Witold Gombrowicz – Κόσμος

Οι α1ναρίθμητες εκδοχές των πάντων

Στο Κόσμος αφηγούμαι την απλή ιστορία ενός νεαρού φοιτητή. Ο φοιτητής αυτός πηγαίνει για να περάσει τις διακοπές του σε μια πανσιόν όπου συναντά δυο γυναίκες, η μία έχει ένα φρικαλέο στόμα, κατεστραμμένο σε αυτοκινητικό δυστύχημα, ενώ η άλλη έχει ένα στόμα πανέμορφο. Τα δυο στόματα συνδέονται μες στο μυαλό του και του γίνονται εμμονή. Απ’ την άλλη, έχει δει ένα σπουργίτι να κρέμεται από ένα σύρμα και ένα κλαράκι να κρέμεται από μια κλωστή…Κι όλα τούτα, θες από πλήξη, θες από περιέργεια, άντε λίγο κι από έρωτα, από βίαιο πάθος, αρχίζουν να τον σέρνουν απ’ τη μύτη προς έναν ορισμένο τρόπο δράσης…στο οποίο και αφήνεται, όχι πάντως δίχως σκεπτικισμό. Το Κόσμος είναι μια συνηθισμένη εισαγωγή σε έναν ασυνήθιστο κόσμο…

…εξομολογούνταν ο συγγραφέ2ας στην Διαθήκη του [Διαθήκη: Συνομιλίες με τον Dominique de Roux], προθυμοποιούμενος να μας προσκαλέσει στον μυθοπλαστικό του Κόσμο, έναν κόσμο πράγματι ασυνήθιστο, όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, ή μάλλον, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι αυτό που φαίνεται και όπου καμία βεβαιότητα δεν είναι τόσο εύθραυστη όσο εδώ. Όταν λοιπόν ο νεαρός Βίτολντ μαζί με τον φίλο του Φουξ αποφασίζουν να πάρουν μια ανάσα από τις καθημερινές πιέσεις (της οικογένειάς του ο πρώτος, της εργοδοσίας του ο δεύτερος) και καταλήγουν σ’ ένα φτηνό δωμάτιο μιας εξοχικής πανσιόν δεν αντιλαμβάνονται την είσοδό τους σ’ έναν Κόσμο αμέτρητων πιθανοτήτων, εκδοχών, παρανοήσεων, ερωτημάτων, ψεμάτων. Θα τελούν διαρκώς σε απορία, στο κυνήγι μιας σημασίας ή ενός νοήματος, «γελοίοι εξερευνητές μιας απούσας αλήθειας».

Η φιλοξενία της οικογένειας της πανσιόν, οι σκοτεινές σχέσεις μεταξύ των μελών, ο υποκρυπτόμενος ή απροκάλυπτος ερωτισμός, οι παρατηρήσεις και παρακολουθήσεις αλλήλων, οι αδιόρατοι φόβοι και οι απροσδιόριστες απειλές, η αίσθηση του ξένου και του παρείσακτου μέσα σ’ ένα εχθρικό χώρο, ο έρωτας ως πρόφαση, ως παιχνίδι και ως ερεύνηση ορίων, η παρέκκλιση και η δια-στροφή αποτελούν κομμάτια ενός Κόσμου όπου τα πάντα φέρουν το βάρος άπειρων σημασιών

3Μέσα από ένα υποδειγματικό επίμετρο, από μόνο του ένα πλήρες δοκιμιακό αλλά και μορφικά εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο, ο μεταφραστής μας φωτίζει ορισμένες πλευρές του συγγραφικού κόσμου. Για τον Γκομπρόβιτς το εγώ είναι απρόσιτο, αδιαπέραστο και αύταρκες· δεν γίνεται να γνωρίσεις τον εαυτό σου, παρά μόνο να πλάσεις ιδέες γι’ αυτόν. Αυτή η αδυναμία προσβασιμότητας ωθεί τον άνθρωπο στην υιοθέτηση μιας σειράς προσωπείων, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε έναν «αιώνιο ηθοποιό» αλλά και ταυτόχρονα δημιουργό Μορφής και υποκείμενο στη Μορφή, θύμα του φαύλου κύκλου της. Έτσι καταλαβαίνει τι δεν είναι και υποφέρει από την παραμόρφωση αυτών των μορφών. Κατά την διατύπωση του συγγραφέα ο καθένας παραμορφώνει τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα παραμορφώνεται απ’ αυτούς. Κι ακόμα περισσότερο: ο κάθε άλλος ωθεί τον κάθε άλλο να προσαρμοστεί στη δική του σχηματομορφή με αποτέλεσμα οι ανθρώπινες σχέσεις να μεταβάλλονται σε πεδίο σύγκρουσης.

