Τεννεσσή Ουίλλιαμς – Αναμνήσεις

Είχαμε έρθει στο Κέιπ υπερβολικά νωρίς για μπάνια στον ωκεανό, που ήτανε ακόμα παγωμένος. Συνέχισα όμως να εργάζομαι πάνω στο Λεωφορείο και μέσα σ’ εκείνη την καμπάνα σκέφτηκα την ατάκα εξόδου από τη σκηνή της Μπλανς, που αργότερα έγινε κατά κάποιο τρόπο ιστορική: «Πάντα στηριζόμουνα στην καλοσύνη των ξένων». / Στην πραγματικότητα αυτό ήταν αλήθεια, κι εγώ πάντα έκανα το ίδιο, και δίχως να απογοητεύομαι συχνά. Και μάλιστα, φανταζόμουνα πως οι συμπτωματικές γνωριμίες, ή οι ξένοι, υπήρξαν συνήθως απέναντί μου πιο καλόκαρδοι απ’ όσο ο φίλοι μου  -πράγμα που δεν μαρτυράει και τόσο καλά πράγματα για λογαριασμό μου. Το να με ξέρεις ισοδυναμεί με το να μ’ αγαπάς. Στην καλύτερη περίπτωση, ισοδυναμεί με το να με ανέχεσαι… [σ. 197 – 198]

Σε ολόκληρο το σώμα των Αναμνήσεών του, ο Τεννεσσή Ουίλλιαμς [1911 – 1983] ανοίγει τον προσωπικό του κόσμο χωρίς φόβο αλλά με όλο το πάθος που φλόγιζε τον χαρακτήρα του. Ολόκληρο το βιβλίο, όπως εξομολογείται ο ίδιος, είναι γραμμένο «σαν σε ελεύθερο συνειρμό», που έμαθε να εφαρμόζει στην διάρκεια κάμποσων χρονικών περιόδων ψυχανάλυσης. Είναι πραγματικά άξιο απορίας το γεγονός πως σε τούτες τις αβίαστες, εξομολογητικές διηγήσεις προσπερνά τις θεατρικές του κορυφώσεις για να εστιάσει γύρω κι έξω από αυτές: στον έρωτα και τις ματαιώσεις του, στην οικογένεια και τις τραγωδίες της, στην δημιουργία και τα σκαμπανεβάσματά της. Η «καταγραφή των πρακτικών» της ζωής του περιλαμβάνει εξίσου «σημαντικά» και «ασήμαντα» στοιχεία: Πόσα ασήμαντα πράγματα υπάρχουνε που πρέπει να καταγραφούν στα πρακτικά της ζωής ενός ανθρώπου: Πρέπει να υπάρχουνε πολλά έμμεσα στοιχεία που είναι περισσότερο αντάξια ενθύμησης αλλά με κάποιον τρόπο όλα αυτά παραμένουν σε μια νεφελώδη κατάσταση ενώ η απλή επιφανειακή ιστορία επανέρχεται με καθαρότητα στο μυαλό μας. Εννοώ με σχετική καθαρότητα…[σ. 174]

Ο συγγραφέας άλλαξε πολλά επαγγέλματα αλλά ήταν η τριετής εργασία του ως υπάλληλος σε υποκατάστημα της Διεθνούς Εταιρείας Υποδημάτων [1931 – 1934] που του άνοιξε με παράδοξο τρόπο τα φύλλα της δημιουργικότητας. Πρώτα άρχισε να γράφει τις νύχτες, ολοκληρώνοντας μια ιστορία την εβδομάδα και ταχυδρομώντας την στο διακεκριμένο περιοδικό ιστοριών Στόρυ. Ύστερα, τα Σαββατιάτικα απογεύματα πήγαινε στην Εμπορική Βιβλιοθήκη του Σαιν Λούις και διάβαζε άπληστα. Και τέλος, η εξαντλητική δουλειά (ατέλειωτα κουβαλήματα των βαριών κασονιών και αμέτρητες ώρες δακτυλογράφησης παραγγελιών) επιβάρυνε την υγεία του και αποχώρησε, ελεύθερος πλέον να προσεγγίσει την «σκυθρωπή του τέχνη, το μελαγχολικό του επάγγελμα» όπως περιέγραψε ο Ντύλαν Τόμας την κλίση της συγγραφής.

