Στο αίθριο του Πανδοχείου, 126. Άκης Δήμου

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Είναι δύο: ο τρίτος και ο τέταρτος τόμος των έργων μου, που εκδόθηκαν ταυτόχρονα στον «Αιγόκερω», περιλαμβάνοντας τα θεατρικά μου της περιόδου 2007-2012. Αρχίζει με το «Αίμα που μαράθηκε» – τη διασκευή της «Κερένιας κούκλας» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, που έγραψα για τον Γιώργο Σαχίνη και την ομάδα του – και τελειώνει με τον «Όθωνα και (την) Ποθούλα», που ανέβασαν ο Σταμάτης Φασουλής και η Σοφία Φιλιππίδου το χειμώνα που μας πέρασε.

a2Σκέφτεστε το ενδεχόμενο συστηματικότερης γραφής «μη θεατρικής» λογοτεχνίας;

Μόνο ως υστερόγραφο στην «θεατρική μου λογοτεχνία». Δηλαδή βιαστικά και κάπως επιπόλαια.

Τι σας ώθησε στην συγγραφή θεατρικών έργων αντί άλλων γραφών;

Το γεγονός ότι τελικά ένα θεατρικό μπορεί να γράφεται κατά μόνας (αν και όχι πάντα) αλλά συμβαίνει (πάντα) ενώπιον μαρτύρων. Κι άλλοι λόγοι ίσως. Αλλά δεν τους ξέρω.

Ποιες οι ηδονές και ποιες οι απογοητεύσεις μιας τέτοιας γραφής;

Σε χaειροκροτούν, αν υποθέσουμε ότι… Αλλά εσύ λείπεις πάντα (το δεύτερο το βάζω στις ηδονές. Χωρίς, εννοείται, να μ’ απογοητεύει το πρώτο).

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας έργο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Δεν θα το κάνω. Ούτε να αναπολήσω θέλω ούτε να ανασκοπήσω τις στάσεις μιας διαδρομής που συνεχίζεται. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν πω σήμερα, το βέβαιο θα είναι ότι άλλα εννοούσα τότε που τα έγραφα.

10Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Περιστασιακά, αποσπασματικά και ανολοκλήρωτα… σε  διάφορους χώρους.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Δεν με ακολουθούν αλλά, ευτυχώς, δεν μου γυρνάνε και την πλάτη αν τύχει και συναντηθούμε.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

12Δεν παγιδεύω ιδέες. Πρόσωπα προσπαθώ να παγιδεύσω. Καταλήγοντας να πέσω εγώ στην παγίδα τους. Και να με φυλακίσουν μπροστά σε μια λευκή οθόνη.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω συνήθως πρωί χωρίς ν’ ακούω τίποτ’ άλλο εκτός από τις φωνές των ηρώων μου. Τώρα αν έχουν κέφι ν’ ακούσουν ή, ακόμη καλύτερα, να τραγουδήσουν κάτι…

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (πχ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

11Τα γνωστά νομικά, τα οποία τελείωσα, υπηρέτησα λίγο, κλείδωσα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Παλιά, πολύ παλιά. Στα βάθη μιας ηλικίας που έψαχνε τον καλύτερο τρόπο να ονομάσει το αίσθημά της και πανηγύριζε νομίζοντας ότι τον έχει βρει (δεν τον είχε).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν το έχω σκεφτεί. Αλλά τώρα που το λέτε…

Τι 10-γράφετε τώρα;

Ένα(ακόμη) έργο.

Πώς βλέπετε το σύγχρονο ελληνικό θέατρο; Υπάρχουν δημιουργοί ή έργα που σας προσέλκυσαν;

Μετα-κινούμενο στην άμμο του αδυσώπητου παρόντος μας. Όσο για έργα και δημιουργούς είναι τόσα πολλά όσο και κείνα που … μ’ έδιωξαν.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

08Ο Τέννεση Ουίλιαμς, η Λούλα Αναγνωστάκη, η Μάρω Δούκα. Ο Στρατής Τσίρκας, ο Κοσμάς Πολίτης. Η Τζένη Μαστοράκη και η Μαρία Λαϊνά. Η Ντυράς και η Γιουρσενάρ παλιότερα. Και ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ .

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η «Eroica» του Πολίτη. «Η πόλη» του Σπύρου Πλασκοβίτη. «Η γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου. Η «Πλωτή πόλη» και «Οι λεύκες ασάλευτες» της Μάρως Δούκα. Το «Σοφό παιδί» του Χωμενίδη, ο «Άχρηστος Δημήτρης» του Γιώργου Συμπάρδη και «Η Ιδιαιτέρα» της Ελιάνας Χουρμουζιάδου. Η «Βιοτεχνία Υαλικών» του Μένη Κουμανταρέα. Η «μεγάλη χίμαιρα» του Καραγάτση και το «Τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή – ας μην περάσω τα σύνορα.

Α07γαπημένα σας διηγήματα.

Κάποια του Ρέιμοντ Κάρβερ. Και το «Ωχ, βασανάκια» του Παπαδιαμάντη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Αστερίου και το «Ίσλα Μπόα» του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

07bΝομίζω ο Τρέπλιεφ από τον τσεχωφικό «Γλάρο». Ο Χώκλμπερι Φιν. Και ο Κόλιν με την Χλόη του «Αφρού των ημερών».

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο» θα σας πω και θα μου πείτε ότι μεροληπτώ (για πολλούς λόγους).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διηγήματα της Φλάνερυ Ο’ Κόνορ.

06Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε; 

Πάρα πολύ σπάνια για να έχω και προτιμήσεις.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω στα μέσα μεταφοράς. Συνήθως γράφω με το νου μου, κοιτώντας τους συνεπιβάτες μου ή έξω απ’ το παράθυρο.

99Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ου, ένα σωρό. Συχνά σκέφτομαι ότι αν δεν είχα δει την «Κλυταιμνήστρα;» του Αντρέα Στάϊκου, στην παράσταση του Βασίλη Παπαβασιλείου το 1987, μπορεί και να σκεφτόμουν το θέατρο αλλιώς ή και καθόλου. Πολύ πρόσφατα δε, το «Little Children» του Todd Field με βοήθησε να ολοκληρώσω το τελευταίο μου θεατρικό έργο.  

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

95Αν εννοείτε τα social media, πλήττω αφόρητα. Ακόμη και τ’ αυτιά μου πονούν όταν διάφοροι μου μεταφέρουν τις «εμπειρίες» τους. Από κει και πέρα, μπαίνω σε κάποιες ιστοσελίδες, διαβάζω κάτι που και που, αντλώ κάποιες πληροφορίες… Μέχρι εκεί, δεν είμαι για περισσότερα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θα έμπαινα ποτέ στη διαδικασία να διαπραγματευτώ ο,τιδήποτε με αντάλλαγμα να παραμένω εσαεί ίδιος.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Οι απαντήσεις, ενίοτε, απογοητεύουν. Οι ερωτήσεις είναι πάντα γοητευτικές, όπως όλες οι αφετηρίες.

Παρουσίαση της νουβέλας του Άκη Δήμου «Ούζο και μελαγχολία»  εδώ.

Μιχάλης Μακρόπουλος – Σπουργίτω και Γκράχαμ. Δύο νουβέλες

Ήξερbook_coverε και κατάλαβε. Μια ανάσταση, αν δεν είναι θεανθρώπινο θαύμα αλλ’ ανθρώπινη βούληση που πηγάζει από τη μοναξιά, τον πόνο, την λαχτάρα, δεν μπορεί να γίνει συνολικά και μονομιάς, αλλά πρέπει από κάπου να ξεκινήσει, κι ένα νεκραναστημένο όνομα είναι μια αρχή εξίσου καλή με οποιαδήποτε άλλη. Από το παρελθόν ανασταίνεις το όνομα, αυτό βρίσκει τον έως τότε ξένο άνθρωπο και τον φέρνει στα μέτρα του, του δίνει σάρκα φτιαγμένη από μνήμη και πνεύμα που έχει ζήσει ξανά σε άλλο σώμα, όνομα και άνθρωπος είναι πλέον ένα και το αυτό, και η ανάσταση έχει τώρα συντελεστεί. [σ. 30]

