυθίζεται στην εκφυλιστική απώλεια μνήμης: «…ένα μωσαϊκό που ξεκολλάνε κομματάκια κάθε μέρα, αυτό θα ’ναι η ζωή μας από δω και πέρα, θα ξηλώνεται, θα ξεφτίζει…»

Toni Milaqi - Sad ManΕκείνος όμως οργανώνει από την αρχή την ζωή τους, της γράφει τα απαραίτητα σε κίτρινα χαρτάκια Post – It και αναλαμβάνει να διασώσει το χτενάκι που πάντα την ομόρφαινε Το μόνο που ζητάει είναι «μια επίφαση συνέχειας, να παίζουν μαζί αυτό το κρυφτό» ή έστω να μπορεί να αποκωδικοποιεί το ύφος της, να μην το μαντεύει απλά. Όμως είναι αποφασισμένος: θα «αναλύει το αυτονόητο» και θα «καρφώνει τις κυριολεξίες» με την ύστατη ελπίδα πως «δεν μπορεί, κάτι θα μείνει, κάτι θα αντισταθεί, δεν είναι όλα χάρτινοι πύργοι, δεν είναι το «εγώ» ποτάμι να κυλήσει, να χαθεί, έχει όχθες, θα ’χει σύνορα…».

Οι συντετριμμένες μητέρες βρίσκονται κι αυτές στις πρώτες θέσεις στην σειρά των δραμάτων. Εκείνη στο «Σετ Ραπτικής» παρακολουθεί το παιδί της να λιώνει μέρα την μέρα σαν το κερί, από νευρική ανορεξία· «την χάνει σιγά σιγά και από τις αναμνήσεις, τις παίδεψε τόσο που ξεφτίσανε, γίναν φωτογραφίες και δεν αλλάζουν, δεν προσαρμόζονται στο παρόν. Απούσες κι αυτές». Χωρίς συμπαραστάτη, καθώς ο πατέρας ανήκει στο κατώτερο είδος των αντρών που νομίζουν πως καθάρισαν με το ψωμί της οικογένειας, ένας μόνιμος αναχωρητής· κι απομένει μόνη φύλακας στην the-crying-girl-shea-hollimanΚόρη Λείψανο, στο φυλλοβόλο φυτό, το ανέγγιχτο από άντρα. Και ονειρεύεται να είναι γλύπτης να σμιλέψει το κορμί που εξαφανίζεται, ακόμα και να κόψει δικό της κρέας να της το κολλήσει.

Μια άλλη φτάνει στο σημείο κρυφά να γονατίσει στους δρόμους ζητιάνα για να βοηθήσει τον γιο της και την οικογένειά του, για να κρατήσει την αξιοπρέπειά του μπροστά στα παιδιά του, θύματα της κρίσης που έβαλε λουκέτο στα μικρά μαγαζιά, κλειδώνοντας στo σκοτάδι αμέτρητες ζωές, πολλές από τις οποίες είχαν εισέλθει αυτάρεσκα στον κόσμο του χρήματος, άρα και των χρεών («Για την ψυχή της μάνας μου»). Μια τρίτη αγωνίζεται να επανασυνδέσει τις θρυμματισμένες σχέσεις των παιδιών της – κοινή κατάληξη άλλων τόσων οικογενειών («Σηκωθείτε από τα κορεάτικα κρεβάτια μασάζ»). Κι η αποξένωση ανάμεσα στα αδέλφια, ίσως για λίγο ξεχαστεί αν ξαναβρεθούν στη μόνη τους κοινή πατρίδα, τις μοιρασμένες παιδικές αναμνήσεις («Βαλσαμωμένο ελάφι»). Για πόσο όμως; Αφού ούτε ο έρωτας πια δεν διαρκεί, θύμα της ταχείας εποχής του και της αδυναμίας (ή απροθυμίας) να τον δεχτούμε («Your hand in mine»).

IMG041Η συγγραφέας (γεν. 1983, το προηγούμενο, πρώτο βιβλίο της εδώ) επιλέγει για κάθε κείμενο κι ένα διαφορετικό στυλ λόγου, δημιουργώντας μια σύνθεση λογοτεχνικών ειδών, πειραματικών και μη. Διάλογοι, εικόνες, μονόλογοι, παραληρήματα, προσευχές, ημερολόγια, αποφθέγματα, στίχοι τραγουδιών, θραύσματα σκέψεων, διαφημίσεις, cut – ups και κολλάζ σκέψεων και φράσεων της καθημερινότητας, όλα με το λεξιλόγιο του 2013 και την γραμματική του εκάστοτε χαρακτήρα ολοκληρώνουν την ίδια την καταθρυμματισμένη σύγχρονη προσωπική και κοινωνική ζωή.

Η αδυναμία διαχείρισης των θλιβερών συμβάντων οδηγεί τους περισσότερους σε ακραίες συμπεριφορές, που συχνά στρέφονται κατά των συνανθρώπων, οδηγώντας την σύγχρονη κατάσταση της κοινωνικής ανθρωποφαγίας. Αλλά– κι αυτό τρομάζει εξίσου – τα «χτυπήματα της μοίρας» οδηγούν και στην ίδια την αυτοκαταστροφική τάση· κι εκεί ο καθένας αποδεικνύεται ιδανικός στην ολοκλήρωση του δικού του δράματος και στον προσωπικό του αφανισμό.

crying womanΚαι στις λέξεις, μια συμμετρία στις λέξεις, μια τελετουργία, η ίδια αφήγηση ζωής, ξανά και ξανά, με άλλη σειρά, τα ίδια κομμάτια σε άλλες θέσεις, ένα καλειδοσκόπιο αναμνήσεων που άνοιγε σε υπέροχα ομοιόμορφα μοτίβα, μετατόπιζε ελαφρά την επιφάνεια και εμφανιζόταν μια καινούργια εικόνα που εκτεινόταν επ’ αόριστον, τόσο λεπτά κεντημένη, ένας ιστός που με φυλάκισε στα αόρατα νήματά του, μισώ τις μεταφορές κι όμως αυτό ακριβώς συνέβη, έβλεπα τις λέξεις να χοροπηδούν γύρω μου, να παίρνουν τα θέση τους, και όταν τελείωνε το μάντρα βρισκόμουν μπλεγμένος αδιαχώριστα ανάμεσά τους, έβγαζα τα ακουστικά όταν έφευγε, κοιτούσα γύρω   μου και με έπνιγε το παράλογο, το άσχημο, το χυδαίο. [ σ. 71]. Η συνέχεια του αρχικού αποσπάσματος. Και η ύστατη παραμυθία όλων αυτών: οι λέξεις.

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 105.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 33 (καλοκαίρι 2013).

14
Απρ.
13

Τανιζάκι – Το εγκώμιο της σκιάς

1Αυτά που ήδη χάσαμε απ’ τον κόσμο της σκιάς, θέλω να προσπαθήσω να τα ανακαλέσω τουλάχιστο μέσα στη σφαίρα της λογοτεχνίας. Στο παλάτι που λέγεται λογοτεχνία, τα υπόστεγα θέλω να είναι βαθιά και οι τοίχοι σκοτεινοί· θα σπρώξω καθετί που χτυπάει στο μάτι μες στο σκοτάδι, θα προσπαθήσω να απογυμνώσω τα εσωτερικά από κάθε άχρηστη διακόσμηση. Δεν θέλω να’ ναι όλα τα σπίτια έτσι, αλλά θα ήταν καλά να υπήρχε έστω κι ένα μόνο τέτοιο σπίτι. Όπου για δοκιμή να μπορούμε να σβήσουμε τα φώτα, να δούμε πώς θα’ ναι επιτέλους χωρίς αυτά.- [σ. 131 – 132]. Η δεδηλωμένη επιθυμία του Ιάπωνα συγγραφέα δεν αποτελεί την αφετηρία αλλά την ολοκλήρωση μιας ολόκληρου συστήματος σκέψης πάνω στο δίπολο του φωτός, στην κατάφασή του και στο αντίπαλο σκότος· πρόκειται για την έκφραση μιας ολόκληρης αισθητικής του ιαπωνικού πολιτισμού.

