Στο αίθριο του Πανδοχείου, 170. Δημήτρης Μίγγας

Δ. Μίγγας

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2012 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και με τίτλο: Πλωτά νησιά. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα στο οποίο κάποιος συγγραφέας, αφού πρώτα εκδώσει βιβλίο στο οποίο περιγράφει ένα θαλασσινό ταξίδι, προσπαθεί έπειτα να προσαρμόσει την πραγματικότητα στα μέτρα των κειμένων του οργανώνοντας μια νυχτερινή κρουαζιέρα με τον ίδιο προορισμό.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Έγραφα από πολύ μικρός, αλλά καθυστέρησα να εκτεθώ. Το πρώτο μου βιβλίο ήταν το 1995 μια ποιητική συλλογή μα τίτλο: Αγκαλιάζεις τον άνθρωπο αν αγγίξεις τη θάλασσα. Το 1999 κυκλοφόρησε μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο: Των Κεκοιμημένων, όπου στις σελίδες του συνυπάρχουν όνειρα και πραγματικότητα, παρελθόν και παρόν, ζωντανοί και πεθαμένοι. Για το βιβλίο αυτό τιμήθηκα με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του περιοδικού Διαβάζω.

b177031

Έπειτα από δύο χρόνια εκδόθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, ο τίτλος του: Σπάνια χιονίζει στα νησιά, που μέσα από την ιστορία δύο φίλων και τριών γυναικών εστιάζει στην διαδικασία της γραφής. Το 2003 είχε σειρά μια καινούργια συλλογή διηγημάτων κάτω από τον τίτλο: Της Σαλονίκης μοναχά, με οκτώ ιστορίες, δύο παραμύθια και ένα όνειρο, που διαδραματίζονται στην Θεσσαλονίκη. Ακολούθησε το 2005 το δεύτερό μου μυθιστόρημα με τίτλο: Στα ψέματα παίζαμε! Διαπραγματεύεται την ιστορία μιας παρέας κατά τη διάρκεια του τελευταίου τετάρτου του 20ού αιώνα.

Το 2007 κυκλοφόρησε το προτελευταίο μυθιστόρημά μου με τίτλο: Τηλέμαχου Οδύσσεια, όπου ιστορούνται οι περιπέτειες και ο βίος ενός ιδιόρρυθμου, όσο και ξεχωριστού Λευκαδίτη. Και η μέχρι τώρα συγγραφική μου παραγωγή ολοκληρώνεται, όπως είπαμε και προηγουμένως, με τα Πλωτά Νησιά. Από τα βιβλία μου το Σπάνια Χιονίζει Στα Νησιά μεταφράστηκε στα ιταλικά, επίσης το Στα ψέματα παίζαμε! καθώς και το Τηλέμαχου Οδύσσεια μεταφράστηκαν στα Σερβικά.

b96694

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Γράφω μόνο στο σπίτι μου, στο γραφείο μου. Δε βολεύομαι αλλού και δεν δοκίμασα ποτέ να γράψω σε άλλον τόπο και πολύ περισσότερο σε δημόσιο χώρο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες και οι χαρακτήρες των βιβλίο μου με απασχολούν, με ακολουθούν και με προβληματίζουν κατά τη διάρκεια της γραφής. Έχουμε και εκείνοι παρελθόν, την ιστορία τους, συμπεριφορές και αντιλήψεις που δεν συμπίπτουν αναγκαστικά με αυτές του συγγραφέα. Στάση ζωής, απόψεις και εμπειρίες που καθοδηγούν τη δράση τους. Δεν υπακούουν πάντα, ξεφεύγουν και ενεργούν αυτόβουλα. Δεν εξαρτάται απόλυτα ένας μυθιστορηματικός ήρωας από τον δημιουργό του. Μόλις τυπωθεί το βιβλίο όμως, ξεθωριάζουν και μένει μόνο η ανάμνησή τους.

b6502

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στην πεζογραφία χρειάζεται μνήμη, φαντασία και παρατηρητικότητα. Καταγράφω στο μυαλό και έπειτα στο χαρτί εικόνες, περιστατικά, ιστορίες που άκουσα ή σκέφτηκα. Οι περισσότερες καταγραφές δεν καταφέρνουν να με συγκινήσουν, ωστόσο κάποιες από αυτές, έπειτα από καιρό με αγκιστρώνουν και με κινητοποιούν. Κατά κανόνα το τελικό αποτέλεσμα ελάχιστη σχέση έχει με το αρχικό ερέθισμα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως η πρώτη γραφή των κειμένων γίνεται στο χαρτί – μου είναι πιο εύκολο και οικείο. Από τη δεύτερη επεξεργασία και μετά χρησιμοποιώ τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Τις περισσότερες φορές γράφοντας ακούω κλασική μουσική.

