Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 150. Κώστας Δεσποινιάδης / Εκδόσεις Πανοπτικόν

ΠεΚ.Δ1ρί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι οι «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» (2010) που πρόσφατα κυκλοφόρησε και σε γαλλική μετάφραση της Christine Frat, οπότε έχει δύο θύρες εισόδου. Θα σας συνοδέψω ως εκεί (ας πούμε ότι είναι μια συλλογή με μικρά πεζά ή πεζοποιήματα;), αλλά όποιος θέλει ας εισέλθει μόνος του, κι άμα του αρέσει ας καθίσει.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση –εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

b193060Τα άλλα δύο μου βιβλία είναι το: «Φραντς Κάφκα. Ο ανατόμος της εξουσίας», μια συλλογή δοκιμίων που αναδεικνύουν την αποσιωπημένη αναρχική-αντιεξουσιαστική πλευρά στο έργο και τη ζωή του Κάφκα, και το «Πόλεμος και ασφάλεια» μια συλλογή δοκιμιακών παρεμβάσεων στα «χρόνια της αντιτρομοκρατικής υστερίας».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες, νομίζω, μας παγιδεύουν αυτές. Γράφω συνήθως στο χέρι, αν αυτό ρωτάτε. Κατά τα άλλα, έχω γράψει κάποτε το εξής δίστιχο: «Όταν με ζώνει η μοναξιά γράφω / Ας γινόταν να μην είχα γράψει ούτε αράδα στη ζωή μου».

b163323Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, ούτε τελετουργία ούτε διαδικασία ούτε μουσική. Είμαι και ολιγογράφος. Θέλω να πω, δεν γράφω κάθε μέρα, ούτως ή άλλως.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Λογοτεχνικά κείμενα, ναι. Κι έχω κρατήσει πολλές σημειώσεις, για κείμενα που ολοκληρώθηκαν μετά. Αλλά τα δοκιμιακά γραπτά χρειάζονται, αναγκαστικά, «επιμελητεία» που δεν προσφέρεται εκτός γραφείου.

b138640Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Του Ντοστογιέφκσι. Μου βασανίζει το μυαλό χρόνια τώρα, αλλά όλο νιώθω ότι ξεπερνά τις δυνάμεις μου.

Έχετε γράψει ποίηση, πεζογραφία και δοκίμιο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσά τους ή βλέπετε κάποιο να επικρατεί των άλλων;

Μέχρι τώρα, πράγματι, μου προκύπτουν δύο συγγραφικές ανάγκες και ροπές, μία δοκιμιακή και μία λογοτεχνική. Μάλλον έτσι θα συνεχίσει να συμβαίνει.

b126292Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάκατα λογοτέχνες και στοχαστές, ξένοι και έλληνες, όπως μου έρχονται με κίνδυνο να παραλείψω κάποιους: Ντοστογιέφκσι, Κάφκα, Νίτσε, Τολστόι, Ουγκώ, Καμύ, Τόμας Μαν, Ε.Μ. Σιοράν, Μπέρχαρντ, Σελίν, Μέλβιλ, Γκόγκολ, Μούζιλ, Μπαλζάκ, Τράβεν διάφοροι κλασικοί του αναρχισμού, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Φουκώ, Καστοριάδης, Αντόρνο, οι Καταστασιακοί στις καλές τους στιγμές, Αγκάμπεν, Καρυωτάκης, Καβάφης, Παπαδιαμάντης, Σαχτούρης, Καρούζος, Άρης Αλεξάνδρου, Βύρωνας Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ρένος Αποστολίδης, Ε.Χ. Γονατάς, Ρόμβος, Φ. Τερζάκης κ.ά.