Η Μορφή δίνει στον καθένα αποδοχή από τους άλλους αλλά τον οδηγεί στην απώλεια της ιδιαιτερότητάς του. Μια μάσκα αποτελεί και ο λόγος· πρόκειται για μάσκα κοινοτοπίας, διπροσωπίας, εξαπάτησης. Συχνά α – νόητος, ο λόγος χρησιμοποιείται από τα πρόσωπα μόνο για να καλύψουν το κενό. Το μοτίβο των ομιλούντω13ν στομάτων μοιάζει προδρομικό του Μπεκετικού έργου Όχι εγώ [1972]. Όταν τα στόματα εκφέρουν μόνο κοινοτοπίες και ψεύδη και ο καθένας γίνεται άλλοι, ποιες δυνατότητες απομένουν να δει κανείς τον άλλον χωρίς προσωπείο;  Μήπως η ηδονοβλεψία, μήπως η κατασκόπευση;

… και μολονότι όλοι κατέβαλλαν προσπάθεια να δείχνουν φυσικοί, ένιωθες να υφέρπει μέσα στη φυσικότητά τους κάτι το θεατρικό. Όχι πως υποπτεύονταν ο ένας τον άλλον, όχι, προς Θεού, βρίσκονταν ωστόσο όλοι μέσα σε ένα δίκτυο συγκυριακών ενδείξεων, είχαν ήδη εμπλακεί στην κατασκόπευση, κάτι άυλο και άπιαστο επικρεμόταν πιεστικό, δημιουργώντας στην ατμόσφαιρα ένας είδος χειροπιαστής υλικότητας…όχι, δεν υποπτευόταν κανείς κανένα, κι όμως, ούτε και μπορούσε να εγγυηθεί κανείς πως οι άλλοι δεν τον υποπτεύονταν, και έτσι συμπεριφερόταν ο ένας στον άλλον ευγενικά, φιλικά, για καλό και για κακό…και κάπως σαν λίγο αμήχανο που παρ’ όλες τις προσπάθειές τους δεν μπορούσαν ακριβώς να είναι ο εαυτός τους, ώστε τελικά τούτο, το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, γινόταν τώρα γι’ αυτούς και βεβιασμένο. Για το λόγο αυτό, όλη η συμπεριφορά τους ήταν σαν να είχε υποστεί ένα είδος παραποίησης… [σ. 147]

gombrowicz-YΕξαρχής οραματισμένο ως ένα μυθιστόρημα που θα δημιουργεί σαν από μόνο του τον εαυτό του, κατά την συγγραφή του, ο Κόσμος άρχισε να γράφεται το 1961 στο Μπουένος Άιρες και τελείωσε στην γαλλική Βανς το 1964, άρα σε περιόδους ευφορίας αλλά και ασθένειας, παγκόσμιας αναγνώρισης αλλά και διακοπής της έκδοσης των έργων του στην Πολωνία. Ο Γκομπρόβιτς έφυγε το 1939 από την ολοένα και πιο ολοκληρωτική και ξενοφοβική πατρίδα του για υπερατλαντικό διπλωματικό ταξίδι προς την Αργεντινή, χωρίς να γνωρίζει ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει ποτέ ξανά. Η Πολωνία – που σύντομα θα τεμαχιζόταν μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και σταλινικής Σοβιετικής Ένωσης – θα παρέμενε γι’ αυτόν ένα οριστικό «εκεί».

Η Αργεντινή 7αποτέλεσε τόπο ελευθερίας αλλά και εσωτερικής εξορίας. Παρέμεινε συνειδητά ανένταχτος: εχθρικός απέναντι στους Πολωνούς εμιγκρέδες, ειρωνικός απέναντι στους ποιητές και το διογκωμένο τους υποκείμενο, φίλος αλλά και δηλητηριώδης σχολιαστής των κομμουνιστών, ομοφυλόφιλος, πάμφτωχος (έξι μήνες κοιμόταν στο πάτωμα ενός δωματίου), παράφορα πλήττων στην τραπεζική του εργασία, ανεντυπωσίαστος από τον Μπόρχες. Απόλυτος ως προς την ελευθερία του, επέλεξε παρόλες τις σκληρές συνέπειες να μην ανήκει πουθενά, να είναι διαρκώς εξόριστος και [ε]αυτοεξόριστος.