2Η μεγάλη του στροφή του συγγραφέα [Τόκιο, 1886 – 1965] στις παραδοσιακές αξίες και τα αισθητικά ιδεώδη της χώρας θα γίνει στην επαρχιώτικη Οσάκα, μια πόλη άτρωτη από τις ξένες επιδράσεις· εκεί θα βρεθεί μετά τον καταστροφικό σεισμό του Τόκιο (1923). Μέχρι τότε παρέμενε υπό την επίδραση ξένων συγγραφέων (Πόε, Μπωντλαίρ, Ουάιλντ), ζούσε σε συνοικίες όπου ζούσαν όλοι οι ξένοι και τα πρώτα του έργα θεωρούνταν «δαιμονικά» από τους συμπατριώτες του. Τα νέα του μυθιστορήματα εις το εξής – το καθένα και σε ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος – θα αντικατόπτριζαν την αντίθεση και την πάλη του μεταξύ παλιού και καινούργιου, μέχρι να τον κερδίσει οριστικά το παλιό. Το Εγκώμιο της σκιάς ευνόητα ανήκει στην περίοδο αυτής της ολοκληρωτικής στροφής στις παραδοσιακές ιαπωνικές αξίες: είναι ακριβώς ένα δοκίμιο πάνω στην αισθητική του ιαπωνικού πολιτισμού και στην αντίθεση με εκείνες του δυτικού.

3Το Εγκώμιο της σκιάς αποτελεί δοκίμιο με την ιαπωνική έννοια του όρου [zuihitsu]· αποφεύγει την θεωρητική αυστηρότητα και αναμειγνύει διαφορετικές γραφές δημιουργώντας ένα μεικτό είδος πρόζας χωρίς τελειωτικό νόημα, εντός της οποίας έχουν θέση η ποίηση, η λογική, οι ιδέες, η καθημερινότητα, το παράδοξο. Παρομοίως και το στυλ του συγγραφέα, όπως γράφει ο μεταφραστής στην κατατοπιστική εισαγωγή του, κατάγεται από το Genji Monogatori, ένα στυλ ρευστό, ελλειπτικό και διφορούμενο, που βρίσκεται σε συμφωνία με την προτροπή του Τανιζάκι προς τους νέους συγγραφείς «να μην προσπαθούν να παραείναι σαφείς και ν’ αφήνουν πάντα κάποια κενά νοήματος». Έτσι το κείμενό του είναι άψογα στυλιζαρισμένο και ταυτόχρονα σχεδόν σε διάχυση, γεμάτο χάσματα γραμματικής και συντακτικού.

Η αρχή γίνεται με την αρχιτεκτονική και τις τεράστιες δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει εκείνος που ενδιαφέρεται να χτίσει ένα σπίτι σε καθαρά γιαπωνέζικο στιλ αλλά με τις σύγχρονες ανάγκες θέρμανσης, φωτισμού και αποχέτευσης. Το πρόβλημα απασχόλησε και τον ίδιο, που συχνά εκθέτει τις λύσεις που επέλεξε, κι ας ήταν ιδιαίτερα ακριβές. Για παράδειγμα, καθώς καμία θερμάστρα δεν μπορεί να ταιριάξει, όπως γράφει, με την δομή αλλά και την ησυχία ιαπωνικού δωματίου, κατέληξε σε μια μεγάλη εστία στο πάτωμα, με ηλεκτρική θερμάστρα εντός της.

ar359Μια άλλη σταδιακή αρχιτεκτονική απώλεια ήταν τα σότζι, οι ξύλινες συρταρωτές πόρτες που βλέπουν στο εξωτερικό του σπιτιού και αποτελούνται από κάθετα και οριζόντια ξύλα που σχηματίζουν τετράγωνα με ρυζόχαρτο στα κενά διαστήματα, που άφηνε να περνάει ένα πολύ μαλακό διυλισμένο φως. Το ρυζόχαρτο άρχισε να αντικαθίσταται από γυαλί, αλλά ο συγγραφέας διατήρησε το χαρτί στην μέσα πλευρά ακριβώς για να μην χαθεί το συγκεκριμένο φως. H ιδέα της ποίησης της καθημερινότητας αφορά ακόμα και την τουαλέτα:

…μέσα σ’ όλη την ιαπωνική αρχιτεκτονική, η τουαλέτα είναι το πιο καλαίσθητο κομμάτι. Οι πρόγονοί μας, που συνήθιζαν να κάνουν όλα τα πράγματα ποίηση, μετασχημάτισαν αυτό που δίκαια μπορεί να θεωρηθεί ως το πιο ακάθαρτο μέρος της κατοικίας σ’ έναν τόπο υψηλής λεπτότητας, που τον συνέδεαν με τη μορφιά της φύσης, και τον τύλιξα σε νοσταλγικούς συνειρμούς. Σε σύγκριση με τους δυτικούς ανθρώπους, οι οποίοι εκ προοιμίου θεωρούν το θέμα βρόμικο και αποφεύγουν μετά βδελυγμίας την οποιαδήποτε μνεία του μπροστά σε τρίτους, εμείς έχουμε να επιδείξουμε πολύ μεγαλύτερη ορθοφροσύνη και τη λεπτότητα ενός πραγματικά βαθιού πνεύματος. [σ. 32]

5Αναπόφευκτα η αισθητική αυτή κατάθεση οδηγεί στην κατάφαση του πολιτισμού της ευρύτερης [Άπω] Ανατολής και στην σύγκριση με εκείνον της Δύσης. Ο συγγραφέας εκφράζει την επιθυμία του να είχε αναπτύξει η Ανατολή τον δικό της πρωτότυπο επιστημονικό πολιτισμό και το παράπονό του για το γεγονός ότι δεν έχει δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στις συνήθειες και τις προτιμήσεις της εντόπιας ζωής και κατ’ ακολουθίαν οι νεοτερισμοί δεν έχουν μορφοποιηθεί ανάλογα. Η σύγκριση βγαίνει αναπόφευκτα εις βάρος των Ανατολικών, που έχουν υποστεί τις βαρύτερες απώλειες, καθώς η Δύση ακολούθησε κανονικά το δρόμο της, που η Ανατολή αναγκάστηκε να υιοθετήσει, παρά το γεγονός ότι για χιλιάδες χρόνια είχε βαδίσει σε διαφορετική κατεύθυνση. Έτσι σήμερα ο πολιτισμός της αποτελεί δάνειο και όχι δικό της επινόημα, ταιριαστό με την ιδιοσυγκρασία της.

Ένα ενδεικτικό, έστω και σχηματικό, παράδειγμα έχει καταθέσει παλαιότερα σε λογοτεχνικό περιοδικό: αν ο στυλογράφος ήταν επινόημα των παλιών Ιαπώνων ή Κινέζων, οπωσδήποτε αντί να έχει στην άκρη του πένα θα είχε μια μύτη από πινέλο. Κι επειδή το δυτικό χαρτί θα ήταν άβολο, το αντίστοιχο ιαπωνικό θα ήταν μια βελτιωμένη παραλλαγή του ρυζόχαρτου, που 000070ef_mediumμε τη σειρά της θα ενέπνεε για διαφορετική γραφή, ενώ η παράλληλη ανάπτυξη των ιδεογραμμάτων και του συλλαβικού αλφάβητου θα οδηγούσε ίσως σε λιγότερη μίμηση της Δύσης και σε εξερεύνηση νέων δημιουργικών πεδίων.

Αυτά όμως είναι «ονειροφαντασίες μυθιστοριογράφου», όπως γλυκόπικρα παραδέχεται ο ίδιος, για να επιστρέψει σε γενικές και ειδικότερες αισθητικές συγκρίσεις. Βασικό στοιχείο λοιπόν της γιαπωνέζικης αισθητικής αποτελεί το ημίφως και η σκιά. Οι πρόγονοί του, γράφει, ήταν αναγκασμένοι να ζουν μέσα σε σκοτεινές κάμαρες και ανακάλυψαν την ομορφιά της σκιάς, με αποτέλεσμα αργότερα να την βάλουν στην υπηρεσία των σκοπών της ομορφιάς. Η ομορφιά του γιαπωνέζικου δωματίου εξαρτάται απόλυτα απ’ την εναλλαγή αμυδρού φωτός και σκιάς. Οι τοίχοι έχουν χρώματα άτονα και αδύναμα, ενώ δεν έχουν κανένα στολίδι. Το «ορατό σκοτάδι» που συχνά δημιουργείται μέσα στην κάμαρη εύκολα ξυπνάει τις παραισθήσεις, σε αντίθεση με την σύγχρονη «παράλυση» των αισθήσεων που προκαλεί ο ηλεκτρικός φωτισμός.