b188517Αναφέρω κυρίως αυτούς που σε κάποιο βαθμό με διαμόρφωσαν, λόγω της χρονικής συγκυρίας που τους διάβασα. Ατυχώς μερικούς σημαντικούς συγγραφείς τους διάβασα αργά• και ασφαλώς δεν φτάνουν ούτε 10 ζωές για να διαβάσει κανείς τα άξια που γράφτηκαν…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πολλά βιβλία των παραπάνω συγγραφέων (αλλά και άλλων, που δεν ανέφερα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Αρκετά είναι, αλλά αν πρέπει να πω μόνο ένα θα έλεγα τον «Παίκτη του σκακιού» του Ουναμούνο (παρότι είναι μάλλον νουβέλα κι όχι διήγημα). Το έχω διαβάσει πολλές φορές στη ζωή μου, αλλά μία ανάγνωσή του δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

b186827Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνολικά όχι, ωστόσο έχει τύχει να διαβάσω ελπιδοφόρα πράγματα. Είναι λίγα αλλά υπάρχουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Διάφοροι Ντοστογιεφσκικοί. Πολύ φοβάμαι ότι έχουν καθορίσει σε κάποιον βαθμό, χωρίς να το καταλάβω, και κομμάτια του χαρακτήρα μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οι «Σημειώσεις» του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλb167677ου και της υπόλοιπης «παρέας του Χαλανδρίου». Αν το «Πανοπτικόν» είχε γονείς, οι «Σημειώσεις» θα ήτανε.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, και λόγω της δουλειάς μου. Προτιμώ αυτές που δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικών και εκδοτικών συνδιαλλαγών, αλλά πραγματικές κριτικές. Σπανίζουν. (Ειδικά στις κριτικές, έχω την αίσθηση ότι οι διαδικτυακές είναι περισσότερο αδέσμευτες και ακαθοδήγητες, κι ας τους λείπει καμιά φορά το κύρος των έντυπων)

b173969Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μιας και είμαι μάλλον ανίκανος να οδηγήσω, μετακινούμε συχνά με τρένα και διαβάζω σχεδόν πάντα στη διαδρομή. Θυμάμαι όταν διάβαζα το συγκλονιστικό «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι, πηγαίνοντας από τη Θεσσαλονίκη προς την Κοζάνη. Το στομάχι μου κόμπος καθόλη τη διαδρομή, και για μέρες μετά.

Περί μετάφρασης
Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

b152872Αν έχει επιλέξει ο μεταφραστής τον συγγραφέα απαλλαγμένος από βιοποριστικές απαιτήσεις, η σχέση είναι τρόπον τινά ερωτική. Αν του έχει ανατεθεί η μετάφραση και την κάνει για λόγους βιοποριστικούς, είναι μια απαιτητική, κακοπληρωμένη δουλειά που απλώς προσπαθείς να την κάνεις σωστά και ευσυνείδητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τελετουργία όχι. Ούτε μουσική. Τα πράγματα είναι απλά όσον αφορά τη «διαδικασία»: Το κεφάλι κάτω, τα λεξικά στο πλάι, και ατελείωτη δουλειά, σαν τα βόδια που οργώνουν το χωράφι αγόγγυστα.

b130738Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί, αλλά άλλοι έχουν μεταφραστεί ήδη, άλλοι έγραψαν σε γλώσσες που δεν γνωρίζω…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι, με μια έννοια, καλώς τίθεται στο περιθώριο. Η δουλειά του δεν συνίσταται στο να φανεί αυτός, αλλά να υπηρετήσει το κείμενο που έχει μπροστά του. Αν μάλιστα προσπαθήσει ματαιόδοξα να κάνει επίδειξη του εαυτού του, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα την πληρώσει ο συγγραφέας.

b120305Από την άλλη, σαφώς πρέπει να βελτιωθούν οι όροι δουλειάς και αμοιβής των μεταφραστών, που είναι τραγικοί. Και σαφώς η κριτική πρέπει να επιβραβεύει και να αναδεικνύει τις καλές μεταφράσεις.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχοντας βρεθεί, επαγγελματικά, και στις δύο θέσεις, μπορώ να πω ότι ένας καλός επιμελητής μπορεί να αποδειχτεί ευεργετικός για τον συγγραφέα και τον μεταφραστή, ενώ ένας ανεπαρκής και συμπλεγματικός μπορεί να αποδειχτεί καταστροφικός. Τα προβλήματα, συνήθως, προκύπτουν από τη σύγκρουση εγωισμών. Η ιδανική μορφή της συνεργασίας θα ήταν αλληλοσεβασμός και αναλυτική συζήτηση για όποιο θέμα προκύψει (αυτό το τελευταίο μερικές φορές δεν το επιτρέπουν οι ρυθμοί της δουλειάς και η βιασύνη των εκδοτών).