Είμαι χιουμορίστας, κλόουν, σχοινοβάτης, προβοκάτορας, τα έργα μου κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να ικανοποιήσουν, είμαι τσίρκο, λυρισμός, ποίησης, τρόμος, πάλη, πλάκα και παιχνίδια – τι άλλο θέλετε;

Διαβάζω στο πλήρες χρονολόγιο πως ο συγγραφέας υπήρξε εξαρχής αχόρταγος αναγνώστης με λογοτεχνικά πρότυπα τους Ραμπελαί, Μονταίν, Σαίξπηρ, Ντοστογέφσκι, Τόμας Μαν, Αλφρέντ Ζαρρύ και αργότερα φίλος με δυο συγγραφείς – ζωγράφους, τον Μπρούνο Σουλτς gombrowiczκαι τον Στάνισλαβ Ιγκνάσι Βίτκιεβιτς, με τους οποίους άλλωστε εν αγνοία του θα συναπαρτίσει την ανώτερη πολωνική συγγραφική τριάδα. Η γλώσσα του υπήρξε σύνθετη και ιδιάζουσα, με διαρκή λογοπαίγνια, γλωσσοπλασίες, αμφισημίες και πολυσημίες.

Αυτός ο παράδοξος ύστερος μοντερνιστής, πιθανώς και πρόδρομος του μεταμοντερνισμού, που παρωδεί όλα τα είδη, αναμειγνύει την παρωδία με την φιλοσοφία και εναλλάσσει τις ειρωνικές και γκροτέσκες διηγήσεις με διασκεδαστικό και ελαφρύ υλικό μέσα στα ψευδο – αυτοβιογραφικά του μυθιστορήματα του. Δεν λησμονεί βέβαια να παρωδήσει και τις ίδιες του τις συλλήψεις, καθώς την μία στιγμή που δημιουργεί κάποιο φιλοσοφικό σύστημα και την επόμενη το εμπαίζει και το γκρεμίζει. Εδώ επιλέγει μια τραγελαφική εκδοχή αστυνομικής ιστορίας για να εξευτελίσει κάθε ατομικό τρόπο διαμόρφωσης της πραγματικότητας και της αντικειμενικότητας και κάθε ανθρώπινη επιθυμία για αποκωδικοποίηση και ερμηνεία.

10Συσσώρευση, περιδίνηση και σύγχυση…πάρα πολλά, πάρα πολλά, πάρα πολλά πράγματα, συνώθηση, κίνηση, στοίβαγμα, σύντριψη, πάρα πολύ σπρώξιμο, μα γενικευμένη οχλοβοή, τεράστια μαστόδοντα καταληψίες ενός χώρου που, μέχρι ν’ ανοιγοκλείσεις τα μάτια, θρυμματίζονταν σε χιλιάδες λεπτομέρειες, συνδυασμούς, πέτρινους όγκους, συμπλοκές, μέσα σε ένα άτσαλο χάος, κι έξαφνα όλες εκείνες οι λεπτομέρειες επανασυναρμολογούνταν σχηματίζοντας μία ακαταμάχητη μορφή! Όπως ακριβώς και την άλλη φορά, στους θάμνους, την άλλη πάλι μπροστά στον τοίχο, σε σχέση με το ταβάνι, μα όπως και μπρος στο σωρό των σκουπιδιών, με το κοντάρι, όπως στην καμαρούλα της Κατάσια, κι όπως με τους τοίχους, τα ντουλάπια, τα ράφια, τις κουρτίνες, όπου επίσης συνέβαιναν σχηματοποιήσεις και διαμορφώσεις – αλλά ενώ εκείνα ήταν απλώς ασημαντότητες, τούτο εδώ ήταν μία μαινόμενη θύελλα ύλης. Και εγώ είχα πλέον γίνει τόσο καλός αναγνώστης της νεκρής φύσης, που, παρά τη θέλησή μου εξέταζα, ερευνούσα και μελετούσα, λες και υπήρχε όντως κάτι εδώ προς αποκρυπτογράφηση, και αγωνιζόμουν να αδράξω αενάως νέους συνδυασμούς…[σ. 164 – 165]

14Ο Κόσμος αποτελεί οπωσδήποτε ένα σύνθετο, πολυσύμβολο βιβλίο – αποτελεί άλλωστε το πλέον πειραματικό και προσωπικό μυθιστόρημα του Γκομπρόβιτς. Αλλά την ίδια στιγμή μοιάζει, ακριβώς όπως και ο μύθος του, ακριβώς όπως και η συγγραφική σκέψη, να ανοίγει και χωρίς την πλοκή πολύ-πλοκους και πολύ-πλόκ-αμους διαδρόμους προς τον αναγνώστη. Όλα είναι ανοιχτά, τα πάντα επιτρέπονται!

