Αλεξάνδρα Ρασιδάκη – Περί μελαγχολίας. Στη θεωρία, τη λογοτεχνία, την τέχνη

Είναι περLayout 1ιττό να αναφέρουμε το ερεθιστικότατο της πολυπρισματικής ερεύνησης ενός θέματος που αποτελεί ταυτόχρονα απολύτως σύγχρονο πρόβλημα της νεωτερικής μας κατάστασης (όπου η περιρρέουσα θλίψη και κατάθλιψη εμφανίζεται διάχυτη και δικαιολογημένη όσο ποτέ) και την ίδια στιγμή βαθύ διαχρονικό δεδομένο της ανθρώπινης κατάστασης. Όταν δε κατά την πραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος ακολουθείται η τριμερής κατόπτευση των τομέων εκείνων που έχουν αιχμαλωτίσει τις πνευματικές μας ηδονές: την λογοτεχνική, την θεωρητική – δοκιμιακή και την καλλιτεχνική, τότε τα πολλαπλά δωρήματα του έργου είναι εμφανή.

Η αρχική προσέγγιση στο θέμα αφορά τρεις θεματικούς άξονες: την ιδιαιτερότητα και ατομικότητα του μελαγχολικού που βιώνει με τον τρόπο αυτό την αυτοσυνείδησή του και την σχέση του με τον κόσμο, την διαφορετική οπτική γωνία που οδηγεί σε κριτική διάθεση απέναντι στην τάξη των πραγμάτων και την σχέση της μελαγχολίας με την δημιουργικότητα, έναν συσχετισμό που αποτελεί κοινό τόπο που διαπερνά την ιστορία της δυτικής σκέψης. Η μελέτη χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο αφιερώνεται στον περί μελαγχολίας λόγο και διατρέχει ορισμένες προσεγγίσεις της μελαγχολίας από την κλασική αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα μέχρι την Αναγέννηση και το Μπαρόκ. Ιδιαίτερα κεφάλαια εδώ αφιερώνονται στην Ανατομία της μελαγχολίας του Richard Burton και στο Πένθος και μελαγχολία του Sigmund Freud.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται στην ποιητική της μel-otono-del-patriarca_ελαγχολίας και αφορά τον ευρωπαϊκό λογοτεχνικό λόγο της. Η μελαγχολία της εξουσίας ανιχνεύει την παραδοσιακή συσχέτιση μελαγχολίας και εξουσίας μέσα από την ανάλυση των μυθιστορημάτων Το φθινόπωρο του Πατριάρχη του Gabriel Garcia Marquez και Ο λαβύρινθος του Πάνου Καρνέζη. Το κείμενο του Marquez, ειδικότερα, εντάσσεται στο ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος του «μυθιστορήματος του δικτάτορα» και σε μια ιδιαίτερη πλευρά του, εκείνη που παρουσιάζει την παθολογία της εξουσίας και την παρακμή του ηγέτη μέσα από το ψυχολογικό του πορτρέτο. Ακριβώς αυτή η έκθεση της ευάλωτης και θνητής πλευράς του λειτουργεί υπονομευτικά και συμβάλλει στην απομυθοποίησή του: η μορφή του δικτάτορα γίνεται προσιτή, μπορεί να αμφισβητηθεί και να καταδικαστεί. Επιπλέον, η υποτιθέμενη μυθική του διάσταση παρουσιάζεται ως προϊόν συνειδητής κατασκευής και η λεπτομερής περιγραφή της φθαρτής του υπόστασης διαβρώνει τον μύθο του. Εδώ η μελαγχολία λειτουργεί ως καταλυτική δύναμη που καταβάλλει δραματικά το εγώ του ηγέτη. Η μελαγχολική διάσταση της μορφής συναρτάται με την απο – γοήτευση: η συνειδητοποίηση της αντίθεσης μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής του εικόνας παρουσιάζεται ως στιγμή διαύγειας και ταυτόχρονα απόλυτης απογοήτευσης καθώς και ο ίδιος είχε πιστέψει στον μύθο του.