6Η κουζίνα έχει πάντα μια ακατάλυτη σχέση με το σκοτάδι ενώ η μεγάλη στέγη από κεραμίδια ή καλάμια δημιουργεί το πυκνό σκοτάδι που κρέμεται κάτω από τα γείσα· «η ιαπωνική στέγη είναι μια ομπρέλα, ενώ η δυτική ένα καπέλο». Στο γιαπωνέζικο καθιστικό υπάρχει πάντα η τοκονόμα, ένας ειδικά διαρρυθμισμένος χώρος αυτοσυγκέντρωσης, χαλάρωσης και φιλοσοφικού νοήματος ζεν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και στην αρχιτεκτονική των μεγάλων τέμπλων το κεντρικό δωμάτιο είναι τόσο μακριά απ’ τον κήπο ώστε να ξεθωριάζει το φως.

Στην τέχνη της συνομιλίας επικρατεί η χαμηλή φωνή, τα λίγα λόγια και οι «παύσεις», που καταλήγουν να πεθαίνουν όταν περάσουν στα μηχανήματα. Η μουσική είναι υποτονισμένη και βασίζεται στην ατμόσφαιρα. Το πνεύμα δεν βρίσκει τη γαλήνη σε τίποτα γυαλιστερό· ακόμα και τα σερβίτσια εκτιμώνται όταν η λάμψη της επιφάνειας ξεθωριάζει με τον καιρό. Το ποθητό καπνισμένο μαύρισμα εκφράζει ακριβώς την πατίνα του χρόνου. Η περιδιάβαση της φωτοσκίασης επεκτείνεται στο χρώμα των τοίχων στα νοσοκομεία και τις ιατρικές φόρμες, του κυπέλλου της σούπας και της τροφής και από το «περβάζι της μελέτης» μέχρι τα κοστούμια του θεάτρου Νο.

H0257-L42297306Εμείς οι Ιάπωνες έχουμε κατανοήσει τα μυστικά της φωτοσκίασης και επίσης τη δεξιοτεχνία με την οποία ξέρουμε να χρησιμοποιούμε το φως και τη σκιά, γράφει ο Τανιζάκι και αυτή ακριβώς η «γνώση» οδηγεί στην εξύμνηση του ημιφωτισμένου και ομιχλώδους, του μισοϊδωμένου και κρυμμένου, του υπαινικτικού και του εννοούμενου. Αλλά μέσα από τα ίδια του τα λόγια, ίσως κι αυτά φευγαλέα και ημιτελή, αισθάνομαι πως η αναζήτηση των παραπάνω ιδιοτήτων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μας οδηγεί στην ανάδειξη της αισθητικότητας, της ποιητικότητας και της ουσίας όλων των πραγμάτων.

Εκδ. Άγρα, 1992, Γ΄ ανατύπωση: 2011, μτφ. από τα Ιαπωνικά, πρόλογος [για τον συγγραφέα, το έργο, την μετάφραση και το ύφος] και σημειώσεις: Παναγιώτης Ευαγγελίδης, σελ. 132, με έγχρωμο φωτογραφικό δεκασέλιδο. [Junichiro Tanizaki, IN’EI RAISAN, 1933].

11
Απρ.
13

Χένρυ Σκοτ Στόουκς – Γιούκιο Μισίμα. Η ζωή και ο θάνατός του

mishima coverΑυτό που ο κόσμος εκλάβανε ως πόζα εκ μέρους μου ήταν στην πραγματικότητα μια έκφραση της ανάγκης μου να επιβεβαιώσω την πραγματική μου φύση και …αυτό που οι άνθρωποι θεωρούσαν ως τον πραγματικό μου εαυτό ήταν μεταμφίεση. [σ. 195]

Το πρώτο κεφάλαιο της βιογραφίας αφιερώνεται στην τελευταία μέρα του Μισίμα. Στις 25 Νοεμβρίου 1970 ο πιο φημισμένος Ιάπωνας συγγραφέας βάζει σε έναν φάκελο προορισμένο για τους εκδότες του το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματός του Η θάλασσα της γονιμότητας, το οποίο δούλευε έξι χρόνια και αναχωρεί μαζί με άλλα τέσσερα άτομα, μέλη του προσωπικού του στρατού Τατενοκάι, για το Αρχηγείο του Ανατολικού Στρατού, σε βάση του κυβερνητικού στρατού Τζιεϊτάι στην καρδιά του Τόκιο. Ο ίδιος και ο υπαρχηγός του Μορίτα θα έκαναν χαρακίρι ενώ οι υπόλοιποι τρεις θα παρέμεναν ζωντανοί για να καταθέσουν στο δικαστήριο τις αρχές τους και να τιμήσουν το σύνθημα για την «αυτοκρατορική ανασυγκρότηση της Ιαπωνίας».

Το σχέδιό τους πήγαινε κατ’ ευχήν: έδεσαν και φίμωσαν τον στρατηγό Μασίτα μέσα στο γραφείο του, εξουδετέρωσαν τη φρουρά του σε μάχες με ξίφη και απαίτησαν να συγκεντρωθεί η φρουρά του Ανατολικού Στρατού, περίπου χίλιοι στρατιώτες, για να τους μιλήσει από το μπαλκόνι ο συγγραφέας. Οι θεμελιώδεις αξίες μας ως Ιαπώνων απειλούνται. Δεν δίνεται στον Αυτοκράτορα η δίκαιη θέση του στην Ιαπωνία. Αφήστε μας να αποκαταστήσουμε την πραγματική θέση της yukio_mishimaΙαπωνίας ήταν μερικές από τις φράσεις που διατυπώνονταν στο κείμενο που παραδόθηκε στον στρατηγό. Εδώ και είκοσι πέντε χρόνια ο ακρογωνιαίος λίθος της εξωτερικής πολιτικής της Ιαπωνίας είχε αμφισβητηθεί μόνο από την αριστερά και κανείς δεν περίμενε τέτοια επίθεση από την δεξιά.

Ο Μισίμα εμφανίστηκε το μπαλκόνι με την καφεκίτρινη στολή του Τατενοκάι, αλλά υπό τον ήχο των ελικοπτέρων που είχαν ειδοποιηθεί και τις υβριστικές φωνές των στρατιωτών, η φωνή του μόλις που ακουγόταν. Μίλησε για την επέμβαση της αστυνομίας στις διαδηλώσεις, για την βεβαιότητα πως οι Ιάπωνες στρατιώτες θα γίνουν μισθοφόροι των Αμερικανών και τελείωνε με την ερώτηση: «Θα εξεγερθεί κανείς μαζί μου»; Η έλλειψη κάθε ανταπόκρισης τον οδήγησε στο δεύτερο μέρος του σχεδίου του, στο χαρακίρι. Επέστρεψε στο γραφείο του στρατηγού και τήρησε το πλήρες τελετουργικό: με το ξίφος του έκανε μια οριζόντια τομή στο στομάχι του και άρχισε να το κόβει σταυρωτά ενώ ο Μορίτα τον αποκεφάλισε, για να αποκεφαλιστεί με τη σειρά του από το τρίτο μέλος της αποστολής. Δεν είχε υπάρξει κανένα άλλο περιστατικό τελετουργικού χαρακίρι στην μεταπολεμική Ιαπωνία.

