Hans Fallada – O πότης

ΗLayout 1 μέθη του εθισμένου, η μεταμόρφωση του ανεπιθύμητου

Αυτός που βλέπετε εδώ μπροστά σας είναι ο γνωστός συγγραφέας Χανς Φάλλαντα, ή μάλλον ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν, ύστερα από χρόνια εξάρτηση από το αλκοόλ και τη μορφίνη…έλεγε το 1946 στους φοιτητές του ένας καθηγητής της πανεπιστημιακής κλινικής του Βερολίνου παρουσιάζοντας τον συγγραφέα σε αναπηρικό καροτσάκι. Εκείνο το υπόλειμμα ανθρώπινης μορφής είχε μπροστά του μόνο ένα χρόνο ζωής, αλλά είχε προλάβει, έγκλειστος σε ναζιστικό ίδρυμα, να γράψει τον Πότη, το προτελευταίο συγκλονιστικό του μυθιστόρημα, τον Πότη που ήταν ο ίδιος.

Ο Χανς Φάλλαντα [ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν (1893-1947)] δεν ήταν απλώς ένας γνωστός λογοτέχνης στη Γερμανία όταν ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία αλλά βρισκόταν ήδη και στην λίστα των «ανεπιθύμητων» συγγραφέων. Εν τούτοις αρνήθηκε να εγκαταλείψει την χώρα του και τη γλώσσα του, με αποτέλεσμα να χειροτερεύει ολοένα και περισσότερο η θέση του στη νέα κοινωνία αλλά και να υφίσταται τις πιεστικές λογοτεχνικές «παραγγελίες» του Γκέμπελς Η αιώνια αδυναμία των φασισμών: η απεγνωσμένη ανάγκη για την συμμαχία των συγγραφέων και η ανταλλακτική της χρήση. Εδώ το αντίτιμο ήταν ταπεινότερο από μια απελευθέρωση: προμήθεια με το τότε σπάνιο χαρτί. Φυσικά το επιθυμητό από το καθεστώς βιβλίο δεν γράφτηκε ποτέ·  ήταν ο Πότης που γράφτηκε εξολοκλήρου στο άσυλο, κρυπτογραφημένα, με διαδοχικό γράψιμο ανάμεσα στις γραμμές, γυρίζοντας κάθε φορά και τη σελίδα ανάποδα. Μπορεί κανείς να φανταστεί την υπερπροσπάθεια των μεταγραφέων του χειρογράφου, για την μεταθανάτια έκδοση.

Ο μ2υθιστορηματικός Πότης είναι ο μεσοαστός έμπορος Έρβιν Ζόμερ. Πώς γλιστράει στο πρώτο σκαλοπάτι μιας ατέλειωτης κατηφορικής κλίμακας ο μέχρι τότε ευτυχής σύζυγος και επιχειρηματίας; Όπως συνήθως, δεν αρκεί παρά μία αφορμή ή έστω μια αιτία που μεγαλώνει ως αγκάθι στα σωθικά μιας ανοχύρωτης ύπαρξης: μια σύζυγος που επιδεικνύει την ανωτερότητά της υποβιβάζοντας τον ίδιο κι ένα οικονομικό πρόβλημα- κι η πόρτα της καθόδου έχει ήδη ανοίξει. Στο ποτό πνίγεται κάθε αίσθημα μειονεξίας· το αλκοόλ «σαν φτερό από μετάξι σβήνει κάθε έγνοια, λύπη και θυμό».

Σήκωσα το ποτήρι, δίστασα λίγο, το κατέβασα μονορούφι. Το κάψιμο έκοβε την ανάσα, στραβοκατάπια, όμως υποχρέωσα το υγρό να κατέβει στο λαρύγγι μου. Το ένιωσα να κυλάει καυτό, καυστικό, οξύ, και το στομάχι μου κατακλύστηκε από ένα ξαφνικό αίσθημα θέρμης, μιας απολαυστικής θέρμης. [σ. 27]

Σε 33μια τέτοια στιγμή αισθάνεται την επιθυμία της φυγής, να μη γυρίσει σπίτι του, να πάει στον αγύριστο, να χαθεί μέσα στο σκοτάδι, να μην ξέρει τίποτα και κανείς, ούτε καν τι να γράψουν στον επικήδειο. Η άδεια και σκοτεινή ταβέρνα ενός πανδοχείου, με τα θλιβερά πλαστικά τραπεζομάντιλα, τα θεόκλειστα παράθυρα και την αποπνικτική ατμόσφαιρα αποδεικνύεται ο ιδανικός τόπος και η νεαρή, ξεχτένιστη γυναίκα με τη βρώμικη ποδιά η καταλληλότερη συντροφιά.