Η βεβαιότητα τrobert-burton-largeου θανάτου και η συνεπακόλουθη συνειδητοποίηση της ματαιότητας των πάντων αποτελούν, όπως και στο Μπαρόκ, πηγή αλλά και αντικείμενο της μελαγχολικής σκέψης, συνεπώς η ποιητική της ματαιότητας μπορεί να ερμηνευτεί ως έκφραση της σχετικής μελαγχολικής κοσμοαντίληψης. Στο κεφάλαιο Παραλλαγές στο θέμα της ματαιότητες η ερευνήτρια εξετάζει υπό αυτό το πρίσμα τον κύκλο των Ποιημάτων του Gottfried Benn Morgue [1912] και τη νουβέλα της Anna Seghers Η εκδρομή των νεκρών κοριτσιών [1943]. Πρόκειται για κείμενα που σκηνοθετούν τον θάνατο όχι ως το δραματικό τέλος της ζωής αλλά ως μέρος της καθημερινότητας· μιας καθημερινότητας κατά τη οποία η μελλοντική απουσία του ανθρώπου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής.

Σε ετούτη την «αναπαράσταση της απουσίας» κυριαρχούν μεταξύ άλλων έντονη εικονικότητα, οι άκρως ρεαλιστικές περιγραφές εικόνων θανάτου και αποσύνθεσης, η εμμονή στην ύλη. Αν στην τέχνη του Μπαρόκ η αρχή της ματαιότητας παρουσιάζεται ως σκηνοθεσία της απουσίας με τρεις τρόπους: με αναπλήρωση της παρουσίας και υπογράμμιση της απουσίας, με προβολή στο μέλλον (η τωρινή παρουσία λειτουργεί ως ένδειξη της μελλοντικής απουσίας), με προβολή στο παρελθόν (το παρόν παρουσιάζεται «εμποτισμένο| από το παρελθόν, γεμάτο ίχνη της αλλοτινής παρουσίας.

Στο βιβλίο της Seghers, ειδικότερα, η αSeghersπουσία βιώνεται ως απώλεια, με ανάλογους με το Μπαρόκ όρους παρουσίας / απουσίας. Η διαδικασία της ανάμνησης αποτελεί το έναυσμα της γραφής και λειτουργεί θεραπευτικά, καθώς αποτελεί τμήμα της διεργασίας πένθους. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλώς για ταξίδι στο παρελθόν, καθώς η αφηγήτρια διατηρεί τη συνείδηση του παρόντος και τη γνώση όλων όσα θα συμβούν. Η αφήγησή της συντελείται από διπλή οπτική γωνία: του παρόντος της σχολικής εκδρομής και του παρόντος της ενήλικης παρατήρησης αλλά και της επίγνωσης των τραγικών γεγονότων. Η τεχνική της προβολής της μελλοντικής απουσίας έχει πιο δραστικό αποτέλεσμα από μια γραμμική αφήγηση, καθώς λειτουργεί από – γοητευτικά για τον αναγνώστη, υπονομεύοντας μια σκηνής εξ ορισμού θετική, αν όχι ειδυλλιακή (άνοιξη, σχολική εκδρομή). Η ερευνήτρια όμως μας υποδεικνύει μια σημαντική διαφοροποίηση: ο θάνατος παρουσιάζεται ως τραυματική εμπειρία ορισμένων γενεών και ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών και ιδεολογικών συνθηκών. Διόλου τυχαία οι επιζήσαντες δάσκαλοι θα έχουν ένα άλλου είδος ζοφερό μέλλον, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι το κείμενο πέρα από προσωπική διεργασία πένθους καθίσταται και πολιτική καταγγελία.