 Μια νεαρή γυναίκα μπαίνει στο χωριό ένα ανοιξιάτικο πρωί, όταν «κάθε χρώμα έχει τη μυρωδιά του». Η παντοπώλισσα ψάχνει την απάντηση στην ιδρωμένη πλάτη της, ενώ ο πενηνταπεντάχρονος Σπυρομέλης με το λεξιλόγιο πεντάχρονου απλά ηρεμεί με την ματιά της. Όταν κατασκονισμένη καθίσει στο καφενείο της πλατείας, ο Μητσιμπεράτης θα την ρωτήσει  το όνομά της κι εκείνη θα σχεδιάσει στο χαρτί έναν σπουργίτη. Θα την πάει στην κυρα – Σίγια, στο σπίτι που μυρίζει μοναχικά γηρατειά («γιατί μυρωδιά δεν έχει μόνον η ύλη της ζωής αλλά και η ζωή η ίδια»), κι εκεί στο διάλειμμα της τηλεοπτικής της ζωής, θα μιλήσουν με το πρόσωπο και το βλέμμα και παρά το κολλημένο πάνω της μαύρο ρούχο της μοναξιάς θα την δεχτεί, βαπτίζοντάς την άμεσα με το όνομα και τα ρούχα της χαμένης της κόρης: Δέσπω.

DSC03278Αυτή λοιπόν την ανάσταση συλλογίζεται ο Μητσιμπεράτης και το δράμα εκεί μόλις τώρα αρχίζει, ενώ στο σπίτι του μαίνεται εδώ και έξι χρόνια, από τότε που το ατύχημα της καλής του Λίγιας τους έχει αιχμαλωτίσει σε ατέλειωτες ανταλλαγές φόβου, μίσους και αγάπης. Εκείνη άλλωστε αυτοτιμωρούμενη και τιμωρήτρια, ακριβώς επέλεξε την εθελούσια φυλάκιση, κατηγορώντας τον βουβά αντί να τον μέμφεται ευθέως, σε μια εξάρτηση που βάθαινει και πλάταινει την αγάπη της. Τώρα η Νέα Δέσπω θα κληθεί να βοηθάει και το δικό του σπίτι, κοινώς, κατά την γλώσσα του χωριού, «η μουγγή θα φροντίζει την σακάτισσα».

DSC04103Το τριζοβόλημα του χαλικιού κάτω απ’ τις σόλες της και το βούισμα των εντόμων, όμοια όπως το νερό ξεπλένει το στόμα από μια άσχημη γεύση, ξέπλεναν το μυαλό της απ’ ό,τι βίαιο είχε δει και νιώσει το προηγούμενο βράδυ. Κι ο ρυθμός του βαδίσματός της γινόταν και ρυθμός μέσα της, ένας παλμός που γεννούσε κανονικότητα και γαλήνη. Το ρυθμικό βάδισμα, ο ουρανός, η μουσική των κουδουνιών, οι μυρωδιές της άνοιξης κι όλα της τα χρώματα, ξέσφιγγαν ό,τι μέσα της ήταν σφιγμένο και τ’ άνοιγαν διάπλατο προς τον κόσμο. Ό,τι ήταν έξω, ήταν και μέσα της. Είμαι ο ουρανός, σκέφτηκε… [σ. 67]