b63226

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, δούλεψα σε γυμνάσια και λύκεια. Όλα αυτά τα χρόνια μοίραζα την ημέρα μου ανάμεσα στη δουλειά και στο γράψιμο, τα τελευταία χρόνια έχω την πολυτέλεια να ασχολούμαι μόνο με το γράψιμο. Κάποια διηγήματά μου και ορισμένες σκηνές ή κεφάλαια μυθιστορημάτων αγγίζουν την σχολική πραγματικότητα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όπως ανέφερα σε μια προηγούμενη ερώτηση, το πρώτο μου βιβλίο ήταν μια ποιητική συλλογή, όπως επίσης και η πρώτη μου εμφάνιση σε λογοτεχνικό περιοδικό έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 πάλι με ποιήματα.

b80688

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Αγαπώ τη λογοτεχνία και μου αρέσει να γράφω ιστορίες, διηγήματα ή μυθιστορήματα. Δεν είμαι θεωρητικός της λογοτεχνίας, κοινωνιολόγος ή ιστορικός και δεν έχει ποτέ περάσει από το μυαλό μου να ασχοληθώ συγγραφικά με κανένα άλλο είδος.

Τι γράφετε τώρα;

Τα τελευταία τρία χρόνια με απασχολεί ένα μυθιστόρημα. Διαπραγματεύεται τη φθορά (σωματική και πνευματική), τις διαψεύσεις των ονείρων, το ξέφτισμα των σχέσεων.

b99883

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μου αρέσουν και ξαναδιαβάζω με κάθε ευκαιρία Όμηρο, Παπαδιαμάντη και Μπόρχες.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με συγκινούν οι Ρώσοι κλασικοί και ο μαγικός ρεαλισμός των Νοτιοαμερικανών.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Κυρίως κείμενα των Παπαδιαμάντη, Τσέχωφ, Μπόρχες, Γονατά και Μητσάκη.

b125223

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Ασχολούμαι με κάποια κείμενα από τα Δοκίμια του Μπόρχες .

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω όσες κριτικές με ενδιαφέρουν χωρίς διάκριση αν είναι έντυπες οι ηλεκτρονικές.

Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς

1

Ο θαυμαστός παλιός κόσμος

Εκείνο που κατά την γνώμη μου διαχωρίζει την γραφή του Λιόσα από τους έτερους εκλεκτούς συγγραφείς του λατινομερικανικού νότου είναι η πρόκριση της αφήγησης από κάθε έγνοια για τους τρόπους της. Ο Λιόσα αφήνει στην άκρη τους πειραματισμούς με την γλώσσα και την λογοτεχνικότητα και προτιμά να σκαρώνει ολόκληρους μυθιστορηματικούς κόσμους όπου η αφήγηση ιστοριών έχει την μέγιστη σημασία. Όχι φυσικά ότι δεν τόλμησε κατά καιρούς πλείστες μορφικές δοκιμές, όμως εκείνο που μένει από τα βιβλία του είναι οι αμέτρητες διηγήσεις επί διηγήσεων.

Αυτή τη φορά μας μεταφέρει στην Λίμα της δεκαετίας του ’50, όπου ο δεκαοκτάχρονος Μάριο, εργάζεται ως υπάλληλος σε ραδιοφωνικό σταθμό Παναμερικάνα της Λίμα, ενώ στον κλεφτό του χρόνο σκαρώνει διηγήματα ως ένας αυτοδιδασκόμενος συγγραφέας. Η τριαντάχρονη Χούλια, αδελφή της θείας του, που έρχεται να μείνει στην πόλη, ύστερα από έναν αποτυχημένο γάμο, του ξυπνάει τα πρώτα του ερωτικά αισθήματα. Την ίδια στιγμή ο σταθμός επιτυγχάνει την σπουδαία «μεταγραφή» του Πέδρο Καμάτσο, ενός φημισμένου συγγραφέα ραδιοφωνικών ιστοριών.

 2

Τι είδους ιστορίες ήταν αυτές που συνέπαιρναν τα ακροατήρια της εποχής; Και πως μπορεί πια κανείς να αναπαραστήσει έστω κάποια μορφή τους; Αυτό ακριβώς κάνει ο συγγραφέας, σε κεφάλαια που εναλλάσσονται μ’ εκείνα της βασικής πλοκής. Εκεί η αφήγηση γίνεται στο τρίτο πρόσωπο και, όπως είναι ευνόητο, πρόκειται για επεισόδια αισθηματικό, με έντονο το μελοδραματικό στοιχείο, αλλά και αστυνομικά, γεμάτα περιπέτειες, στα πρότυπα των ευρύτερων λαϊκών προτιμήσεων. Καθώς οι ραδιοφωνικές ιστορίες ανακυκλώνουν τα αιώνια θέματα των μυθιστορημάτων, ο Καμάτσο καταλήγει απλώς να παραλλάζει ονόματα και καταστάσεις, κι ίσως εδώ, τολμώ να σκεφτώ, να εκφράζεται μια παραβολή για την ίδια την λογοτεχνία: όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί και επαναλαμβάνονται και το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος της αφήγησης.