Το ποτό αποκοιμίζει τις σκέψεις, μαλακώνει τους πόνους, μ’ αυτό κεντρίζω τον εαυτό μου να προχωρεί κάθε τόσο ένα μισάωρο πιο κάτω…Όμως η στάθμη του ποτού στο μπουκάλι κατεβαίνει, πρέπει να φυλάω τον θησαυρό μου και για μετά. Πίνω την τελευταία γουλιά (την πιο μεγάλη!) στο κατώφλι του σπιτιού μου, πριν αντικρίσω τη Μάγδα. [σ. 48 – 49]

Οι πρώτες σελίδες κυλούν με σπαρταριστές σκέψεις, σαν ευφυές κωμικογράφημα σαν κείμενο – γελοιογραφία, σαν μια «Ψυχολογία Γερμανού Συζύγου»· οι προσπάθειες να πιεί έστω και μια γουλιά οπουδήποτε σταθεί και βρεθεί οδηγούν σε σειρά ευτράπελων καταστάσεων, που διηγείται ο ίδιος απολαυστικά, με τρόπο που αδυνατείς να ξεχωρίσεις την ειλικρινή, εκ βαθέων εξομολόγηση από5 την αυτοσαρκαστική γελοιοποίηση. Την άγρια ευθυμία, ακολουθεί μια αβυσσαλέα απόγνωση κι εκείνη με τη σειρά της εναλλάσσεται με μια παραλυτική απάθεια.

Όμως σταδιακά ο εθισμένος μεθυσμένος βρίσκεται αντιμέτωπος με όλες τις εκφάνσεις μιας νομοταγούς και ευπρεπισμένης κοινωνικής μηχανής. Πρώτα αντιπαρατίθεται με την γυναίκα του, φτάνοντας στο σημείο να παλέψει μαζί της, αισθανόμενος «ένα γλυκό μίσος για το κάποτε λατρεμένο σώμα», σκεφτόμενος τη μία, πως θα την αγαπάει για πάντα και την άλλη ψιθυρίζοντάς της στο αυτί πως αύριο το βράδυ θα έρθει να την πνίξει. Ήθελα, ειδικά μπροστά στην πάντα νηφάλια, συνετή, ικανή, εργατική (όλα στον υπερθετικό!) γυναίκα μου, να μεθύσω τρελά, ήθελα ν’ απλώσω τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι, να πω τραγούδια πρόστυχα, αγοραία, να ξεστομίσω κουβέντες αισχρές – τι ηδονή να την τραβήξω κι αυτήν μαζί μου στον βούρκο, να της δείξω ποιον αγάπησε στ’ αλήθεια και πώς τον κατάντησε ο έρωτάς της αυτός… [σ. 69]

3Ύστερα καταδιώκεται από τον οικογενειακό γιατρό, ενώ παράλληλα απογυμνώνεται οικονομικά από τον ιδιοκτήτη του μπαρ. Κάποτε η επιθετική στάση προς την γυναίκα του μεταφράζεται σε απόπειρα δολοφονίας. Νόμιμα, πλέον, ο Πότης μετατρέπεται σε Παραβάτη, συνεπώς επίσημα υποβιβάζεται στη δεύτερη κατηγορία ανθρώπων και στην υποεπικράτεια των ασύλων. Είναι, άλλωστε, απολύτως άχρηστος για την πολιτική κοινωνία που επιθυμεί ο καθένας να βρίσκεται στη θέση του, φρόνιμος, απαθής και αποδοτικός. Παρά την αυτονόητη σιωπή όσον αφορά το πολιτικό πλαίσιο του μύθου, δεν μπορεί να αγνοηθεί η συγκεκριμένη ακριβώς μεταχείριση των «ιδιαίτερων» κατηγοριών από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα: ο τρόφιμος οφείλει να ζήσει έγκλειστος και να αναμορφωθεί, ακριβώς σ’ ένα περιβάλλον όχι μόνο δεν τον αναμορφώνει αλλά κυρίως τον μεταμορφώνει και τον παραμορφώνει.