Μια Docu0006από τις τελευταίες παρατηρήσεις που έκανε ο Μισίμα στον βιογράφο του ήταν πως ήταν ουσιαστικά αδύνατον για κάποιον που δεν ήταν Ιάπωνας να κατανοήσει την Ιαπωνία. Από την άλλη πλευρά στην ίδια την Ιαπωνία αγνοούνταν το δισυπόστατο της ιαπωνικής κουλτούρας: συχνά δινόταν ιδιαίτερη έμφαση στο «χρυσάνθεμο» (τις τέχνες) ενώ υπήρχε ελλιπής κατανόηση του «ξίφους» (της πολεμικής παράδοσης). Η καλλιέργεια της τέχνης της λογοτεχνίας και των πολεμικών τεχνών αποτέλεσε κύρια επιθυμία του ιδίως μετά το καθοριστικό του ταξίδι στην Ελλάδα, την χώρα των ονείρων του· ένα ταξίδι που γεννήθηκε από «ένα πάθος για την αρμονία». Στην αρχαία Ελλάδα έβρισκε ακριβώς το πρότυπο της ισορροπίας ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα, ενώ ο κλασικισμός άσκησε μεγάλη επιρροή στην γραφή του, στην μετατόπιση της έμφασης στη δομή, στο θέμα και στο πνευματικό περιεχόμενο.

Την μεταπολεμική εποχή, όπου όλες οι αποδεκτές αξίες είχαν διαταραχθεί, σκεφτόμουν συχνά και επισήμαινα στους άλλους πως ήταν η καταλληλότερη στιγμή για την αναβίωση του παλαιού ιαπωνικού ιδεώδους, ενός συνδυασμού των γραμμάτων με τις πολεμικές τέχνες, της τέχνης με τη δράση. […] Το δικό μου κράμα “τέχνης και δράσης” ήταν ο εναγκαλισμός της διπολικότητας μέσα στον εαυτό και η αποδοχή της αντίφασης και της σύγκρουσης. [από το αυτοβιογραφικό του δοκίμιο Ήλιος και ατσάλι, εδώ σ. 180]. // Χάρη στον ήλιο και το ατσάλι, επρόκειτο να μάθω τη γλώσσα της σάρκας, περίπου όπως μπορεί κάποιος να μάθει μια ξένη γλώσσα. Ήταν η δεύτερη γλώσσα μου, μια έκφανση της πνευματικής μου εξέλιξης. [σ. 217]

mishima1Ο Μισίμα βίωσε μια ιδιαίτερα μελαγχολική παιδική ηλικία, καθώς μεγάλωσε με την άρρωστη γιαγιά του, που είχε εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στη νύφη της (και μητέρα του). Η συμβίωσή τους στη νοσηρή κρεβατοκάμαρα τον έκανε αργότερα να παραδεχτεί στις αυτοβιογραφικές Εξομολογήσεις μιας μάσκας πως «κάτι μέσα του έβρισκε ανταπόκριση στο σκοτεινό δωμάτιο και το κρεβάτι του πόνου» και πως «στην ηλικία των δώδεκα είχε μια κανονική αγαπημένη εξήντα ετών». Όταν μετά τον θάνατό της επέστρεψε στην μητέρα του, επόμενο ήταν να ερωτευτεί την «καημένη όμορφη γυναίκα» που είχε στερηθεί το παιδί της και η οποία τελικά υπήρξε η κύρια βοηθός του στην συγγραφική του εργασία. Είχε ήδη αναπτύξει τη συνήθεια να γράφει όλη τη νύχτα, συνήθεια που με αδυσώπητη αυτοπειθαρχία δεν εγκατέλειψε ως το τέλος της ζωής του.

Η αισθητική του Μισίμα βασιζόταν σε μια αρχαία ιαπωνική θέση, ότι η ομορφιά είναι πρόσκαιρη, στην γοητεία για τον θάνατο (για τον οποίο πίστευε πως όσο πιο βίαιος και αγωνιώδης είναι, τόσο μεγαλύτερη και η ομορφιά του), στην επιθυμία να υποδύεται ρόλους και πάθος για τις μεταμφιέσεις (επισκεπτόταν συχνά το θέατρο), στην σεξουαλική συγκίνηση για το αίμα και στην ρομαντική αντιμετώπιση του αίματος και του θανάτου, άποψη ξένη για την κλασική ιαπωνική παράδοση.

Sans-titre-2Το ενδιαφέρον του για την πολιτική άρχισε στα μεταπολεμικά χρόνια, έπειτα από την έναρξη των διαδηλώσεων για την Ανπό (Συνθήκη Ασφάλειας ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία) που σημάδεψαν τις χειρότερες πολιτικές συγκρούσεις στην μεταπολεμική Ιαπωνία. Η πολιτική του εικόνα ήταν ιδιαίτερα συγκεχυμένη. Οι σύγχρονοί του θεωρούσαν πως ήταν αορίστως αριστερός, με ροπή προς τη γενικότερη αποδοχή της πολιτικής ουδετερότητας ανάμεσα στον δυτικό κόσμο και το κομμουνιστικό μπλοκ. Από την αριστερά και το λογοτεχνικό κατεστημένο (που ανήκε σε αυτήν) απομακρύνθηκε από το 1966, οπότε και σταδιακά συνδέθηκε με την δεξιά.

Docu0009Από τα γραπτά του φαίνεται πως η αυτοκτονία ήταν για πολλά χρόνια μια θεωρητική επιλογή· αποτελούσε όμως μέρος και της ευρύτερης ιαπωνικής πραγματικότητας. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούσαν οι πολιτικές αυτοκτονίες, όπως εκείνη των πεντακοσίων αξιωματικών του στρατού που αυτοκτόνησαν μόλις παραδόθηκε η χώρα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ήττα και ζητώντας συγνώμη από τον Αυτοκράτορα», ενώ αρκετοί πολίτες επίσης αφαίρεσαν τη ζωή τους. Την αυτοχειρία επέλεξαν και πολλοί συγγραφείς, όπως ο περιώνυμος Ριοουνοσούκε Ακουταγκάουα και ο γνωστός του Μισίμα και διάσημος ρομαντικός συγγραφέας Οσάμου Νταζάι, που αυτοκτόνησε το 1948 (με πνιγμό σε ποταμό στο Τόκιο μαζί με την ερωμένη του), ενώ δεκαοκτώ μήνες μετά τον θάνατό του Μισίμα αυτοκτόνησε με γκάζι ο μέντοράς του Γιασουνάρι Καβαμπάτα (1971). Η παράδοση των αυτοχείρων Ιαπώνων συγγραφέων αποτελεί ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο.

Mishima_ArmyΟ ιδιωτικός του στρατός Τατενοκάι ή εθνοφρουρά (όπως ευνόητα προτιμούσε να τον αποκαλεί) δημιουργήθηκε το 1968, με έμπνευση κατά βάση προσωπική και αισθητική, όχι πολιτική· περισσότερο τον ενδιέφερε η αναβίωση της ψυχής του σαμουράι εντός του παρά η ανάληψη οποιασδήποτε δράσης. Οι σχετικές δηλώσεις είναι ενδεικτικές: Είμαστε ο στρατός με το περισσότερο πνεύμα και τον λιγότερο οπλισμό του κόσμου. / Είμαστε ο στρατός με τον μικρότερο αριθμό αντρών αλλά με το μεγαλύτερο φρόνημα./ Μερικοί αναφέρονται κοροϊδευτικά σ εμάς ως στρατιωτάκια. Θα δούμε. Όμως ο περισσότερος κόσμος αμφισβητούσε τη σοβαρότητα των πολιτικών πεποιθήσεων του Μισίμα. Θεωρούσαν τον Τατενοκάι ως ένα ακόμα καπρίτσιο, ως το πολύχρωμο παιχνιδάκι ενός επιδειξιομανή συγγραφέα. Οι δημοσιογράφοι το θεωρούσαν απλώς μια ομοφυλοφιλική λέσχη, ενώ ήταν φανερό ότι διέθετε την ατμόσφαιρα μιας εθνικιστικής δεξιάς οργάνωσης. Ο ίδιος απέτυχε να καταστήσει το στρατό του υπολογίσιμο στην Ιαπωνία.