ΚατEXOFYLO.qxdά τα άλλα, οι επιμελητές και οι διορθωτές, ένεκα της κρίσης, απειλούνται όχι μόνο με αφάνεια αλλά και με αφανισμό.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Επειδή μεταφράζω σχεδόν αποκλειστικά δοκιμιακά βιβλία, δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Περί αδιακρισίας
Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι τραγικά αυτοδίδακτος σε όλα. Το εννοώ• δεν έχω σπουδάσει τίποτα απολύτως. Μ’ αρέσει η άγρια φύση κι ο καθαρός αέρας και όχι η αποπνικτική ατμόσφαιρα των θερμοκηπίων.

b108674Πώς βιοπορίζεστε;

Ως εκδότης, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την συγγραφική και την μεταφραστική ιδιότητα θα τις αντάλλασσα μάλλον εύκολα• Την αναγνωστική όχι• αλλά όποιος έχει διαβάσει το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι», δεν ξέρω αν θα αποδεχόταν ούτως ή άλλως μια προσφορά σαν τη δική σας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

b114292Θα ήθελα να με ρωτήσετε «Της γυναίκας η καρδιά;» και να σας απαντήσω, κοινότοπα: «είναι μια άβυσσος». Αλλά εμένα αμετανόητα με γοητεύουν τα αβυσσαλέα πράγματα.

 Περί εκδόσεων

Εκδόσεις Πανοπτικόν. Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου [ή της δικής σας συμμετοχής σε αυτόν];

Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου.

b191485Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε.

Είχατε κάποιο προσωπικό σχέδιο ή επιθυμία; Πώς αποφασίσατε να γίνετε εκδότης;

b114291Εκεί γύρω στα 20 μου αποφάσισα ότι το μόνο που θέλω να κάνω σε τούτη τη σύντομη ζωή είναι να γίνω εκδότης -να ζω από τα βιβλία, μέσα στα βιβλία, για τα βιβλία- και έγινα στα 23 μου (κυριολεκτικά δίχως δραχμή στην τσέπη).

Πως επιλέξατε ή καταλήξατε στο όνομα;

Διαβάζοντας το βιβλίο του Μισέλ Φουκώ, «Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής» όπου γίνεται εκτενής αναφορά στο «Πανοπτικόν» του Μπένθαμ.

Πώς επιλέγονται οι τίτλοι σας; Σας παραδίδονται χειρόγραφα αυτοπροσώπως ή ταχυδρομικώς, σας προτείνονται συγκεκριμένοι συγγραφείς, έχετε αναγνώστες χειρογράφων;

b120947Συνήθως τους διαλέγω εγώ, μερικές φορές είναι προτάσεις στενών φίλων και συνεργατών. Αναγνώστες χειρογράφων δεν υπάρχουν. Ούτε άλλοι απασχολούμενοι σε αυτόν. Τα κάνω όλα μόνος μου. Σελιδοποιώ, διορθώνω, επιμελούμαι, επιλέγω τα εξώφυλλα, διαβάζω τα χειρόγραφα που καταφτάνουν, κάνω τον αποθηκάριο, τον λογιστή, εκτελώ τις παραγγελίες. Είπαμε: μονοπρόσωπος οίκος εντατικής εργασίας.