Το βλέμμα του μελαγχολικού μπορεί να είναι κριτικό, θυμίζοντας τις «μικροπαρατηρήσεις» που κάνει ο Richard Burton στην Ανατομία του. Ο επικριτικός αυτός ρόλος του μελαγχολικού πραγματώνεται σε δυο γερμανικά έργα που προέρχονται από δυο κομβικές ιστορικές συγκυρίες· πρόκειται για τα βιβλία Οι απόψεις ενός κλόουν του Heinrich Böll [1963] και Τα αχλάδια του Ρίμπεκ του Friedrich Christian Delius [1991]. Σε αμφότερα η μειονεκτική θέση στο περιθώριο της κοινωνίας δίνει τη δυνατότητα στο αφηγητή να εκφέρει έναν λόγο απομυθοποιητικό, που στέκεται απέναντι στην γενικότερη αισιοδοξία και ευφορία. Το κριτικό βλέμμα του μελαγχολικού λοιπόν αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κεφαλαίου.

e_Boell_Ansichten_eines_Clowns_Στο κείμενο το Böll o Χανς αισθάνεται ξένος μέσα στον κόσμο που το περιβάλλει, καθώς έχει από νωρίς απορρίψει το αστικό ιδανικό του οικογενειακού μικρόκοσμου. Η παρουσίαση του ως ξένου στο ίδιο του το σπίτι δεν είναι παρά η προβολή μιας γενικότερης αποξένωσης στον ιδιωτικό χώρο. Η μελαγχολία του εμφανίζεται ως προϋπόθεση της κριτικής του στάσης: ο Χανς διακρίνει και καταγγέλλει τις πάσχουσες πλευρές του κόσμου. Είναι γνωστή η θυελλώδης διαμάχη που προκάλεσε το βιβλίο, καθώς ξεγύμνωνε την εικόνα που είχε η Δυτική Γερμανία για τον εαυτό της σε μια εποχή που πάσχιζε να τονίσει την ασυνέχεια ανάμεσα στο βρώμικο ναζιστικό παρελθόν και στο παρόν, και πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η γερμανική ιδέα της «νέας αρχής». Σε εκείνη ακριβώς την προσπάθεια αποσιώπησης και ωραιοποίησης ο κλόουν αντιτείνει την εμμονή του στην ενθύμηση. Βαθύτατα πολιτικό και αυτό το κείμενο, εντάσσεται στη γενικότερη προβληματική του συγγραφέα γύρω από το θέμα το στρατευμένου διανοούμενου – καλλιτέχνη.

Ο κεντρικός χαρακτήρας στην νουβέλα του Delius διατηρεί σκεπτική στάση τόσο απέναντι στο παρελθόν – την πρώην Ανατολική Γερμανία – όσο και στα γεγονότα του «ευδαιμονικού» παρόντος – την εορταζόμενη ενοποίηση. Η αφήγησή του λειτουργεί αποκαλυπτικά και απο – γοητευτικά, στρέφοντας την προσοχή του αναγνώστη στις σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης που καθόρισαν ολόκληρο το παρελθόν του [τοπικός άρχοντας – ναζί – ΛΔΓ] αναδεικνύοντας ακόμα την λεπτή διαχωριστική γρα51TnjXH7FjLμμή μεταξύ «απελευθερωτών» και «κατακτητών». Φλύαρος και σκωπτικός, αρνείται την αφελή αισιοδοξία του περίγυρου και αναζητά ως το τέλος προσωπική ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Ψυχικές ασθένειες, σχολιασμένες αποτελούν το αντικείμενο του τελευταίου κεφαλαίου. Εδώ το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας ως χρονικό μελαγχολίας εξετάζεται σε συνάρτηση με τον γερμανικό ρομαντισμό ως διακειμενική αναφορά και με το θεωρητικό σχήμα του Freud περί μελαγχολίας. Είναι εμφανές πως Περί μελαγχολίας Λόγος δια χειρός της πανεπιστημιακού και μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ρασιδάκη δεν φωτίζει μόνο αθέατες και ημιθέατες πλευρές ενός θέματος ιδιαίτερα λεπτού και αβαθούς όπως είναι η μελαγχολία αλλά και τροφοδοτεί με νέα ερεθίσματα για διαφορετική οπτική όχι μόνο παρελθοντικών μορφών της αλλά και των απολύτως σύγχρονων εκφάνσεών της. Ο τόμος διανθίζεται από φωτογραφίες έργων τέχνης, μεταξύ των οποίων και ένα ένθετο έγχρωμο γυαλιστερό οχτασέλιδο με δεκατρία εικαστικά έργα, και περιλαμβάνει βιβλιογραφία και ευρετήριο προσώπων.