Εκδ. Νεφέλη, 2012, μετάφραση, χρονολόγιο, βιβλιογραφία και κατάλογος των ελληνικών εκδόσεων του Γκομπρόβιτς: Βασίλης Αμανατίδης, σελ. 361 [Witold Gombrowicz – Kosmos, 1965]

Τα αποσπάσματα από τη Διαθήκη, προέρχονται από το επίμετρο. Πεντάγλωσσος (πολωνικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά, αγγλικά) επίσημος ιστότοπος για τον συγγραφέα εδώ.

Οι άνθρωποι αγοράζουν ένα ημερολόγιο επειδή ένας συγγραφέας είναι διάσημος, ενώ εγώ έγραψα το δικό μου για να γίνω διάσημος. [Διαθήκη]

Δημήτρης Χριστόπουλος – Δημόσιες ιστορίες

Καθccώς ψυχορραγούμε

…όσο άδειο ένιωθε το μέσα του τόσο σκληρό σα σίδερο ένιωθε το κορμί του.

Ο λόγος για To ροτβάιλερ, που αποτελεί και το παρατσούκλι ενός νέου κατάστικτου με τατουάζ, βαφτισμένου έτσι από τον εκπαιδευτή του με σκοπό «να γίνει ένας καινούργιος άνθρωπος». Υπερασπιστής του νόμου και της τάξης ενάντια στις δυνάμεις της αναρχίας, ο αισθανόμενος ως εκλεκτός Σπαρτιάτης νεαρός αποδέχτηκε το βάπτισμα μια «μαύρη νύχτα» στο Πέραμα. Η ιστορική του «γνώση» προσεκτικά διαλεγμένη: ο Γεφυραίος Εφιάλτης, η Νύχτα των Κρυστάλλων, η Πηγάδα του Μελιγαλά, τα κατορθώματα του Άξμαν. Ο έλεγχος πάνω του είναι πλέον ολοκληρωτικός, όσο εμφανής είναι και ο εχθρός: αυτοί που πήραν τις δουλειές, αυτοί που θα μας πάρουν και τα κορίτσια. Το τέλος της ιστορίας δεν μπορεί παρά να είναι και το τέλος ενός αθώου ανθρώπου, συνοπτικά γραμμένου στις έξι σειρές μιας εφημερίδας.

Το τετρασ2έλιδο διήγημα δεν συνοδοιπορεί μόνο με την θλιβερή και σκληρή πραγματικότητα, δεν μοιάζει μόνο να προηγείται αλλά και να υπενθυμίζει πως η λογοτεχνία σιώπησε και ξεπεράστηκε από τις ίδιες τις καταστάσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Τουλάχιστον, όταν οι ειδήσεις κιτρινίσουν και τα κανάλια της ανενημέρωσης σιωπήσουν, όταν οι γείτονες ξανακλειστούν στα σπίτια και οι κουβέντες βιαστικά αλλάξουν θέμα, θα μένουν τα λογοτεχνικά γραπτά να καταθέτουν πως όλα αυτά συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συνεχίσουν να συμβαίνουν.

Karl Holz, Unemployed, c. 1920Στη συμφωνία τρόμου τρεις φίλοι εργάζονται μαζί στο τελευταίο εργοστάσιο αλεύρων που επιβίωσε στον νομό τους. Ζυγιστές και οι τρεις τους, το έχουν καταστήσει επίκεντρο της ζωής τους, είναι το εργοστάσιό τους. Όταν οι πωλήσεις πέφτουν κατακόρυφα λόγω της «καταραμένης παγκοσμιοποίησης» και του ανίκητου ανταγωνισμού με τα φτηνά κινέζικα άλευρα, της  η μείωση του προσωπικού είναι «μονόδρομος». Και οι εργάτες δεν βρίσκονται μόνο μπροστά στην αίσθηση πως το εργοστάσιο δεν τους νοιώθει πια «δικούς» του αλλά και στην υποχρέωση να επιλέξουν οι ίδιοι το κριτήριο της αποχώρησης του ενός.