Ποια είναι τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ένας εκδοτικός οίκος; Πώς κρίνετε την σύγχρονη εκδοτική κατάσταση; Σε ποιο βαθμό επηρεάζουν οι τρέχουσες συνθήκες την παραγωγή και την αγορά των βιβλίων σας;

b114295Στο οικονομικό πεδίο, «φέσια» και καθυστερημένες πληρωμές από χοντρεμπόρους και βιβλιοπώλες (το φαινόμενο υπήρχε και πριν την κρίση, τώρα έχει επιδεινωθεί) καθώς και η ληστρική (νταβατζίδικη ίσως είναι σωστότερη λέξη) αντιμετώπιση από το κράτος και την εφορία. Επιπλέον, σε μια χώρα που ούτως ή άλλως οι άνθρωποι δεν διαβάζουν πολύ, αν προσθέσουμε το 30% ανεργία και άλλους τόσους που φυτοζωούν με πενιχρούς μισθούς, καταλαβαίνουμε ότι ακόμα κι αυτοί που θα’ θελαν να παίρνουν βιβλία, δυσκολεύονται πολύ.

Κατά τα άλλα, όσο πιο μικρός σε μέγεθος είναι ένας εκδότης, τόσο δυσκολότερο είναι να διακινήσει τα βιβλία του και ακόμα δυσκολότερο να τα προβάλλει όπως πρέπει.

b153467Διατηρείτε προσωπική σχέση με τους έλληνες συγγραφείς σας;

Το μεγαλύτερο ίσως όφελος από την μέχρι τώρα εκδοτική διαδρομή μου είναι 4-5 πολύτιμες φιλίες, με ανθρώπους που δεν τους ήξερα και γίναμε φίλοι κατά τη διάρκεια της εκδοτικής μας συνεργασίας. Στενή σχέση με όλους τους συγγραφείς είναι αδύνατον να έχει ένας εκδότης, συν τοις άλλοις και για λόγους χρόνου.

Ποια βιβλία περιλαμβάνονται στα άμεσα εκδοτικά σας πλάνα;

Η ολοκλήρωση των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μεταφραστικό έργο ζωής και πραγματικός άθλος για τον ίδιο, καμάρι για εμένα να φιλοξενώ αυτή την σειρά στο Πανοπτικόν. Έχουμε εκδώσει 13 από τους 16 τόμους και έπεται συνέχεια.

pan18Περιοδικό Πανοπτικόν. Περί τίνος πρόκειται;

Το Πανοπτικόν είναι ένα περιοδικό πολιτικής φιλοσοφίας και κριτικής. Όπως είπα και άλλοτε, στοχαστές ή ρεύματα σκέψης με τα οποία συνομιλεί είναι όλες οι τάσεις της αναρχικής και ελευθεριακής παράδοσης, αλλά και πιο πρόσφατοι στοχαστές που άσκησαν κατεδαφιστική κριτική σε όψεις της σύγχρονης κυριαρχίας. Όλοι οι στοχαστές που έχουν φιλοξενηθεί στις σελίδες του, βέβαια, δεν συμφωνούν μεταξύ τους, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι να συντάξω ένα νέο ευαγγέλιο (πολιτικής) σκέψης που θα προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα. Με ενδιαφέρει ένας ουσιαστικός διάλογος διαφόρων τάσεων σκέψης, που όλες όμως έχουν μία κοινή συνισταμένη: την ανυποχώρητη κριτική του υπάρχοντος, γιατί θεωρώ πως μόνον όποια σκέψη πάει «κόντρα στην εποχή της», έχει λόγο ύπαρξης. Ταυτόχρονα -δεδομένου ότι η ύλη του περιοδικού είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε μεταφρασμένα και πρωτότυπα κείμενα-, με ενδιαφέρουν πάρα πολύ και οι αντίστοιχες (τηρουμένων των αναλογιών) απόπειρες πραγματικά ριζοσπαστικής και ανεξάρτητης σκέψης που εκδηλώνονται από σύγχρονους έλληνες στοχαστές.

Πρώτη δημοσίευση: στο Λιστολόγιο του mic.gr.