Εκδ. Κίχλη, 2013, σελ. 291.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 149. Luis Gómezbeck

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Όχι μόνον ως τη θύρα του πιο πρόσφατου βιβλίου μου, αλλά ως τη θύρα της πατρίδας μου, του πολιτισμού μου, του σπιτιού μου: το Μεξικό, για το οποίο γράφω στα βιβλία μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιούς πόθους συνεγράφησαν);

Σας παραθέτω τα όσα γράφονται στα οπισθόφυλλα των βιβλίων μου:

COVER AZTEKON POIISIS_1«Αζτέκων Ποίησις»: Ένας Μεξικάνος συγκέντρωσε τα ωραιότερα δείγματα της αζτέκικης ποίησης και τα μετέφρασε στα ελληνικά –τα περισσότερα για πρώτη φορά– συνοδεύοντάς τα με ένα συνοπτικό αλλά πλούσιο ταξίδι στον κόσμο των Αζτέκων. Ο Luis Gómezbeck δεν ενώνει απλώς δυο γλώσσες, μα συνδέει δυο πολιτισμούς. Βοηθά τον αναγνώστη να οσμιστεί τη μαγεία ενός λαού που την ίδια στιγμή που προσφέρει αίμα ανθρώπινο στους θεούς, γράφει στίχους για το θρόισμα ενός αραβοσίτου. Ίσως επειδή ο Αζτέκος νοιώθει την υπεροχή του Θεού, ειδικά μέσα από την ίδια την ποίηση, αφού όπως χαρακτηριστικά γράφει περί έμπνευσης: «Είμαι ποιητής, διαισθάνομαι την αρχή του τραγουδιού. Στη γη το όμορφο τραγούδι δεν έχει την αρχή. Όχι, προέρχεται από τον ουρανό».

«ο Χάρος στο Μεξικό είναι γένους θηλυκού»: Θάνατος: η μόνη βεβαιότητα στη ζωή. Ίσως γι’ αυτό να συμφέρει τον θνητό να τον έχει φίλο καλό. Να τον ακούει. Να του μιλά. Να τρώνε, να πίνουν και να γλεντούν μαζί. Ο Μεξικάνος 00_cover_deathφαίνεται να έχει αντιληφθεί αυτή την αναγκαιότητα εδώ και αιώνες. Γιορτάζει τον θάνατο κάθε χρόνο, με μουσική και χορό. Για τρεις ή τέσσερεις μέρες ή και για μια ολόκληρη εβδομάδα. Ακριβώς όπως ο Έλληνας, χρόνια πριν, γιόρταζε τον γάμο. Ο Μεξικάνος Luis Gómezbeck δημιούργησε ένα εγχειρίδιο για τη Γιορτή των Νεκρών, για να μεταδώσει στον Έλληνα τη χαρά της μεξικάνικης ψυχής απέναντι στον θάνατο. Εξάλλου, όπως ο ίδιος έχει γράψει: «Πενθεί η ψυχή κάθε φορά που μένει ανεκπλήρωτο ένα όνειρο… σε κάθε άλλη περίπτωση, σίγουρα γιορτάζει».

«Μεξικού Γέννησις» (ο πρόσφατος μα όχι επίκαιρος): Ο Luis Gómezbeck καταγράφει σε αυτό το μικρό «εγχειρίδιο» τις μεξικάνικες χριστουγεννιάτικες παραδόσεις, απομυζώντας ταυτόχρονα το βαθύτερο νόημά τους. Ο Μικρός Ιησούς που φέρνει δώρα στα παιδιά, οι τρεις Μάγοι που προσφέρουν τα καλούδια τους, η περιφορά της Μαρίας και του Ιωσήφ, η πινιάτα, η φάτνη, τα κάλαντα, το χρώμα, η γεύση, η ευωδιά που αναδίδεται από κάθε σπίτι, και τα γλέντια που πλημμυρίζουν κάθε δρόμο, δίνουν το στίγμα της μοναδικής αυτής γιορτής. Του μοναδικού τρόπου με τον οποίο τη γιορτάζουν οι Μεξικάνοι.