Το χαρακίρι του δεν αποτελούσε απλώς έσχατη μορφή δημόσιας διαμαρτυρίας και πράξη αφοσίωσης προς τον Αυτοκράτορα αλλά και, πιθανώς, μια απόλυτη έκφραση μαζοχισμού, μια πλευρά του συγγραφέα που αποκumαλυπτόταν στα περισσότερα γραπτά του. Οι σχετικές του φράσεις είναι χαρακτηριστικές: Άρχισα να θεωρώ ότι ο πόνος μπορεί κάλλιστα να επιβεβαιώσει πως αποτελεί τη μοναδική απόδειξη της εμμονής της συνείδησης μέσα στη σάρκα, τη μοναδική σωματική έκφραση της συνείδησης.

Ο βιογράφος (Άγγλος δημοσιογράφος και συγγραφέας) υπήρξε φίλος αλλά και ο μοναδικός συγγραφέας που κάλεσε ο Μισίμα να ακολουθήσει αυτόν και την οικογένειά του στις καλοκαιρινές διακοπές για τα τρίτα τελευταία χρόνια της ζωής του (1968 – 1970). Παρά την εμφανή συναισθηματική του φόρτιση ο Στόουκς συχνά είναι αυστηρός στις κρίσεις του για τον συγγραφέα, μας στον μύθο πολλών μυθιστορημάτων του και με ολοζώντανη γραφή μας παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη ζωή, την σκέψη, την δράση και το περιβάλλον αυτής της σπάνιας – από πολλές πλευρές – περίπτωσης συγγραφέα.

2332829779_ed95e6d6f6Πόσο μοιάζει η συγγραφή με την καλλιέργεια της γης! Πρέπει ανά πάσα στιγμή το πνεύμα σου να είσαι σε επαναγρύπνηση για καταιγίδες και παγετούς. Έχοντας άγρυπνα παρακολουθήσει για πολύ καιρό το χωράφι μου της συγγραφής, και ύστερα από τον ατέλειωτο μόχθο της φαντασίας και της ποίησης, μπορώ ποτέ να είμαι βέβαιος ότι θα έχω πλούσια σοδειά; Ό,τι έχω γράψει φεύγει από μένα, δεν θα θρέψει ποτέ το κενό μου, και το μόνο που μένει είναι ένα αμείλικτο μαστίγιο που με χτυπά. Πόσα κοπιαστικά βράδια, πόσες απεγνωσμένες ώρες έπρεπε να ξοδευτούν σε αυτά τα γραπτά! Αν έπρεπε να αθροίσω και να καταγράψω τις αναμνήσεις μου από τέτοια βράδια, σίγουρα θα τρελαινόμουν. Όμως δεν έχω άλλο τρόπο να επιβιώσω παρά να συνεχίσω να γράφω μια αράδα, και άλλη μια αράδα, και άλλη μια αράδα…[Κατάλογος για την αναδρομική έκθεση για τη ζωή του, Νοέμβριος 1970, εδώ σ. 122]

Εκδ. Καστανιώτη [Σειρά: Βιογραφίες], 2009, μτφ. Μαρία Φακίνου, σελ. 372. Περιλαμβάνονται: επτασέλιδη εισαγωγή του βιογράφου για την ελληνική έκδοση, το κείμενο του Γ. Καλπαδάκη «Ο Γιούκιο Μισίμα και η Αρχαία Ελλάδα», πλήρης κατάλογος των έργων του Μισίμα, το Πλάνο του Θανάτου του, δεκασέλιδο ευρετήριο και ένθετο γυαλιστερό οκτασέλιδο με δεκατρείς μαυρόασπρες φωτογραφίες [Henry Scott Stokes, The Life and Death of Yukio Mishima, 1974].

Στην πρώτη φωτογραφία, ο συγγραφέας στο μπαλκόνι του Γραφείου του Ανατολικού Στρατού, την ημέρα του αποτυχημένου πραξικοπήματος και λίγο πριν την τελετουργική του αυτοκτονία.

08
Απρ.
13

Γιούκιο Μισίμα – Η Μαρκησία ντε Σαντ

TELIKO MARKHSIAΧάρη σ’ αυτόν ζητιάνες και πόρνες πήραν το χρίσμα της αγίας, απλώς και μόνο για να μαστιγωθούν στη συνέχεια. Όμως, μονάχα μια στιγμή αργότερα το όνειρο γίνεται κομμάτια και βγάζει απ’ την πόρτα ζητιάνες και πόρνες με κλοτσιές στα πισινά… Στη συνέχεια, μη βρίσκοντας κανέναν να προσφέρει το μέλι της τρυφερότητας που έχουν σταλάξει μέσα του αυτές οι στιγμές της ηδονής, επιστρέφει και το αδειάζει όλο σε μένα. Είναι μια μέλισσα εργάτης της ηδονής· μαζεύει κάθιδρος κάτω απ’ τον αδυσώπητο καλοκαιρινό ήλιο το μέλι της τρυφερότητας και έρχεται να μου το παραδώσει, σε μένα που περιμένω στη σκοτεινή και δροσερή φωλιά μου. Τα αιμάτινα λουλούδια απ’ όπου μαζεύει το μέλι δεν είναι σίγουρα οι ερωμένες του. Έχουν χριστεί αγίες, έχουν ποδοπατηθεί, το μέλι τους έχει τρυγηθεί… [σ. 71]

Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε την ιστορία του από το βιβλίο του Τατσούχικο Σιμπουσάουα Η ζωή του μαρκησίου ντε Σαντ και κεντρίστηκε από το αίνιγμα της συμπεριφοράς της Μαρκησίας ντε Σαντ η οποία, αφού κατά τη διάρκεια της πολύχρονης φυλάκισης του συζύγου της επέδειξε απόλυτη πίστη απέναντί του, τον εγκατέλειψε τη στιγμή που εκείνος απελευθερώθηκε. Ο Μισίμα προσπάθησε να γράψει πάνω σε αυτή την ακατανόητη και την ίδια στιγμή απόλυτα αληθινή για την ανθρώπινη φύση συμπεριφορά. Όπως αναφέρει ο ίδιος στο επίμετρό του, το έργο μπορεί να περιγραφεί ως «Ο Σαντ ιδωμένος μέσα από τα μάτια γυναικών».

MISHIMA-MARKHSIA 7Πρόκειται για έξι γυναίκες: την ερωτευμένη σύζυγο Ρενέ ντε Σαντ που εξακολουθεί να επιθυμεί να «σώσει» τον Μαρκήσιο, την μικρότερη αδελφή της, Αν, που γίνεται ερωμένη του, την μητέρα τους Κυρία ντε Μοντρέιγ, που σκανδαλίζεται από τις ασωτίες του γαμπρού της, την διακριτική υπηρέτρια Σαρλότ και δυο επισκέπτριες – οικογενειακές φίλες, την Βαρόνη ντε Σιμιάν και την Κόμισσα ντε Σαιν – Φον. Μόνο οι τρεις πρώτες είναι ιστορικά πρόσωπα ενώ οι άλλες τρεις επινοήθηκαν από τον συγγραφέα, ο οποίος τοποθετεί τα πρόσωπά του να περιστρέφονται σαν σε πλανητική κίνηση και να σχηματίζουν ένα ακριβές μαθηματικό σύστημα γύρω από την Ρενέ. Τόπος: το σαλόνι του σπιτιού της Κυρίας ντε Μοντρέιγ στο Παρίσι. Χρόνος των τριών πράξεων αντίστοιχα: 1772, 1778, 1790 (λίγους μήνες μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης).