6Ήμουνα παγιδευμένος σε μια τεράστια μηχανή και δεν είχε πια σημασία τι έκανα ή τι ένοιωθα· η μηχανή είχε πάρει για τα καλά μπροστά, και δούλευε ασταμάτητα – ερήμην μου. Είναι τα τελευταία λόγια του Ζόμμερ, στο τέλος του 36ου κεφαλαίου· από το επόμενο και μέχρι το τέλος, για άλλα τριάντα περίπου κεφάλαια, ο ήρωας βρίσκεται στον Άλλο Κόσμο του Ασύλου, του «θεραπευτηρίου» όπως κάποτε το αποκαλεί. Έτσι το βιβλίο χωρίζεται κυριολεκτικά σε δύο κόσμους, σαν δυο χωριστά μυθιστορήματα με τον ίδιο ήρωα, την ίδια γραφή και το ίδιο βάθος. Στις σπουδαίες λογοτεχνικές σελίδες που έχουν καταφέρει να περιγράψουν τον κόσμο των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των γκουλάγκ, των φυλακών και των φρενοκομείων, τώρα θέση παίρνει και ολόκληρο το δεύτερο μέρος του Πότη.

8Η ζωή του περιγράφεται με τον ίδιο τρόπο: απλά, σαν παραπονεμένη εξομολόγηση ενός απλού ανθρώπου, σαν απορημένο σχόλιο ενός έκπληκτου αθώου. Η προσωπογραφία των κρατουμένων, η εξουσία των ισχυρότερων, η ποταπότητα του ανθρώπινου ζώου συνθέτουν μια κοινωνία κωμικοτραγικής αγριότητας. Οι σύντροφοι σπάνιοι, οι χαρές ελάχιστης διάρκειας· δεν του μένει παρά να στραφεί στην χειρωνακτική εργασία του και να αισθανθεί σχεδόν ευτυχής στο μικροσκοπικό του δωματιάκι. Ο κύριος σκοπός της τρέχουσας ιδεολογίας επιτεύχθηκε. Με αφορμή την μοναδική «ελεύθερη» απογευματινή ώρα κάποτε μονολογεί:

Όμως για σένα, κρατούμενε, δεν είναι ίδιο το γαλάζιο του ουρανού, κι ο ήλιος που ζεσταίνει το δέρμα σου δεν λάμπει για σένα. Κι η απεραντοσύνη του τοπίου δεν είναι για σένα. Απλός επισκέπτης είσαι, του ουρανού, του καθαρού αέρα, του ήλιου – τα λεπτά σου είναι μετρημένα, κρατούμενε. Ο κόσμος σου εσένα είναι το μουντό, το ζοφερό σπίτι των νεκρών, εκεί όπου γέλιο απελευθερωτικό της ψυχής δεν αντηχεί ποτέ. Για τον ήλιο είσαι ένας ξένος, κρατούμενε. [σ. 246]

BΑν ο Πότης αποτελεί την απόλυτη μυθοπλασία της αλκοολικής εξάρτησης, την ίδια στιγμή το μπουκάλι μοιάζει να αδειάζει και να ξαναγεμίζει με κάτι εντελώς διαφορετικό, χωρίς ίχνος αλκοόλ: τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος απελπίζεται από την αίσθηση μειονεξίας, διολισθαίνει από την κανονικότητα, αναζητάει ψεύτικο καταφύγιο, αποδέχεται τον ετεροκαθορισμό, απαρνιέται τη ζωή, βυθίζεται ολοένα στην αρνητικότητα, κατεβαίνει, κατεβαίνει κάτω, πολύ κάτω, και μαθαίνει να ζει εκεί ακριβώς, ως το απόλυτο τίποτα. Αν ο κόσμος είναι ακατανόητος και μηδενισμένος, ας είναι και ο εαυτός αδιάφορος και χαμερπής. Τίποτα δεν έχει σημασία, οι ηθικές διακρίσεις είναι λόγια του αέρα και ο μόνος άξιος λόγος αυτής της αντιζωής είναι η ατομική ευχαρίστηση, που οδηγεί στην αναπόδραστη εξάρτηση, που με τη σειρά της προκαλεί ευχαρίστηση κ.ο.κ.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στο περιβάλλον του Ζόμμερ η δύναμη και η ανωτερότητα αποτελούν ακριβώς μέγιστο κριτήριο κοινωνικής αποδοχής, έτσι όταν αισθάνεται να τα χάνει (από την γυναίκα του, από την προσωπική του επαγγελματική αδυναμία ή αδιαφορία) όχι μόνο το οικοδόμημα της καθημερινότητάς του αλλά και ολόκληρο το έδαφος της ζωής του βουλιάζει – σ’ 4ένα παράλληλο σύμπαν η εξύμνηση της υπεροχής αποτελούσε και το βασικό κατασκεύασμα της χιτλερικής κοινωνίας, συνεπώς εκείνος που δεν πληρούσε τα δεδομένα αποτελούσε αποβλητέο σώμα. Ιδού ο τρομερός παραλληλισμός που δεν μπορεί να αγνοηθεί: όταν η κοινωνία ως σώμα επιλέγει τον ψευδαισθησιακό κόσμο, τότε η λογική αποβάλλεται σαν ξένο σώμα.