Τα προαναφερθέντα βιβλία αποτελούν μέρος της σειράς “Cultura Mexicana” (Εκδόσεις Οσελότος), μέσα από την οποία καταγράφω, σε λίγες σελίδες, διάφορες πτυχές του μεξικάνικου πολιτισμού. Στο «τραπέζι της ανάγνωσης» τα βιβλία μου είναι ένα ορεκτικό για τον αναγνώστη, ο οποίος αν επιθυμήσει μπορεί να απολαύσει και κυρίως πιάτο και γλυκό, ερευνώντας και μελετώντας περαιτέρω τους τομείς που αναλύω στα βιβλία μου.

«Άνθος και Γαλήνη»
Αυτή είναι μια ποιητική συλλογή για την οποία κάνω αναφορά έξι ερωτήσεις παρακάτω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Βέβαια, νομίζω πως όλοι όσοι γράφουν δεν βρίσκουν μόνο άνεση σε ένα σπίτι ή σε ένα γραφείο, αλλά και σε ένα ταξίδι, σε ένα καφενείο, σε ένα πάρκο, όπου οι Μούσες ή το Ντουέντε αποφασίσουν να συνεπάρουν τη δημιουργική γραφή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρANTHOS & GALINI COVERωες των βιβλίων μου είναι τα βιώματά μου. Δεν είμαι λογοτέχνης, δεν το θεωρώ εγώ τουλάχιστον. Γράφω μελέτες για τον μεξικάνικο πολιτισμό, για τη μεξικάνικη πατρίδα μου, με σκοπό να δείξω στην ελληνική πατρίδα μου, τον μικρό κήπο στον οποίο έπαιζα μικρός. Τα νέα τους; Τα περισσότερα είναι παλιά… απλώς καρτερούν με περισσή υπομονετικότητα τη στιγμή που θα αποτυπωθούν σε λέξεις και θα γίνουν βιβλίο.

Ποιός είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στο σπίτι μου, κοιτάζοντας το ενυδρείο μου, και έχοντας ψυχική ηρεμία. Οι ιδέες έρχονται και φεύγουν και δεν κοιτάζουν χώρο και χρόνο. Οι άνθρωποι που γράφουν πρέπει να βρίσκονται συνεχώς σε εγρήγορση, ώστε να τις αρπάξουν πριν εξαφανιστούν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Graciliano_Ramos_Συγγραφικά τελετουργικά δεν τηρώ. Περισσότερο τα τηρώ την ώρα του φαγητού, παρέα με τους ανθρώπους που εκτιμώ, παρά την ώρα που γράφω. Σίγουρα χρειάζομαι ψυχική ηρεμία. Να μην είναι ξύπνια η πόλη. Να έχει πάει για ύπνο και να ακούγεται μόνο το ροχαλητό της νύχτας. Βέβαια, αυτό δεν είναι απόλυτο. Πολλές φορές γράφω οπουδήποτε τον σκελετό των πραγμάτων που θέλω να πω και έπειτα, στον μικρό μου νυκτερινό κόσμο, βάζω σε τάξη λέξεις και σκέψεις. Οι μουσικές μου προτιμήσεις διαφέρουν αναλόγως με τη διάθεσή μου: ακούω πολλή κλασική μουσική, ελληνική έντεχνη, δημοτική, παραδοσιακή, ελαφρολαϊκή, μουσική (παραδοσιακή και μη) από όλο τον κόσμο, ροκ. Ακούω σχεδόν τα πάντα, μόνο μη μου ζητήστε να ακούσω σκυλάδικα και ορχηστρικά από αυτά που ακούγονται σε ανελκυστήρες ή σε κάποια καταστήματα, κυρίως το απαίσιο οργανάκι που έχουν σε πολλές ταβέρνες και εστιατόρια.