Sans-titre-1Όπως γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στο βιβλίο της για τον Μισίμα, όλες «μονολογούν με πομπώδη κυνισμό», με έναν απόντα στο επίκεντρο. Το κείμενο είναι γεμάτο διαλόγους,  με δράση αποκλειστικά παρασκηνιακή ή μέσω παρεμβαλλόμενης αφήγησης. Μέσα σε τούτη τη σύνθεση γυναικείων φωνών συγκρούονται οι ιδέες και οι κοσμοθεωρίες που εκπροσωπούν οι ηρωίδες και φυσικά αμέτρητοι άνθρωποι πίσω από την καθεμιά τους: η συζυγική πίστη (η Ρενέ), ο νόμος και η ηθική (η πεθερά), οι σαρκικές επιθυμίες και η έλλειψη αρχών μα και η γυναικεία πονηριά (η Αν), η θρησκεία και η ευσέβεια (οι δυο φίλες), η λαϊκή φωνή (η υπηρέτρια). Όπως είναι ευνόητο το μεγαλύτερο ενδιαφέρον προσελκύει η σύζυγος με την πίστη και την υπερβολική τρυφερότητα (ή για ποιόν άλλον σκοτεινό λόγο; αναρωτιέται μαζί μας η Γιουρσενάρ), που διάβασε η ίδια με πάθος την Ζυστίν και δεν έπαψε να  επισκέπτεται στη φυλακή τον ντε Σαντ, να υποστηρίζει και να εξυμνεί αυτόν τον μεγάλο εξεγερμένο και συκοφαντημένο, αυτό το «είδος υπόστασης του κακού». Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η μανιχαϊστική αντιπαράθεση Καλού και Κακού ήταν και είναι τόσο ξένη για την απωανατολική σκέψη.

Yukio Mishima scan sΟ Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά, μαρκήσιος ντε Σαντ, είναι, σύμφωνα με την σύζυγό του, μια μουσική που δεν έχει μόνο ένα θέμα. Για εκείνη, Αλφόνς και εγκλήματα είναι ένα και το αυτό, όπως εξάλλου τα ωραία χαμόγελα και η οργή του, η τρυφερότητα και η σκληρότητα, και τα δάχτυλα αυτού του ανθρώπου που σπρώχνουν το μεταξωτό νυχτικό απ’ τους ώμους μου είναι ίδια με εκείνα που γράπωσαν το μαστίγιο και χαράκωσαν την πλάτη της πόρνης στη Μασσαλία. Όλα επάνω του είναι ένα αρμονικό ξεδίπλωμα χωρίς την παραμικρή ραφή…[σ. 51]. Γι’ αυτό και αργότερα αναρωτιέται γιατί ο ίδιος δεν της έχει επιτρέψει ποτέ ν’ ακούσει τον ήχο αυτού του μαστιγίου· αν είναι από εκτίμηση για το πρόσωπό της ή από περιφρόνηση. Η σταθερότητά της όμως στην απόφασή της ήταν δεδομένη:  «Εάν ο άντρας μου είναι τέρας διαστροφής, τότε νομίζω πως πρέπει εγώ να γίνω τέρας αρετής».

Αλλά και η κόμισσα ντε Σαιν- Φον έχει παραδεχτεί νωρίτερα πως ο μαρκήσιος είναι «ένας άνθρωπος για τον οποίο η σκληρότητα είναι συνώνυμο του τρυφερού, και δεν του είναι δυνατόν να εκφράσει τη γλύκα της καρδιάς του χωρίς να χρησιμοποιήσει μαστίγιο» και φτάνει να αναρωτιέται: Πώς μπορεί να πείσει έναν άρρωστο να γιατρευτεί ενάντια στη θέληση του από μια αρρώστια που του δίνει τόσες ηδονές; Η ιδιαιτερότητα της ασθένειας του μαρκήσιου είναι η ευχαρίστηση που του προσφέρει. Όσο αποτροπιαστική κι αν μοιάζει στα μάτια των άλλων, η αρρώστια αυτή είναι ένα μπουκέτα τριαντάφυλλα για εκείνους που έχει μολύνει [σ. 42, 32]. Στο τέλος, και από ιδία πείρα, θα καταλήξει πως «αυτό που ονομάζουμε βίτσιο είναι από μόνο του ένα βασίλειο εξοπλισμένο με όλα τα χρειαζούμενα, χωρίς να του λείπει απολύτως τίποτα».

MISHIMA-MARKHSIA - F5BBDF79624F41EAB1EE44EB9DE3093DΟ Μισίμα αποτελεί μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα: μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, αθλητής, υπήρξε ένα διαρκώς ανήσυχο πνεύμα και σώμα. Το τέλος του υπήρξε το ίδιο διάσημο με το έργο του: αυτοκτόνησε με χαρακίρι στο αρχηγείο του ιαπωνικού στρατού, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να ξεσηκώσει τους στρατιώτες σε επανάσταση ενάντια στο σύστημα διακυβέρνησης με σκοπό την αποκατάσταση της θέσης τους αυτοκράτορα και την αναβίωση του πνεύματος των σαμουράι.

Ανατρέχω στην εξαιρετική βιογραφία του Χένρυ Σκοτ Στόουκς – Γιούκιο Μισίμα. Η ζωή και ο θάνατός του [Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Μαρία Φακίνου, σελ. 211], σύμφωνα με τον οποίον στην Μαρκησία φαίνεται για άλλη μια φορά το ενδιαφέρον του Μισίμα για ζητήματα δομής παρά για πολιτικά ζητήματα, ενώ κατά τον Ντόναλντ Κιν, που έγραψε το πρώτο δοκίμιο για τον συγγραφέα που εκδόθηκε στη Δύση, στο συγκεκριμένο έργο ο κλασικισμός του Μισίμα δίνεται με την πιο ακραία έκφρασή του· εδώ υιοθετήθηκαν οι περισσότερες συμβάσεις του Ρακίνα για την θεατρική σκηνή: εμπιστοσύνη στο φιλιππικό για την αφήγηση γεγονότων και συναισθημάτων, περιορισμένος αριθμός χαρακτήρων με τον καθένα να εκπροσωπεί έναν συγκεκριμένο τύπο, απουσία φανερής δράσης επί σκηνής.

TELEVISION PROGRAMME.... Masters of Darkness: De SadePictured..Στην πρώτη από τις δημοσιευμένες εδώ επιστολές, που απευθύνεται προς την Κυρία ντε Σαντ [1783] ο μαρκήσιος παραμένει αδιάλλακτος και πιστός στις αρχές του: Λέτε πως ο τρόπος σκέψης μου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Και τι με νοιάζει; Τρελός είναι όποιος υιοθετεί έναν τρόπο σκέψης για τους άλλους! Ο τρόπος που σκέφτομαι είναι ο καρπός των στοχασμών μου. Είναι αποτέλεσμα της ύπαρξής μου, της εσωτερικής μου συγκρότησης. Δεν είναι στο χέρι μου να τον αλλάξω. Δεν θα είναι ποτέ και δεν θα το κάνω. Αυτός ο τρόπος σκέψης που κατακρίνετε αποτελεί τη μόνη παρηγοριά της ζωής μου. Ανακουφίζει όλους τους πόνους μου στη φυλακή, συνθέτει όλες μου τις απολαύσεις σ’ αυτόν τον κόσμο, και τον λογαριάζω πάνω και από τη ζωή. Δεν είναι ο δικός μου τρόπος σκέψης που ευθύνεται για τη δυστυχία μου, αλλά των άλλων. [σ. 165]

de sade_Ο ντε Σαντ διατηρεί ακλόνητη την πεποίθησή πως τα συστήματά του «στηρίζονται στη λογική», ενώ τα δικά τους «είναι μονάχα προϊόν βλακείας»· επικαλείται τα λόγια του καγκελάριου Ολιβιέ στο παρλαμέντο του Ερρίκου Β΄, σύμφωνα με τον οποίο «ένα κράτος πλησιάζει την καταδίκη του όταν τιμωρεί μονάχα τον αδύναμο, και ο νεόπλουτος κακοποιός μένει ατιμώρητος με το χρυσάφι του» και κραυγάζει: Αν, λοιπόν, όπως διατείνεστε, η ελευθερία μου εξαγοράζεται με θυσία των αρχών μου ή των ορέξεών μου, μπορούμε να αποχαιρετιστούμε για πάντα, γιατί στη θέση τους θα θυσίαζα χίλιες ζωές και χίλιες ελευθερίες, αν τις είχα. […]. Όσο συνεχίζουν τις διώξεις τους τόσο ριζώνουν στην καρδιά μου αυτές οι αρχές […]. Ούτε μπροστά στο ικρίωμα δεν θα αλλάξω γνώμη. [σ. 166]. Στην δεύτερη επιστολή, προς τον Γκοφρντί [1774] αναρωτιέται, μεταξύ άλλων, αν τιμωρούνται οι σκέψεις και ποιος έχει το δικαίωμα να το κάνει – σίγουρα όχι οι νόμοι.