Ο Ζόμμερ βρίσκεται συνάμα στο δικαστήριο του Κάφκα και το μεθοκοπείο του Ντοστογιέφσκι, στις γκροτέσκες και κωμικές μαζί προσωπογραφίες των εξπρεσσιονιστών. Όμως πάρα την  έντονη εξπρεσσιονιστική αίσθηση του κειμένου η λιτή και ακριβέστατη γραφή του εντάσσει το έργο στην «Νέα αντικειμενικότητα» που δίνει έμφαση στη ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, όπως μας κατατοπίζει στο πλούσιο επίμετρο η μεταφράστρια. Η «πιστή» αυτή πραγματιστική περιγραφή καταβρέχεται από οξύ χιούμορ και φαρμακερό σαρκασμό και αυτοσαρκασμό.

Hans FalladaΠρώτα γνώρισα τη ζωή από τα βιβλία και μετά από την ίδια τη ζωή, έγραψε κάποτε ο συγγραφέας για την δραματική του εφηβεία, γεμάτη με ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα του, ασθένειες και καταθλιπτικά επεισόδια, μέχρι την ψυχική κατάρρευση ύστερα από ένα σοβαρό ποδηλατικό ατύχημα και μια διπλή απόπειρα αυτοκτονίας. Έκτοτε η ίδια η ζωή φρόντισε ώστε να την γνωρίσει ως τα άκρα της, εξαρτώμενος από το αλκοόλ και τη μορφίνη, ζώντας μια ολόκληρη επταετία σε ψυχιατρικά άσυλα. Είναι ενδεικτικό πως όταν το 1927 διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης, παρουσιάζεται αυτοβούλως στον εισαγγελέα και εμφανίζει διογκωμένο το ποσόν που υπεξαίρεσε, προκειμένου να μεγιστοποιήσει την ποινή της φυλάκισης, με σκοπό την πλήρη αποτοξίνωση από το οινόπνευμα.

Βγαίνοντας από το άσυλο έζησε με την δεύτερη σύζυγό του, με την οποία μοιράστηκε μέσα στα συντρίμμια του βομβαρδισμένου Βερολίνου τις αποδράσεις της μορφίνης και κατέληξε για άλλη μια φορά  σε κλινική αποτοξίνωσης – αλλά αυτή ήταν η τελευταία. Πέθανε σε νοσοκομείο το 1947. Είναι η δεύτερη έκδοση του συγγραφέα στη χώρα μας, μετά το Μόνος στο Βερολίνο [εκδ. Πόλις, 2012, Α΄ έκδ. 2008] με θέμα την πραγματική ιστορία ενός ζεύγους εργατών που καταδικάστηκαν για αντιστασιακή δράση κατά των ναζί.

Hans Fallada - Der TrinkerΆραγε ο ήρωάς του έχει καλύτερο τέλος; Η Μάγδα Ζόμερ, υπόδειγμα των ηθικών και προτεσταντικών αξιών που εκθρέφουν τους πολίτες τέτοιων κρατών, περιμένει να τον δεχτεί στην αγκαλιά της· εκείνος θα σπεύσει ή θα επιστρέψει σ’ εκείνο εξαρχής ονειρευόταν, ακόμα περισσότερο συνειδητοποιημένος ή καταστραγγισμένος από κάθε επιθυμία ζωής, να επιλέξει δηλαδή ο ίδιος τον θάνατό του και να μην μπορεί κανείς να τον σώσει;. Και, πρώτα, ως τελευταία προθανάτια απόλαυση πριν το χαμό, να χαρεί ένα γεμάτο ποτήρι;

Εκδ. Κίχλη, Δεκ. 2012, μτφ. Έμη Βαϊκούση, 400 σελ., με 19σέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας και 16σέλιδο παράρτημα σε γυαλιστερό φύλλο με αποσπάσματα από το αρχείο του, μυθιστορήματά, επιστολές κ.ά. καθώς και πλήθος φωτογραφιών [Hans Fallada – Der Trinker, 1950].