Οι αριθμοί έχουν μια καθηλωτική ψυχρότητα όταν τους ακούς. Υποκρύπτουν την αδυσώπητη νομοτέλεια του σύμπαντος με την οποία νιώθεις ανήμπορος να αναμετρηθείς.

El Otono de los NumerosΣε μια βαθιά κοινή καθημερινότητα μάς βυθίζει σταδιακά το μεγαλύτερο σε έκταση 501. Πρωτοπρόσωπα εδώ ο αφηγητής μοιράζεται τις σκέψεις του καθώς περιμένει να εμφανιστεί ο δικός του αριθμός στον ηλεκτρονικό πίνακα του ταχυδρομείου. Εβδομήντα πέντε λεπτά ο χρόνος αναμονής, αρκετά για να ξαναζήσει μια ολόκληρη ζωή. Με αφορμή τους παρελαύνοντες αριθμούς αναλογίζεται την τυχαία μεταβλητή της γέννησής του, την χιλιομετρική ένδειξη μιας εθνικής οδού, τα κοινά χρόνια με την χαμένη σύντροφο, τον πεπερασμένο αριθμό των απολαύσεών του, τους εξοφλητέους λογαριασμούς της ζωής του. Όσο λιγοστεύει ο χρόνος, τόσο περισσότερο πλησιάζει η στιγμή μια οριακής απόφασης – ή της αναβολής της.

Τα τελευταία χρόνια οι ένοικοι άρχισαν ν’ αραιώνουν, ενώ περιέργως πλήθυναν τα φαντάσματα. Οι μετανάστες που νοίκιαζαν τα υπόγεια λάκισαν σαν τα ποντίκια. Κάποιοι άλλοι πέθαναν και τα διαμερίσματα μένουν έκτοτε κλειστά αφού οι κληρονόμοι δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Είναι φορές που τις νύχτες ακούω παιδικές φωνές, καβγάδες, κρεβάτια να τρίζουν από ερωτική έξαψη, καζανάκια να τρέχουν, πόρτες ν’ ανοιγοκλείνουν. Οι άνθρωποι φεύγουν και οι μνήμες τους στοιχειώνουν τους χώρους που κάποτε έζησαν. [σ. 106]

Στα ίδBeata Bieniakια βάθη μιας εξομολογητικής αφήγησης εκφράζεται ο διαχειριστής. Εξωμότης δηλωσίας για κάποιους παλιούς συντρόφους, ξεδοντιασμένος ιδεολόγος για το κράτος. Ριζωμένος στα έγκατα της πολυκατοικίας των τριάντα διαμερισμάτων εδώ και μισό αιώνα, ζει παρέα με τις ενοχές και με τον φόβο πως κάποιος δικός του θα τον φτύσει με το βλέμμα του. Παρά την απώλεια της συντρόφου του διατηρεί στα χείλη το χαμόγελο και τις φράσεις «το χειρότερο δεν είναι να μην μπορείς. Το χειρότερο είναι να μη θέλεις». Αλλά η σιωπηλή άποψη των άλλων για το πρόσωπό του είναι διαφορετική: του πιστώνεται η ελευθερία από οικογενειακές υποχρεώσεις, του χρεώνονται η τεμπελιά και οι εισπράξεις, του αφαιρείται κάθε δικαίωμα γνώμης. Στο άλλο άκρο – ύψος της πολυκατοικίας, μια τριαντάχρονη φοιτήτρια επιδίδεται στη σπουδή της Πλαθ και της Αχμάτοβα και στην προετοιμασία της τέχνης της αυτοχειρίας. Άραγε η αντιστικτική ιστορία θα καταλήξει σε οριακή συνάντηση των δυο ή στους ασύμπτωτους δρόμους διαφορετικών θεάσεων της ζωής;

Στα σωθικά μιας woman-in-a-green-blouseοικογένειας – που και εδώ θαρρείς και εκπροσωπεί αμέτρητες άλλες, όπως και οι περισσότεροι χαρακτήρες των ιστοριών– εισχωρούμε στο citius, altius, fortius. Είναι οι λέξεις ενός πανό όπου καρφώνει το βλέμμα του ο κύριος Θεοχάρης, είναι η λακωνική έκφραση μιας κάρτας που έστειλε στον εαυτό της η θριαμβεύτρια στις πανελλήνιες εξετάσεις κόρη του. Ρεκορντγούμαν των αριστείων και των επαίνων, πρώτη των πρώτων, Θηλυκός Αϊνστάιν, γεννημένη νικήτρια κατά τις αμετάκλητες εκφράσεις του πατέρα της, εξελίχθηκε σε ένα πειραματόζωο της πρωτιάς, υποχρεωμένο να αποφύγει την αποτυχία, δηλαδή να γίνει ένα το Τίποτα. Η κοινή τους ζωή δεν μπορεί παρά να οδηγεί στο τέλος, αλλά αργά, πολύ αργά· τα επιχειρήματα κάποτε θα χρησιμοποιηθούν από εκείνη εναντίον του, θεμελιώνοντας χρόνια συναισθηματικής ξηρασίας και αισθηματικού μαρασμού και δημιουργώντας συνθήκες αναπόδραστης ανάφλεξης.