Η Δέσπω, νεκρή και αγέννητη θυγατέρα αντίστοιχα, θα μάθει τα γράμματα, από το μολύβι του Μητσιμπεράτη, τα λόγια της ερημίτισσας δασκάλας του χωριού ή την παλαιά ορθογραφία της κυρα Σίγιας, που γράφει το τρέχη και το πηρούνι με ήττα. Θα αναζητήσει τον καθαρμό από την φύση, θα βιώσει μια σχέση έντονης εξάρτησης με την Sian as Pauline  LeonΛίγια, θα συνυπάρξει με περιφερειακούς χαρακτήρες μιας περιφέρειας που αναπαράγεται στον μικρόκοσμό της, από τον τρελό ως τις αρχές του τόπου και θα περάσει την Μεγάλη Εβδομάδα έχοντας κρυμμένες τις δικές της Εβδομάδες, ή καλύτερα, Χρόνια ολόκληρα Παθών, προτού φτάσει ως την άκρη τους. Κι όταν τελειώσει κι αυτή η άκρη, η τραγική ζωή της θα χωρέσει σε λίγες σελίδες.

Αν η «Ξένη» της πρώτης και μεγαλύτερης νουβέλας είναι πλήρως εξαρτημένη, εκείνος της δεύτερης διαβιεί σε πλήρη ανεξαρτησία στην αυτοσχέδια παράγκα του σε μια απότομη παραλία. Και εκείνος έχει άγνωστο παρελθόν, που μια περαστική παρέα του κολλά ερήμην του, σαν ουρά από πολύχρωμα χαρτάκια σε ξεσχισμένο χαρταετό. Ο ζωγράφος Γκράχαμ ακούει διαρκώς μια χιλιοπαιγμένη κασέτα με το Άστραλ Γουίκς του Βαν Μόρρισον, προκαλεί ανάμεικτες αντιδράσεις στα προσκεκλημένα μέλη της, έλκει και έλκεται από την Μαρία, εκτοξεύει θραυσματικά κοινωνικά σχόλια, χάνεται σε μια φωτογραφία, DSC03274αναζητά τις απαντήσεις του στην έρημη φύση και πασχίζει να επανασυνδεθεί με την τέχνη του, με τον τρόπο…

…που σαν ζωγράφος ανάσαινε, αργά και βαθιά, όποτε βρισκόταν έξω στην ύπαιθρο έχοντας μπροστά του τον άδειο μουσαμά, που σιγά σιγά γέμιζε, και παραπίσω έναν δρόμο που ξετυλιγόταν ευθύς ή καμπυλωτός, ένα χάλασμα, τον ουρανό· κι ένιωθε τον τρόπο που κοιτούσε σαν ζωγράφος, πως μάτια και παραμέσα κι άλλα μάτια, κι άλλα πιο μέσα, άνοιγα απανωτά, για να φτάσει ο κόσμος ως τα δάχτυλά του που βαστούσαν το χρωστήρα και να γίνει εικόνα. [σ. 132]

DSC04108Αν η «επαρχιακή» ζωή αγωνίζεται να ξεγλιστρήσει από την  μοναξιά και τον κοινωνικό έλεγχο, οι αγώνες των ξένων που επιχειρούν εκεί να συνεχίσουν ή να επανασυγκολλήσουν την ζωή τους μοιάζει ακόμα δυσκολότερη. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι χαρακτήρες των ιστοριών προσπαθούν να σταθούν σ’ έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν λανθασμένα ή τυχαία, ψυχανεμιζόμενοι την ίδια στιγμή πως , ό.τι συνέβαινε, δε συνέβαινε τυχαία, πως υπήρχαν αντιστοιχίες κι αναλογίες στα πράγματα, συμμετρίες, αντιθέσεις που τόνιζαν τις συμμετρίες αυτές και, σαν κλειδί στην κλειδωνιά του, κλείδωναν τις αντιστοιχίες, τη μια μέσα στην άλλην, και κύκλοι έκλειναν και μεγαλύτεροι ανοίγονταν. [σ. 27]

Εκδ. Γιάννης  Πικραμένος, 2011, σελ. 144.

Ο συγγραφέας (και μεταφραστής) στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Ο πρώτος και τελευταίος πίνακας είναι του Γιάννη Κολέφα από το Σταυροσκιάδι Πωγωνίου,  ενώ ο ενδιάμεσος απεικονίζει πώς φαντάζομαι την Δέσπω.  Οι δυο φωτογραφίες είναι του συγγραφέα.