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 131. Λουκία Δέρβη

733842_4403128205214_2064141276_nΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η ιστορία του νέου μου βιβλίου, του μυθιστορήματος «Group Therapy» (Εκδόσεις Μελάνι), επικεντρώνεται στη Χριστίνα, μια σχετικά νέα και φιλομαθή ψυχοθεραπεύτρια με ικανότητες, ταλέντο και διάθεση να βοηθήσει τον κόσμο γύρω της. Παρ’ ότι το σύμπαν της κατέρρευσε σε μικρή ηλικία, η ίδια αφοσιώθηκε στο επάγγελμα αυτό για να βοηθήσει με τη δική της εμπειρία τους συνανθρώπους της.  Λειτουργώντας παρορμητικά, υφαίνει ένα δίχτυ προστασίας γύρω από τις κοπέλες που αποτελούν την ομάδα του Άλκη – τον οποίον αντικαθιστά για όσο θα λείπει. Τα κορίτσια της ομάδας του Άλκη, του νεαρού ψυχοθεραπευτή με τον οποίον είναι ερωτευμένη η Χριστίνα, παρά το γεγονός ότι φαινομενικά μοιάζουν μεταξύ τους, στην πραγματικότητα ο χαρακτήρας της μιας επηρεάζει και συμπληρώνει την άλλη.  Σ’ αυτό τον καμβά χαρακτήρων, η κοινή τους μοίρα τις δένει μ’ ένα δευτερεύον πρόσωπο της ιστορίας: την Ιόλη. Στη δεδομένη στιγμή της κρίσης στην ομάδα, η Ιόλη, η πιο αυτάρκης και ριψοκίνδυνη απ’ όλες τους, δίνει τη λύση, υμνώντας με τον τρόπο της την φιλία και τον έρωτα.  Τα ερεθίσματα που έχουν τα μέλη της ομάδας είναι ποικίλα, καθώς είναι όλα μπερδεμένα και ως εκ τούτου ανίκανα να βρουν την λύση στα προβλήματά τους μόνα τους. Αντιμετωπίζοντας όμως έναν πραγματικό κίνδυνο, ενώνουν τις δυνάμεις τους και πετυχαίνουν τον σκοπό τους: την απόδοση της δικαιοσύνης.

b189034Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Θα σας το αρχίσω ανάποδα.

To μεγάλο μου στοίχημα είναι το μυθιστόρημα «Group Therapy». Ξεκίνησα να το γράφω το 2005 αμέσως μετά την έκδοση των διηγημάτων. Μου άρεσε δηλαδή μου πήγαινε το θέμα. Σταμάτησα στο πρώτο κεφάλαιο κι εξέτασα την δομή του μυθιστορήματος. Ήθελα μια ιστορία που οι χαρακτήρες και οι μοίρες τους να αλληλεπιδρούν. Η σκέψη για την δομή και τον μύθο κράτησε τέσσερα χρόνια.  Στο μεταξύ διάβαζα, έβλεπα ταινίες, θέατρο. Ξεκίνησα  τη νουβέλα «Ομπρέλες στον ουρανό» το 2007 και την εξέδωσα το 2009. Αμέσως μετά άρχισα το γράψιμο του μυθιστορήματος. Με ωράριο. Είχα κάνει εντωμεταξύ κι ένα ταξίδι επί τούτου στην Λίμνη Κερκίνη στην Βόρειο Ελλάδα που το πέρασα στο μυθιστόρημα.

Η νουβέλα «Ομπρέλες στον ουρανό» (Εκδόσεις Μελάνι) είναι η μαρτυρία του θείου μου Ζακίνου (έλληνα εβραίου από τις Σέρρες) μεταπλασμένη μυθιστορηματικά. Η ίδια δεν είμαι εβραϊκής καταγωγής, αλλά η γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου, παντρεύτηκε δεύτερη φορά έναν Ελληνοεβραίο από τις Σέρρες, τον Μανώλη Ρούσσο. Σε μια επίσκεψή μου στο Ισραήλ συνάντησα τον αδελφό αυτού του παππού μου, τον Ζακίνο Ρούσσο, ο οποίος εξακολουθεί να μιλάει άπταιστα ελληνικά και μου αφηγήθηκε το χρονικό πώς έφυγε από τις Σέρρες μέχρι που έφτασε στην Παλαιστίνη. Αυτό αποτέλεσε την έμπνευσή μου να γράψω τις Ομπρέλες στον ουρανό.