Αλεξάνδρα Ρασιδάκη – Περί μελαγχολίας. Στη θεωρία, τη λογοτεχνία, την τέχνη

Είναι περLayout 1ιττό να αναφέρουμε το ερεθιστικότατο της πολυπρισματικής ερεύνησης ενός θέματος που αποτελεί ταυτόχρονα απολύτως σύγχρονο πρόβλημα της νεωτερικής μας κατάστασης (όπου η περιρρέουσα θλίψη και κατάθλιψη εμφανίζεται διάχυτη και δικαιολογημένη όσο ποτέ) και την ίδια στιγμή βαθύ διαχρονικό δεδομένο της ανθρώπινης κατάστασης. Όταν δε κατά την πραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος ακολουθείται η τριμερής κατόπτευση των τομέων εκείνων που έχουν αιχμαλωτίσει τις πνευματικές μας ηδονές: την λογοτεχνική, την θεωρητική – δοκιμιακή και την καλλιτεχνική, τότε τα πολλαπλά δωρήματα του έργου είναι εμφανή.

Η αρχική προσέγγιση στο θέμα αφορά τρεις θεματικούς άξονες: την ιδιαιτερότητα και ατομικότητα του μελαγχολικού που βιώνει με τον τρόπο αυτό την αυτοσυνείδησή του και την σχέση του με τον κόσμο, την διαφορετική οπτική γωνία που οδηγεί σε κριτική διάθεση απέναντι στην τάξη των πραγμάτων και την σχέση της μελαγχολίας με την δημιουργικότητα, έναν συσχετισμό που αποτελεί κοινό τόπο που διαπερνά την ιστορία της δυτικής σκέψης. Η μελέτη χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο αφιερώνεται στον περί μελαγχολίας λόγο και διατρέχει ορισμένες προσεγγίσεις της μελαγχολίας από την κλασική αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα μέχρι την Αναγέννηση και το Μπαρόκ. Ιδιαίτερα κεφάλαια εδώ αφιερώνονται στην Ανατομία της μελαγχολίας του Richard Burton και στο Πένθος και μελαγχολία του Sigmund Freud.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται στην ποιητική της μel-otono-del-patriarca_ελαγχολίας και αφορά τον ευρωπαϊκό λογοτεχνικό λόγο της. Η μελαγχολία της εξουσίας ανιχνεύει την παραδοσιακή συσχέτιση μελαγχολίας και εξουσίας μέσα από την ανάλυση των μυθιστορημάτων Το φθινόπωρο του Πατριάρχη του Gabriel Garcia Marquez και Ο λαβύρινθος του Πάνου Καρνέζη. Το κείμενο του Marquez, ειδικότερα, εντάσσεται στο ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος του «μυθιστορήματος του δικτάτορα» και σε μια ιδιαίτερη πλευρά του, εκείνη που παρουσιάζει την παθολογία της εξουσίας και την παρακμή του ηγέτη μέσα από το ψυχολογικό του πορτρέτο. Ακριβώς αυτή η έκθεση της ευάλωτης και θνητής πλευράς του λειτουργεί υπονομευτικά και συμβάλλει στην απομυθοποίησή του: η μορφή του δικτάτορα γίνεται προσιτή, μπορεί να αμφισβητηθεί και να καταδικαστεί. Επιπλέον, η υποτιθέμενη μυθική του διάσταση παρουσιάζεται ως προϊόν συνειδητής κατασκευής και η λεπτομερής περιγραφή της φθαρτής του υπόστασης διαβρώνει τον μύθο του. Εδώ η μελαγχολία λειτουργεί ως καταλυτική δύναμη που καταβάλλει δραματικά το εγώ του ηγέτη. Η μελαγχολική διάσταση της μορφής συναρτάται με την απο – γοήτευση: η συνειδητοποίηση της αντίθεσης μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής του εικόνας παρουσιάζεται ως στιγμή διαύγειας και ταυτόχρονα απόλυτης απογοήτευσης καθώς και ο ίδιος είχε πιστέψει στον μύθο του.