3597647726_8edf25ff05Τελικά ο αναγνώστης – θεατής θα πρέπει να ακολουθήσει το νήμα των σκέψεων της Ρενέ, που απαιτούν ακριβώς το ξεδίπλωμα των ιδεών των υπόλοιπων προσώπων για να εκτεθούν. Εκείνη μετά την ανάγνωση της Ζυστίν θα παραδεχτεί: «τότε μου πέρασε απ’ το μυαλό πως ίσως έγραψε για μένα την ιστορία αυτής της γυναίκας, η οποία εξαιτίας της αρετής της προκαλεί τη μια δυστυχία μετά την άλλη». Και από την άλλη θα αναρωτηθεί μήπως είναι πιο σωστό να πει: Η Ζυστίν είμαι εγώ. Σε κάθε περίπτωση στα λόγια της μπορεί να κρύβεται η πιο αληθινή εικόνα του ντε Σαντ: Αυτός ο άνθρωπος δεν αρκέστηκε στη ματαιοδοξία των σαρκικών ηδονών που εξατμίζονται στη στιγμή της ολοκλήρωσής τους, αλλά προσπάθησε να οικοδομήσει τον καθεδρικό ναό του άφθαρτου βίτσιου. Αντί να σκηνοθετεί ατομικές διατροφές, θέλησε να διαμορφώσει, μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, έναν κώδικα του κακού, τους νόμους του κι όχι τις πράξεις τους, μια τεράστια νύχτα προορισμένη να κρατήσει αιώνια αντί για μια βραδιά πρόσκαιρης ηδονής, το βασίλειο του μαστίγιου παρά έναν σκλάβο του. Αυτός που το μόνο που τον γοήτευε ήταν πληγώνει και να καταστρέφει κατέληξε να δημιουργεί. [σ. 145]

YukioMishima02Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. από τα ιαπωνικά: Παναγιώτης Ευαγγελίδης, σελ. 172, με επίμετρο του συγγραφέα, σημείωμα του μεταφραστή («Ο Γιούκιο Μισίμα και το θέατρο»), κείμενο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ («Για την Μαρκησία ντε Σαντ», από το βιβλίο της Μισίμα ή Το όραμα του κενού) και Δύο επιστολές του Μαρκήσιου ντε Σαντ [Yukio Mishima, Sado Kōshaku Fujin, 1969].

To βιβλίο εκδόθηκε με την ευκαιρία της παράστασης στην Αθήνα των θεατρικών ομάδων Αρ. Πρωτ. 217 και Ρέον τον Μάιο και Ιούνιο 2011 στο Θέατρο Σφενδόνη.

Η προαναφερθείσα βιογραφία θα παρουσιαστεί στην επόμενη ανάρτηση.

05
Απρ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 118. Μαρία Πετρίτση

mariapetritsiΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η «Μιράντα, το τελευταίο μου μυθιστόρημα, είναι η ιστορία μιας παρέας τριαντάρηδων που ταξιδεύουν στον κόσμο και στον εσώτερο εαυτό τους προσπαθώντας να γνωρίσουν και να γνωριστούν, να αναγνωρίσουν και να αναγνωριστούν. Κυρίως όμως, να ζήσουν.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το «Λέμον» (Εμπειρία Εκδοτική) είναι μια συλλογή παράδοξων διηγημάτων. Και λέω παράδοξων επειδή ο σκοπός του κάθε διηγήματος δεν είναι να καλλωπίσει και να ολοκληρώσει αλλά να κατορθώσει να ανατρέψει τελικά τις εικόνες που με πολύ κόπο χτίστηκαν κατά την εξέλιξη της πλοκής. Το «Όλα λάθος» (Κέδρος) – μυθιστόρημα – είναι ένα οδοιπορικό στη σκληροτράχηλη ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’80, ειδωμένη μέσα από τα μάτια κάποιων ανθρώπων που τα πράγματα θα ήθελαν από όλα λάθος να τα κάνουν όλα σωστά. Η «Μιράντα» (Κέδρος) – μυθιστόρημα – είναι μια εκδρομή στον κόσμο που μας περιβάλλει και στον κόσμο που κρύβει ο καθένας μέσα του. Είναι επίσης η περιγραφή μιας πρόκλησης που αργά ή γρήγορα περιμένει τον καθένα από μας, είτε λειτουργεί μέσα στο προστατευτικό κουκούλι μιας φιλικής παρέας, είτε στο πλαίσιο της οικογένειάς του, είτε εκεί έξω, σε αυτό το μεγάλο και αδυσώπητο πράγμα που ονομάζεται κοινωνία.

COVER_lemonΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Προτιμώ πάντα να γράφω απομονωμένη, ήσυχη, απερίσπαστη. Αυτό είναι εφικτό μόνο όταν κλείνω την πόρτα του γραφείου μου και στο οπτικό πεδίο μου υπάρχει μόνο η οθόνη του υπολογιστή μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες των βιβλίων μου ζουν διαρκώς μαζί μου και αυτό μου φαίνεται απολύτως φυσικό. Ακούγεται βέβαια κλισέ, παρόλα αυτά για όσο διάστημα δέχονται να μου διηγούνται τις ιστορίες τους και μου επιτρέπουν να κάθομαι να τις γράφω, κοιμόμαστε και ξυπνάμε μαζί, πηγαίνουμε στο σούπερ μάρκετ, μαγειρεύουμε, τρώμε και πίνουμε, διασκεδάζουμε, στεναχωριόμαστε. Μου έχει συμβεί να σηκωθώ από το τραπέζι όπου κάθομαι με τους φίλους μου και να τρέξω σπίτι για να γράψω αυτό που μου ψιθύρισε ένας ήρωας και δεν έπρεπε να ξεχαστεί. Ευτυχώς οι οικείοι μου καταλαβαίνουν. Όταν ολοκληρωθεί ένα βιβλίο, αφήνω τους ήρωές μου στην ησυχία τους κι εκείνοι με αφήνουν στη δική μου.

COVER1ola-lathosΠοιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν παγιδεύω τις ιδέες μου, μου είναι αδύνατον. Δεν έχω αυστηρή και απαραβίαστη μέθοδο συγγραφής. Δεν βαδίζω βάσει προσχεδιασμένης δομής που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια από το σημείο εκκίνησης της ιστορίας μέχρι το σημείο λήξης. Όταν θελήσει κάποιος ήρωας να μου πει κάτι, έρχεται απλώς και μου το λέει βάζοντας στα δάχτυλά μου τις λέξεις που θέλει να περιγράψουν την ιστορία του. Γράφω πάντα όταν ο ήρωάς μου με αφήσει να τον «δω» ή όταν αποφασίσει πως είναι ώρα να μου «μιλήσει». Με το που θα καθίσω μπροστά στην οθόνη ο υπολογιστής γίνεται ένα μέσον επικοινωνίας, ένας δίαυλος, που μου επιτρέπει να μεταφέρω όσα κάποιοι άλλοι μου υπαγορεύουν. Τα πρώτα μου διηγήματα, οφείλω πάντως να ομολογήσω, τα έγραψα με στυλό πάνω σε κάτι άχαρες κόλλες χαρτί από ένα σχολικό μπλοκ που είχε παραπετάξει η κόρη μου ένα καλοκαίρι. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