Ποιές είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε;

rulfo 4Έχω σπουδάσει ισπανική φιλολογία, θέατρο, υποκριτική και σωματικό θέατρο στο Μεξικό και στην Αγγλία. Έχω παρακολουθήσει άτυπες σπουδές (σεμινάρια διαρκείας δηλαδή) πάνω στη μουσική, στον σύγχρονο χορό, στη φωνή, στο τραγούδι και στη φωτογραφία στο Μεξικό και στην Ελλάδα. Παρακολουθώ σπουδές πάνω στον ελληνικό πολιτισμό, όμως, έχω πάρει αναστολή φοίτησης, λόγω προσωπικών θεμάτων. Είμαι μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας, καθώς και ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Μεξικάνων Καλλιτεχνών και Διανοούμενων στην Ελλάδα «BALAM» και της Αστικής Πολιτιστικής Εταιρίας «la Melena del Huachinango». Επαγγελματική αποκατάσταση; Βιοπορισμός; Αυτές είναι λέξεις που πλέον έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στις λέξεις «επιβιώνω» και «φυτοζωώ». Πάντως, είμαι συνηθισμένος στην έννοια «οικονομική κρίση», την έχω βιώσει στο πετσί μου πολλάκις. Αυτό είναι όμως το στοίχημα για μένα, να συνεχίζω να παίζω, να σκηνοθετώ και να διδάσκω θέατρο, να δημοσιογραφώ, να μεταφράζω, να οργανώνω πολιτιστικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Να συνεχίζω να είμαι δραστήριος και δημιουργικός, παρόλο που η εποχή τιμωρεί τη φαντασία και τη δημιουργικότητα.

TOSCANO - ERNESTO SABATO_Γράψατε ποτέ ποίηση, κι αν όχι, για ποιον λόγο;

Γράφω; Γράφω, αλλά είναι ποίηση; Κυκλοφορεί μια ποιητική μου συλλογή που τιτλοφορείται «Άνθος και Γαλήνη» (Εκδόσεις Άπαρσις). Απλώς δεν ξέρω αν οι στοχασμοί μου μπορεί να ονομάζονται ποιήματα. Ίσως έχω βάλει τις βαθιές μου σκέψεις να ηχούν ευχάριστα, ξεκούραστα. Ίσως αυτό χρειαζόμουν εγώ ό ίδιος, να τακτοποιήσω κατ’ αυτό τον τρόπο τα πράγματα που με «βασάνιζαν» χρόνια. Σας παραθέτω το όσα λέει το οπισθόφυλλο: Η μητρική μου γλώσσα είναι η ισπανική, όμως, όλα τα ποιήματα αυτής της συλλογής γράφτηκαν στην ελληνική. Συναισθήματα, βιώματα και στοχασμοί, όχι μόνο από την αναγέννησή μου στην Ελλάδα, αλλά και από παλαιότερες γεννήσεις μου. Μητρική γλώσσα δεν είναι μόνο αυτή που σε μαθαίνει να μιλάς, αλλά κι αυτή που σου βρίσκει λέξεις για να μιλήσεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία-παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιό θα επιλέγατε;

Εν μέρει αυτό κάνω με τα βιβλία μου. Γράφω για το πρόσωπο της μεξικανικότητάς μου. Αν χρειάζεται να το συγκεκριμενοποιήσω, τότε θα έλεγα ότι θα μου άρεσε να γράψω για καλλιτέχνες-διανοούμενους που έχουν αδικηθεί από την Ιστορία ή που παρόλο που άφησαν μεγάλο και ουσιαστικό έργο δεν είναι γνωστοί.

juan jose arreolaΤι γράφετε τώρα;

Ετοιμάζω αυτό τον καιρό το τέταρτο βιβλίο της σειράς “Cultura Mexicana” που θα ασχολείται με τους Μάγια και τις «Ιερές Γραφές» τους.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πλάτων, Αριστοτέλης, Ευριπίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Μ. Καραγάτσης, Έζρα Πάουντ, Τζων Στάινμπεκ, Γουίλιαμ Φώκνερ, Αλμπέρτ Καμύ, Βίκτωρ Ουγκώ, Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα, Ερνέστο Σάμπατο, Χουάν Ρούλφο, Χουάν Χοσέ Αρρεόλα, Χάιμε Σαμπίνες, Γκρασιλιάνο Ράμος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Θα τα παραθέσω με την ίδια σειρά που απάντησα την προηγούμενη ερώτησή σας:

Πλάτων: «Πολιτεία», «Συμπόσιο». Αριστοτέλης: «Περί ψυχής», «Ποιητική». Ευριπίδης: «Εκάβη», «Ηλέκτρα», «Ελένη», «Τρωάδες». Καζαντζάκης: «Ασκητική», «Ο Καπετάν Μιχάλης». Καραγάτσης: «Ο Κίτρινος Φάκελος», «Το 1jaime sabines0». Πάουντ: “The cantos”. Στάινμπεκ: «Τα σταφύλια της οργής». Φώκνερ: «Η αρκούδα». Καμύ: «Ο ξένος», «Η πανούκλα». Ουγκώ: «Οι άθλιοι». Λόρκα: “Romancero Gitano”. Σάμπατο: «Αντίσταση», «Περί ηρώων και τάφων». Ρούλφο: «Πέδρο Πάραμο», «Ο κάμπος στις φλόγες». Αρρεόλα: “Palindroma”, “Varia invención”, “Confabulario”. Σαμπίνες: “Adán y Eva”, “Tlatelolco”. Ράμος: «Άγονες ζωές».

Υπάρχουν κι άλλα, αυτά όμως έχουν πρωθυπουργική θέση στη βιβλιοθήκη μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν θα πω για ένα διήγημα μόνο, αλλά για τις συλλογές διηγημάτων που είναι και που θα είναι πάντα αγαπημένες μου: «Ο κάμπος στις φλόγες» του Χουάν Ρούλφο, «Οι δύσκολοι έρωτες» του Ίταλο Καλβίνο, «Ιστορίες του παρθένου δάσους» του Οράσιο Κιρόγα, «Περσινή Αρραβωνιαστικιά» της Ζυράννας Ζατέλη και «Σταγόνες» της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου.

Horacio Quiroga 3Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;

Βαθιά ο Παύλος Μάτεσις. Τρελά η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου. Αρκετά ο Γιώργος Γιαννόπουλος. Θετικά ο Γκαζμέντ Καπλάνι. Ευχάριστα η Βασιλική Ηλιοπούλου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μερσώ στον «Ξένο» του Καμύ. Ο Γιάννης Αγιάννης στους «Αθλίους» του Ουγκώ. Ο Χουάν Πρεσιάδο στον «Πέδρο Πάραμο» του Ρούλφο. Αυτοί είναι αγαπημένοι και όχι ζηλευτοί, το διευκρινίζω.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω μερικά, όποτε η κρίση μου το επιτρέπει. Μου αρέσουν ιδιαιτέρως τα εξής: «Οδός Πανός», «Το Δέντρο», «(δε)κατα». Ο λόγος; Απλώς μου αρέσουν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

FG Lorca_Δεν διαβάζω αυτό τον καιρό. Κάτι συμβαίνει μέσα μου και δεν μπορώ να ολοκληρώσω σελίδα. Ίσως η θέρμη να καταπιαστώ με τα βιβλία μου με έχει αποσβολώσει. Πάντως, πριν από τρεις ή τέσσερις μήνες είχα διαβάζει την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τον «Κύριο Επισκοπάκη» του Μήτσου, την «Αντίσταση» του Σάμπατο και τα «Λόγια του πρωινού και του σούρουπου» του Μαχφούζ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Συνήθως δεν διαβάζω λογοτεχνικές κριτικές, διότι ενδόμυχα επηρεάζουν την κρίση μου. Αυτό που διαβάζω (ψάχνω) είναι τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Να ξέρω ποιος είναι, από πού προέρχεται, τι γράφει. Τον βίο και την πολιτεία του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο-διαδρομή-βιβλίο-λόγος μνήμης]

Πάμε Θέατρο… με το Τραμ.