Η βεβαιότητα τrobert-burton-largeου θανάτου και η συνεπακόλουθη συνειδητοποίηση της ματαιότητας των πάντων αποτελούν, όπως και στο Μπαρόκ, πηγή αλλά και αντικείμενο της μελαγχολικής σκέψης, συνεπώς η ποιητική της ματαιότητας μπορεί να ερμηνευτεί ως έκφραση της σχετικής μελαγχολικής κοσμοαντίληψης. Στο κεφάλαιο Παραλλαγές στο θέμα της ματαιότητες η ερευνήτρια εξετάζει υπό αυτό το πρίσμα τον κύκλο των Ποιημάτων του Gottfried Benn Morgue [1912] και τη νουβέλα της Anna Seghers Η εκδρομή των νεκρών κοριτσιών [1943]. Πρόκειται για κείμενα που σκηνοθετούν τον θάνατο όχι ως το δραματικό τέλος της ζωής αλλά ως μέρος της καθημερινότητας· μιας καθημερινότητας κατά τη οποία η μελλοντική απουσία του ανθρώπου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής.

Σε ετούτη την «αναπαράσταση της απουσίας» κυριαρχούν μεταξύ άλλων έντονη εικονικότητα, οι άκρως ρεαλιστικές περιγραφές εικόνων θανάτου και αποσύνθεσης, η εμμονή στην ύλη. Αν στην τέχνη του Μπαρόκ η αρχή της ματαιότητας παρουσιάζεται ως σκηνοθεσία της απουσίας με τρεις τρόπους: με αναπλήρωση της παρουσίας και υπογράμμιση της απουσίας, με προβολή στο μέλλον (η τωρινή παρουσία λειτουργεί ως ένδειξη της μελλοντικής απουσίας), με προβολή στο παρελθόν (το παρόν παρουσιάζεται «εμποτισμένο| από το παρελθόν, γεμάτο ίχνη της αλλοτινής παρουσίας.

Στο βιβλίο της Seghers, ειδικότερα, η αSeghersπουσία βιώνεται ως απώλεια, με ανάλογους με το Μπαρόκ όρους παρουσίας / απουσίας. Η διαδικασία της ανάμνησης αποτελεί το έναυσμα της γραφής και λειτουργεί θεραπευτικά, καθώς αποτελεί τμήμα της διεργασίας πένθους. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλώς για ταξίδι στο παρελθόν, καθώς η αφηγήτρια διατηρεί τη συνείδηση του παρόντος και τη γνώση όλων όσα θα συμβούν. Η αφήγησή της συντελείται από διπλή οπτική γωνία: του παρόντος της σχολικής εκδρομής και του παρόντος της ενήλικης παρατήρησης αλλά και της επίγνωσης των τραγικών γεγονότων. Η τεχνική της προβολής της μελλοντικής απουσίας έχει πιο δραστικό αποτέλεσμα από μια γραμμική αφήγηση, καθώς λειτουργεί από – γοητευτικά για τον αναγνώστη, υπονομεύοντας μια σκηνής εξ ορισμού θετική, αν όχι ειδυλλιακή (άνοιξη, σχολική εκδρομή). Η ερευνήτρια όμως μας υποδεικνύει μια σημαντική διαφοροποίηση: ο θάνατος παρουσιάζεται ως τραυματική εμπειρία ορισμένων γενεών και ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών και ιδεολογικών συνθηκών. Διόλου τυχαία οι επιζήσαντες δάσκαλοι θα έχουν ένα άλλου είδος ζοφερό μέλλον, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι το κείμενο πέρα από προσωπική διεργασία πένθους καθίσταται και πολιτική καταγγελία.

Το βλέμμα του μελαγχολικού μπορεί να είναι κριτικό, θυμίζοντας τις «μικροπαρατηρήσεις» που κάνει ο Richard Burton στην Ανατομία του. Ο επικριτικός αυτός ρόλος του μελαγχολικού πραγματώνεται σε δυο γερμανικά έργα που προέρχονται από δυο κομβικές ιστορικές συγκυρίες· πρόκειται για τα βιβλία Οι απόψεις ενός κλόουν του Heinrich Böll [1963] και Τα αχλάδια του Ρίμπεκ του Friedrich Christian Delius [1991]. Σε αμφότερα η μειονεκτική θέση στο περιθώριο της κοινωνίας δίνει τη δυνατότητα στο αφηγητή να εκφέρει έναν λόγο απομυθοποιητικό, που στέκεται απέναντι στην γενικότερη αισιοδοξία και ευφορία. Το κριτικό βλέμμα του μελαγχολικού λοιπόν αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κεφαλαίου.