MIRANTA EX.Γράφω πάντοτε σε απόλυτη σιωπή και πλήρως απομονωμένη. Ένα τραγούδι μπορεί ενίοτε να συνοδεύσει κάποια σκηνή βιβλίου μου, για έναν συγκεκριμένο λόγο, ποτέ αυτά τα δυο δεν γίνεται όμως να συμβούν ταυτόχρονα. Κατά τ’ άλλα, προτιμώ συνήθως να γράφω με το φως της μέρας, μιας και θεωρώ πως το τεχνητό φως παραμορφώνει κάπως τα πρόσωπα των ηρώων που έχω ανάγκη να κοιτάζω. Γενικότερα απολαμβάνω εξίσου τα ροκ κομμάτια της νιότης μου με τους ηλεκτρονικούς ήχους άλλων καλλιτεχνών που γνώρισα αργότερα, τα παλιά ρεμπέτικα και τη Ρίτα Σακελλαρίου.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας, στην Κέρκυρα. Κατόπιν συνέχισα τις μεταπτυχιακές σπουδές μου πάνω στο ίδιο αντικείμενο στο πανεπιστήμιο της Μονς, στο Βέλγιο. Ήταν ένα από τα ελάχιστα τμήματα που είχαν τα ελληνικά ως γλώσσα διδασκαλίας εκείνη την εποχή. Πριν βγω στην αγορά εργασίας ήθελα να ασχοληθώ αποκλειστικά με τη λογοτεχνική μετάφραση και μάλιστα όχι σε υπολογιστή: σχεδίαζα να μεταφράζω επαγγελματικά χρησιμοποιώντας μια παμπάλαια γραφομηχανή μάρκας Maritsa. Βγαίνοντας στον πραγματικό κόσμο, λίγο αργότερα, κατάλαβα πως το σχέδιό μου δεν θα λειτουργούσε εύκολα κι έτσι αποφάσισα να ακολουθήσω την πεπατημένη. Εργάζομαι σε μια υπηρεσία εκδόσεων που μου επιτρέπει να βιοπορίζομαι, και βρίσκω τον εαυτό μου όταν κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή και περιγράφω ιστορίες των φανταστικών ανθρώπων που μου μιλάνε με φωνές συχνά πιο πραγματικές κι από τις πραγματικές φωνές που ακούω γύρω μου..

36_pasolini_lΓράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ουδέποτε το αποτόλμησα. Η ποίηση είναι άλλο επάγγελμα. Θα ντρεπόμουν.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω τον Μπωντλαίρ. Θα μου άρεσε να υπήρχε ένας τρόπος να στέκομαι πίσω από την πλάτη του την ώρα που γράφει τα Άνθη του Κακού και να περιγράφω με οδυνηρές λεπτομέρειες την όλη διαδικασία.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω το καινούριο μου μυθιστόρημα, με τίτλο «Ο θάνατος του Τσε», ή κάπως έτσι, που αναμένεται, αν όλα πάνε καλά, να κυκλοφορήσει το 2014, μιας και το μυθιστόρημα του 2013 είναι έτοιμο και βρίσκεται ήδη στα χέρια των επιμελητών του Κέδρου. Σκοπεύουμε να το βγάλουμε στα ράφια γύρω στο φθινόπωρο. Ο τίτλος του είναι «Το τρακ» και, κατά κάποιο τρόπο, κλείνει ως τριλογία το «Όλα λάθος» και τη «Μιράντα» ολοκληρώνοντας έναν κύκλο.

Περί ανάγνωσης

amnotΑγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Κώστας Ουράνης που έγραψε τα ποιήματα που με ξύπνησαν. Ο Μαρσέλ Προυστ που με έκανε να χάσω την αίσθηση του χρόνου. Ο Οβίδιος, ο Εμπειρίκος, ο Ραπτόπουλος, ο Καζαντζάκης, ο Παζολίνι, ο Έρμαν Έσσε, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Τσαρούχης, η Αμελί Νοτόμπ, ο Κουμανταρέας, η Έμιλυ Ντίκινσον, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο Όμηρος, οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς που πετυχαίνω σε λογοτεχνικά περιοδικά, οι αγαπημένοι μου μπλόγκερς στο διαδίκτυο, κι ένας σωρός άλλοι. Ποιητές, συγγραφείς, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, παλιοί ή καινούριοι στο βιογραφικό, για μένα δεν διαφέρουν και πολύ. Όσο παλιό και να είναι ένα έργο, όποιο χέρι και να το έχει γράψει, εφόσον διαβάζεται και αρέσει μέχρι σήμερα, παραμένει σύγχρονο και το απολαμβάνω.

sarah_kaneΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Ξένος. Η Ιστορία του Ματιού. Φάννυ και Αλέξανδρος. Τα ποιήματα του Παζολίνι. Το κιβώτιο. Η εποχή των καφέδων. Η Λούλα. Η περσινή αρραβωνιαστικιά. Η μητρική γλώσσα. Τα χίλια δέντρα. Το Αντιλεξικόν. Τα Άνθη του Κακού. Φοβάμαι πως θα χρειαστούν σελίδες επί σελίδων αν συνεχίσω να απαριθμώ τα βιβλία που αγαπάω και στο τέλος όλο και κάποιο θα ξεχάσω, δυστυχώς…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Της Σάρα Κέην, του Νόλλα, του Χουλιαρά, του Αλεξάκη, του Καρκαβίτσα, του Ροΐδη, του Σκαρίμπα, του Μηλιώνη, του Χατζή, της Αξιώτη, κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Λένα Κιτσοπούλου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Εκείνος που κάνει κατάληψη στο μυαλό μου από το βιβλίο που διαβάζω κάθε φορά και καταφέρνει να με συναρπάσει.

hesseΑγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο Πόρφυρας, το Πλανόδιον, ο Μανδραγόρας, τα (δε)κατα, το ΤΕΦΛΟΝ, κάποια ένθετα εφημερίδων που εκτιμώ, κάποια διαδικτυακά περιοδικά επίσης. Τα προτιμώ επειδή μου μαθαίνουν καινούριους ή μου υπενθυμίζουν παλιότερους συγγραφείς, και έχουν πάντα κάτι άξιο να προτείνουν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το καινούριο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη, «Ο γιος του δασκάλου».

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις καλύτερες λογοτεχνικές κριτικές και παρουσιάσεις που έχω διαβάσει τελευταία τις έχω πετύχει στο διαδίκτυο. Ανάμεσα στα δύο, θα έλεγα πως μια παρουσίαση με ενδιαφέρει πιο πολύ επειδή μου αφήνει περισσότερο χώρο για προσωπικές εκτιμήσεις και άρα σαφώς μεγαλύτερη ελευθερία.

emilypoem_originalΘα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Λεωφορείο του ΚΤΕΛ, γύρω στο 1990, διαδρομή Αθήνα – Κέρκυρα. Ήμουν φοιτήτρια, ταξίδευα μόνη μου επί ώρες ατελείωτες και ευχόμουν το ταξίδι να μην τελειώσει ποτέ, μιας και διάβαζα για πρώτη φορά Ζυράννα Ζατέλη. Έκτοτε η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» αποτελεί μια από τις καλύτερες αναμνήσεις της ζωής μου από τις στιγμές που έκανα παρέα με ένα βιβλίο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Το «Θεώρημα» του Παζολίνι είναι η ταινία της ζωής μου, αν μπορώ να το θέσω έτσι απλά. Όσες φορές και να το έχω δει, δεν κατάφερα ποτέ να απομονώσω μία σκηνή ως πιο αδύναμη ή λιγότερο ενδιαφέρουσα από όλες τις άλλες.

1364647022189 Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Άνοιξα το ιστολόγιό μου – για την ακρίβεια ένας φίλος το άνοιξε, με την προοπτική να γράφουμε εκεί τρεις καρδιακοί φίλοι, εξ ου και το όνομά του, παρόλα αυτά στο τέλος κατέληξα να το συντηρώ μόνη – το 2008. Έκτοτε νομίζω πως δεν πέρασε ούτε μία μέρα που να μην επισκεφθώ ιστολόγια φίλων ή ανθρώπων που εκτιμώ και άλλων που ανακαλύπτω καθ’ οδόν χάρη σε αυτή την πλατφόρμα. Το ενημερώνω τακτικά με αναρτήσεις κάθε είδους, ενίοτε και προδημοσιεύσεις ή αναδημοσιεύσεις κειμένων μου που από εφημερίδες, περιοδικά ή και βιβλία. http://www.thethreewishes.wordpress.com

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μου φαίνεται τόσο παράδοξη αυτή η ερώτηση που, ειλικρινά, δεν τολμώ καν να απαντήσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν με απογοητεύσατε στο παραμικρό. Αντιθέτως, σας ευχαριστώ για όλα!

Στις εικόνες: Pier Paolo Pasolini, Amelie Nothomb, Sarah Kane, Herman Hesse, Emily Dickinson.




Απρίλιος 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 1.037.864 hits

Αρχείο