b148684Η συλλογή διηγημάτων «Κακός χαρακτήρας» (Εκδόσεις Μελάνι) είναι το πρώτο μου βιβλίο. Μπόλικη αυτοκριτική, λοξή ματιά, αναμνήσεις, παρατήρηση. Η υποδοχή του ήταν καλή. Αυτό μέτρησε πολύ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι.  Γράφω όπου να ’ναι. Βασική προϋπόθεση να μην με κοιτάνε. Αλλά και αν κοιτάνε, λέω μέσα μου «θα λένε ότι γράφω ημερολόγιο» και συνεχίζω ατάραχη. Τι να γίνει;

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο ήρωας που με καταδιώκει ανά τακτά χρονικά διαστήματα είναι ο Ανέστης του «Καπνού» στον «Κακό χαρακτήρα». Γυρνάω πίσω σ’ αυτόν για να του κάνω παρέα.  Το παίζει άνθρωπος του καιρού, φυσάει και ξεφυσάει με τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, τα κάνει μαντάρα στους λογαριασμούς του ξενοδοχείου και του κάνω πλάκα.  Καλά είναι, μεγαλώνει περήφανα. Μου χαμογελάει συνήθως.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν ξέρω, δεν απαντώ.

b90445Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μουσική απ’ όλα. Τώρα που παντρεύτηκα και κλασσική. Τι να γίνει;

Πλάκα κάνω.  Ακούω μουσική συνήθως πριν αρχίσω να γράφω και αφού τελειώσω.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις σε Γερμανόφωνο Καντόνι της Ελβετίας. Δούλεψα δέκα χρόνια σε δύο μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες (πολυεθνική και όμιλο επιχειρήσεων) με αξιοσημείωτη καριέρα. Την αγαπούσα την δουλειά μου. Αλλά ήθελα πάντα κάτι παραπάνω (σαν τον Άλκη του Group Therapy). Κάτι καινούργιο, προκλητικό, με κοινό ενδιαφέρον. Στράφηκα στο γράψιμο. Τελικά, άξιζε τον κόπο παρά την επιπολαιότητα να παρατήσω την δουλειά μου. Συνεχίζω να δουλεύω σε ξενοδοχεία μέσα απ’ τους ήρωες των βιβλίων μου έστω. Τέλος καλό, όλα καλά.  Έτσι δεν λένε;

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έγραψα μερικά σε εποχή που ήμουν ερωτευμένη. Ένα μου αρέσει ακόμη.

Αν είχατgastoneε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σήμερα θα επέλεγα έναν χαρακτήρα κόμικ. Π.χ. τον Γκαστόνε.

Τι γράφετε τώρα; 

Τώρα γράφω συνέντευξη.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ουφ! Τώρα τι να πω; Διαβάσματα απ’ όλα. Τώρα που παντρεύτηκα διαβάζω τα βιβλία του Αλέξη (Πανσέληνου).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλο για τον «Κουτσό Άγγελο» του Αλέξη μιλάμε τελευταία. Και την «Μεγάλη Πομπή» του. Κλασικές αξίες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το «παραμύθιασμα» από τις «Ιστορίες με σκύλους» του. Ο τύπος είναι μεταμορφωμένος ο διάβολος και η χαζή τον ρωτάει στο τέλος αν μπορεί να τον παίρνει που και που στο τηλέφωνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι. Τόσο που τον παντρεύτηκα.

4.Uncle Vanya, Vakhtangov TheatreΑγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αρίσα στον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας». Για μένα γράφτηκε…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πήρα μαζί μου για παρέα «Το απαραίτητο φως» της Ντορίνας Παπαλιού, τον δεύτερο τόμο του «Πόλεμος και Ειρήνη» και την «Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια» του Αλέξη.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι στο μετρό που είχα δει ένα αγόρι να διαβάζει τον «Δαιμονιστή» του Κορτώ και πήγα και το αγόρασα.  Όχι, γενικά όταν βολτάρω προτιμώ να παρατηρώ.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

«Θείος 148839_1479891206116_3719473_nΒάνιας» του Τσέχωφ από το Βαχτάνγκοβ. Αυτό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Μια χαρά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Η συγγραφή είναι αιώνια νιότη οπότε δεν παίζω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Τι θα γινόμουν αν δεν γινόμουν συγγραφέας.

Ντέντεκτιβ.

Στις εικόνες: Γκαστόνε και Θείος Βάνιας στην αναφερόμενη παράσταση.