Η νέα και ο νεότερος κάνουν συντροφιά, παρακολουθούν αργεντινά και μεξικανικά μελοδράματα, μοιράζονται λαθραίες βόλτες. Θα ανέμενε κανείς την περιγραφή μιας μαθητείας αλλά εδώ είναι ο Μάριο που διεκδικεί με θάρρος την παράδοση της Χούλια. Άλλωστε είναι εκείνος που βλέπει την ζωή ως ένα πεδίο με απεριόριστες δυνατότητες ακόμα κι αν δεν καταφέρει προς το παρόν να γράφει όπως ο Μπόρχες. Της είπα όλη μου τη ζωή. Όχι την περασμένη, αλλά αυτή που θα είχα στο μέλλον [σ. 110]

panampnt

Ο έρωτας με μια μεγαλύτερη γυναίκα έχει στοιχειώσει την εμπειρία του έρωτα αλλά και την γραφή του συγγραφέα: η ιστορία του εδώ είναι αυτοβιογραφική ενώ το ίδιο θέμα έχει ήδη τιμηθεί στο Μητριάς εγκώμιο όσο και στα Τετράδια του δον Ριγοβέρτο. Ο Λιόσα δεν κρύβει το αυτοβιογραφικό στοιχείο του βιβλίου, καθώς εξομολογείται ότι εκτός από την περιπέτεια του πρώτου του γάμου, εμπνεύστηκε από την δεδηλωμένη του αδυναμία για το μελόδραμα αλλά και από την γνωριμία του με κάποιον συγγραφέα που σπαταλήθηκε ακριβώς στην συγγραφή τέτοιων ιστοριών. Όλα αυτά μαζί αναμείχθηκαν επιβεβαιώνοντας ότι το μυθιστόρημα ως είδος δεν γεννήθηκε για να πει αλήθειες· οι αλήθειες, περνώντας στη μυθοπλασία, μεταμορφώνονται πάντα σε ψέματα (δηλαδή σε αμφίβολες και αναπόδεικτες αλήθειες).

Από την αρχή η φιλοτέχνηση του Καμάτσο κλέβει την παράσταση· αυτή η ιδιόρρυθμη φιγούρα που γράφει, σκηνοθετεί και παίζει σε όλα τα ραδιοφωνικά του σίριαλ μοιάζει με καρικατούρα, έτσι όπως εργάζεται με τα εξωφρενικά του ρούχα στο μικροσκοπικό δωματιάκι που έχει επιλέξει για να εγκατασταθεί με την γραφομηχανή του, ώστε να αισθάνεται πως εργάζεται στο πεζοδρόμιο. Όμως, δημιουργία κι αυτός ενός άλλου συγγραφέα, δεν αφήνεται στο απόγειο της δόξας του· του επιφυλάσσεται. αντίθετα, η αναπόφευκτη πτωτική διαδρομή: εξάντληση, υπερβολική εμπλοκή με τον ψεύτικο κόσμο των ιστοριών του, διανοητική σύγχυση, εγκλεισμός, επιστροφή στο μηδέν. Το ζευγάρι, βέβαια, παρά τις αναμενόμενες οικογενειακές και κοινωνικές αντιδράσεις, διασχίζει όλα τα στάδια της ερωτικής ζωής μέχρι και τον γάμο – άρα ο Λιόσα έχει όλες τις ευκαιρίες να προσθέσει δεκάδες εκδοχές μιας προδιαγεγραμμένης πορείας.

radiopanamericana_marquez_1985_arkivperu1

Εκείνο που μένει μετά την ανάγνωση είναι η αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής, που στην λατινοαμερικανική εκδοχή της είναι διπλά γοητευτική. Από την μια παρουσιάζεται μια ολόκληρη πινακοθήκη προσώπων, από τα μέλη της οικογένειας μέχρι το προσωπικό του σταθμού, από την άλλη η πολύχρωμη τοιχογραφία ενός κόσμου: από την βιομηχανία των ραδιοφωνικών σειρών, όπου οι σειρές πωλούνται με το …κιλό (ασφαλέστερος τρόπος από τον αριθμό σελίδων), μέχρι την καθημερινή ζωή της μεταπολεμικής περουβιανής αστικής κοινωνίας και από την λατρεία κόσμου για τις ακουστικές ρομαντικές ιστορίες μέχρι τα πραγματικά ρομάντζα των δρόμων. Και το μεγάλο ατού του δικού μας γραφιά είναι η ατμόσφαιρα, όπου εκτός από την διάχυτη μουσική νομίζεις πως ακούς την μουσικότητα της γλώσσας, αλλά και σχεδόν μυρίζεις τον αέρα μιας άλλης, ανεπίστροφης εποχής.

my-old-radio

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 410 σελ. [Mario Vargas Llosa, La tía Julia y el escribidor, 1977]