e_Boell_Ansichten_eines_Clowns_Στο κείμενο το Böll o Χανς αισθάνεται ξένος μέσα στον κόσμο που το περιβάλλει, καθώς έχει από νωρίς απορρίψει το αστικό ιδανικό του οικογενειακού μικρόκοσμου. Η παρουσίαση του ως ξένου στο ίδιο του το σπίτι δεν είναι παρά η προβολή μιας γενικότερης αποξένωσης στον ιδιωτικό χώρο. Η μελαγχολία του εμφανίζεται ως προϋπόθεση της κριτικής του στάσης: ο Χανς διακρίνει και καταγγέλλει τις πάσχουσες πλευρές του κόσμου. Είναι γνωστή η θυελλώδης διαμάχη που προκάλεσε το βιβλίο, καθώς ξεγύμνωνε την εικόνα που είχε η Δυτική Γερμανία για τον εαυτό της σε μια εποχή που πάσχιζε να τονίσει την ασυνέχεια ανάμεσα στο βρώμικο ναζιστικό παρελθόν και στο παρόν, και πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η γερμανική ιδέα της «νέας αρχής». Σε εκείνη ακριβώς την προσπάθεια αποσιώπησης και ωραιοποίησης ο κλόουν αντιτείνει την εμμονή του στην ενθύμηση. Βαθύτατα πολιτικό και αυτό το κείμενο, εντάσσεται στη γενικότερη προβληματική του συγγραφέα γύρω από το θέμα το στρατευμένου διανοούμενου – καλλιτέχνη.

Ο κεντρικός χαρακτήρας στην νουβέλα του Delius διατηρεί σκεπτική στάση τόσο απέναντι στο παρελθόν – την πρώην Ανατολική Γερμανία – όσο και στα γεγονότα του «ευδαιμονικού» παρόντος – την εορταζόμενη ενοποίηση. Η αφήγησή του λειτουργεί αποκαλυπτικά και απο – γοητευτικά, στρέφοντας την προσοχή του αναγνώστη στις σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης που καθόρισαν ολόκληρο το παρελθόν του [τοπικός άρχοντας – ναζί – ΛΔΓ] αναδεικνύοντας ακόμα την λεπτή διαχωριστική γρα51TnjXH7FjLμμή μεταξύ «απελευθερωτών» και «κατακτητών». Φλύαρος και σκωπτικός, αρνείται την αφελή αισιοδοξία του περίγυρου και αναζητά ως το τέλος προσωπική ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Ψυχικές ασθένειες, σχολιασμένες αποτελούν το αντικείμενο του τελευταίου κεφαλαίου. Εδώ το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας ως χρονικό μελαγχολίας εξετάζεται σε συνάρτηση με τον γερμανικό ρομαντισμό ως διακειμενική αναφορά και με το θεωρητικό σχήμα του Freud περί μελαγχολίας. Είναι εμφανές πως Περί μελαγχολίας Λόγος δια χειρός της πανεπιστημιακού και μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ρασιδάκη δεν φωτίζει μόνο αθέατες και ημιθέατες πλευρές ενός θέματος ιδιαίτερα λεπτού και αβαθούς όπως είναι η μελαγχολία αλλά και τροφοδοτεί με νέα ερεθίσματα για διαφορετική οπτική όχι μόνο παρελθοντικών μορφών της αλλά και των απολύτως σύγχρονων εκφάνσεών της. Ο τόμος διανθίζεται από φωτογραφίες έργων τέχνης, μεταξύ των οποίων και ένα ένθετο έγχρωμο γυαλιστερό οχτασέλιδο με δεκατρία εικαστικά έργα, και περιλαμβάνει βιβλιογραφία και ευρετήριο προσώπων.

Εκδ. Κίχλη, 2013, σελ. 291.