Στο ancre de misericorde  ο Μαραμπού από την Δραπετσώνα, γιος καπετάνιου που κατάφαγε η αλμύρα και η μαύρη άβυσσος από κάτω, επιλέγει τα μηχανολογήματα της στεριάς και αγκυροβολεί στο εργοστάσιο αγκύρων και αλύσεων πλοίων. Κάθε βράδυ μετά την βάρδια κατηφορίζει μέχρι το λιμάνι στο Κερατσίνι, δίπλα στο φουγάρο της ΔΕΗ, μπαίνει στο μπριγκαντίνι του και βοShea Holliman - the sad manυτάει στα σκοτεινά νερά κάτω από τα εμπορικά πλοία, για να μετρήσει τα κλειδιά της καδένας μέχρι να καταλήξει στην άγκυρα και ν’ αναγνωρίσει τον κάθε τύπο. Εκεί κάτω η ζωή του θα δικαιώσει το αιώνιο της τραβέρσο, απέναντι στην μοίρα και την ελάχιστη απόλαυση ζωής – με το δικό της τίμημα.

Το σδρου εκκινεί από το παρόν ενός αξιοθρήνητου άνδρα που σωριάζεται στα πλαϊνά σκαλιά της Ευαγγελίστριας. «Ασάλευτος, άπνοος και απόκοσμος», ο μπαρμπα – Νικήτας αποτελεί ιδανικό πρόσωπο για το επετειακό ρεπορτάζ του αφηγητή. Οι επόμενες ψηφίδες διασκορπίζονται σε διαφορετικούς ιστορικούς χρονοτόπους και συγκολλούν το πρόσωπο ενός αληθινού αγωνιστή. O νεαρός μετανάστης του G.O.A.T. έχει κι αυτός το δικό του ψευδώνυμο: Ρόσσι από τον παγκόσμιο πρωταθλητή μοτοσικλέτας αγώνων Βαλεντίνο Ρόσσι· μαέστρος της πίστας εκείνος, των επαρχιακών δρόμων αυτός αλλά και γιατρός των μηχανών στο συνεργείο, ξεχνάει τους καθημερινούς εξευτελισμούς εξαιτίας της καταγωγής του και ονειρεύεται τους μεγάλους δρόμους που θυμάται απ’ έξω και ανακατωτά. Η ζωή θα τον στείλει να τους οργώσει, αλλά σε μια ανελέητα προδιαγεγραμμένη, κυνηγημένη πορεία.

1Στα δεκαπέντε διηγήματα της πρώτης του συλλογής ο συγγραφέας (γεν. 1965) επιλέγει να φωτίζει λίγες πλευρές από την ζωή των χαρακτήρων του, κάποτε με σύντομες διαχωρισμένες ενότητες, συμπληρώνοντας με τρόπο ελλειπτικό αλλά και λόγο περιεκτικό την ακαριαία ιστορία του ταπεινού και ταπεινωμένου τους βίου. Ολόκληρο των σύμπαν αυτών των υπάρξεων χωράει σε λίγες σελίδες ιστορίας, ενώ το τέλος παραμένει ανοιχτό, αμφιλεγόμενο, αποκαλυπτικό ή απλώς σιωπηλό. Όσο προχωρούν τα διηγήματα τόσο περισσότερο μοιάζουμε σε αυτά τα πρόσωπα, διαπιστώνουμε τις κοινές μας σκέψεις, αναλογιζόμαστε τις φορές που υπήρξαμε θύματα και θύτες και ανοίγουμε τα μάτια μπροστά στην ανελέητη σκληρότητα της ζωής, που οι ίδιοι φτάσαμε ως εδώ.

Εκδ. Πηγή, 2013, σελ. 160. Με επτά σημειώσεις του συγγραφέα.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.