Περί αδιακρισίας

victor hugoΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και τα δυο, όσο μου το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις μου. Το μόνο που δεν παρακολουθώ είναι η τηλεόραση, διότι απλούστατα δεν υπάρχει στο σπίτι μου… όχι ότι δεν την ανοίγω… δεν υπάρχει η συσκευή. Τώρα, όντας άνθρωπος του θεάτρου εγώ ο ίδιος, φροντίζω να ενημερώνομαι για τα θεατρικά και κινηματογραφικά δρώμενα. Ξέρετε όμως τι συμβαίνει πολλές φορές με μας που ασχολούμαστε με την υποκριτική; Τα έργα τα παρακολουθούμε από την πλευρά του «ειδικού» και όχι από την πλευρά του απλού θεατή. Αυτό όπως καταλαβαίνετε, δεν μας επιτρέπει να απολαύσουμε τις παραστάσεις. Όταν όμως, αντικειμενικά, τα έργα είναι συναρπαστικά και καταφέρνουν να μας συνεπάρουν, τότε αφήνουμε στην άκρη το βλέμμα του «κριτικού».

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

john steinbeck_2Το διαδίκτυο είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Δικτυώνομαι είτε για να ενημερώνω για τις εκδηλώσεις στις οποίες λαμβάνω μέρος, είτε για να ενημερώνομαι για τις εκδηλώσεις των γνωστών και φίλων μου, είτε για να κοινοποιώ κάποιο δημοσιογραφικό μου κείμενο, είτε για να προωθώ κάποιο βιβλίο μου. Φροντίζω πάντα να δικτυώνομαι για επαγγελματικούς λόγους. Θεωρώ ανούσιο έως ηλίθιο να αναρτώ οτιδήποτε οικογενειακό και προσωπικό, να αναρτώ δηλαδή [μετά φωτογραφίας] πού πίνω καφέ, πού τρώω, πού κάνω μπάνιο, πού βγήκα να διασκεδάσω. Αν βρέχει, αν κάνει ζέστη, αν κάνει κρύο. Το πόσο χαριτωμένο είναι το σκυλί μου, η γάτα μου. Είναι θλιβερό να παρακολουθεί κανείς πως οι άνθρωποι έχουν ανάγκη για τέτοια αυτοπροβολή, γι’ αυτή την «επικοινωνία», γι’ αυτό το «μοίρασμα». Πλέον όλα τα προσωπικά τους τα βγάζουν στη φορά.

camus_by_peileppeΑναρωτιέμαι αν αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν, πιο ουσιαστικό, πιο βαθύ, πιο δημιουργικό. Πλέον δεν απολαμβάνουν τίποτα αν δεν το αναρτούν κάπου στο διαδίκτυο. Το χειρότερο είναι ότι εκθέτουν σε υπέρμετρο βαθμό και τα παιδιά τους. Όλο αυτό πιστεύω προέρχεται από την έλλειψη ουσιαστικής φιλοσοφικής σκέψης και από τη μη συμφιλίωση με τους εαυτούς τους. Θυμάμαι μια παλιά μου επαφή που έγραψε και εξέδωσε ένα βιβλίο. Είχε αναρτήσει φωτογραφίες από την ώρα που το έγραφε, που το παρέδιδε στον εκδοτικό οίκο, που υπέγραφε το συμβόλαιο, που έβγαινε το εξώφυλλο, που είχε το πρώτο αντίτυπο στο χέρι, που βγήκε στα ράφια, που το αγόραζε κάποιος… Στο τέλος τη διέγραψα την επαφή μου αυτή.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θα δεχόμουν καμία τέτοια συναλλαγή για τίποτα από όσα κάνω. Ο καθένας κάνει τον κύκλο του. Θα περάσω από τη νιότη για όσο πρέπει, όπως πρέπει και όταν χρειαστεί να κλείσει ο κύκλος της, απλώς θα ήθελα να είμαι ευχαριστημένος από αυτά που κατάφερα να κάνω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ναι, αν έχω σχέση, παιδιά, γατιά, σκυλιά… απορώ πως δεν τα ρωτάτε αυτά… δεν θέλετε να πουλάτε;

Σημ. Ο Luis Gómezbeck διατηρεί τη στήλη «Paseo de Salónica» στην πολιτιστική ιστοσελίδα thessalonikiartsandculture.gr, όπου προτείνει λογοτεχνικά βιβλία από τη Λατινική Αμερική.

Στις εικόνες: Graciliano Ramos, Juan Rulfo, Ernesto Sabato, Juan Jose Arreola, Jaime Sabines, Horacio Quiroga, Frederico Garcia Lorca, Victor Hugo, John Steinbeck, Albert Camus.