Ένα βράδυ δούλευα ένα διήγημα που είχε τον τίτλο Ο Τόνος του Επερχόμενου Ποδός, ίσως το πιο ώριμο διήγημα που συνέθετα εκείνη την περίοδο. Είχα φτάσει σε μια προοδευτικά κλιμακούμενη σκηνή όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα πως η καρδιά μου χτυπούσε άρρυθμα και γρήγορα…τινάχτηκα μ ένα πήδημα από τη γραφομηχανή και χίμηξα έξω στους δρόμους…. Βάδιζα όλο και πιο γρήγορα σαν να μπορούσα μ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αφήσω πίσω μου την κρίση…[σ. 68 -69]

Ο συγγραφέας σταχυολογεί μνήμες από την παιδική του ηλικία, όπου ήδη αποτελούσε «ένα ξεκάθαρο υβρίδιο διαφορετικό από την οικογενειακή γενεαλογία των ακριτών ηρώων του ανατολικού Τεννεσσή» και την ταραγμένη του εφηβεία κι από τις πνευματικές του ανησυχίες μέχρι τις βιοπαλαιστικές του περιπέτειες (ταξιθέτης στο Μπρόντγουεϊ, ξεπουπουλιαστής σε ράντσο με κοτόπουλα, χειριστής ανελκυστήρων στο Μανχάταν). Η περιγραφή της πρώτης, τελευταίες και μοναδικής ολοκληρωμένης του σχέσης με γυναίκα, την Σάλλυ με την ετρουσκική κατατομή και τα σαρκώδη χείλη, είναι κινηματογραφική: το ζεύγος συνευρισκόταν επί … τρεις μήνες στο σαλόνι της πανσιόν όπου εκείνη έμενε, αδιαφορώντας για τους επίσης αδιάφορους περαστικούς του ούτως ή άλλως ανυπόληπτου οικήματος. Στον αντίποδα, την ίδια θέση στην αφήγηση έχει και η οριακή εσωτερική του εμπειρία μέσα σ’ έναν καθεδρικό ναό:

… αυτή η αναγνώριση πως είσαι μέλος της πολυειδούς ανθρωπότητας με τις πολλαπλές,  ανάγκες, προβλήματα και συναισθήματα, όχι ένα μοναδικό πλάσμα, αλλά ένας, μονάχα ένας ανάμεσα στο πλήθος των συνανθρώπων σου, ναι, υποπτεύομαι πως αποτελεί την σπουδαιότερη παραδοχή για όλους εμάς απ’ αυτές που θα μπορούσαμε να κατορθώσουμε ατή τη στιγμή, κάτω απ’ όλες τις περιστάσεις, αλλά ιδιαίτερα τις περιστάσεις του παρόντος. Η στιγμή της ομολογίας τού ότι η ύπαρξή μου και η μοίρα μου θα μπορούσε να διαλυθεί τόσο ανεμπόδιστα όσο η στάχτη που πέφτει κάτω μέσα σ’ έναν δυνατό χιονιά αποκατέστησε μέσα μου, μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, την εμπειρία του καθεδρικού ναού της Κολωνίας. Και αναρωτιέμαι αν δεν αποτελούσε μια συνέχεια εκείνης της εμπειρίας, μια προαγωγή της: στην αρχή, το άγγιγμα του μυστηριώδους χεριού πάνω στο έρημο, γεμάτο αγωνίες κεφάλι, και μετά το ήπιο μάθημα ή η απόδειξη πως το κεφάλι, παρά την προοδευτικά κλιμακούμενη κρίση που εμπεριέχει, ήταν ακόμα ένα και μοναδικό κεφάλι που συνωστιζόταν μέσα σ’ έναν δρόμο μαζί με πολλά άλλα. [σ. 47]

Η επιτυχία στο θέατρο ήρθε πολύ αργά για τα τότε δεδομένα κριτήρια, αλλά και πάλι, ο ίδιος λέει είτε η καλή τύχη έρθει σε σένα νωρίς είτε αργά, αν έρθει και ποτέ, πρέπει να καταλάβεις πως υπήρξες τυχερός. Από την Νύχτα της Ιγκουάνα και μετά οι περιστάσεις της ζωής του ενέπνεαν  – απαιτούσαν γράφει ο ίδιος – από μέρους του ένα λιγότερο παραδοσιακό στυλ θεατρικής γραφής, κι έτσι ρίχτηκε με όλο και μεγαλύτερη απόλαυση «στην καινούργια φόρμα της απροκάλυπτης αυτό-αποκάλυψης».

Ίσως είμαι μια μηχανή, ένας δακτυλογράφος. Ένας καταναγκαστικός δακτυλογράφος κι ένας καταπιεστικός συγγραφέας. Αλλά αυτή είναι η ζωή μου, και αυτό που υπάρχει μέσα σε τούτα τα απομνημονεύματα είναι κυρίως η ελαχιστότατη περιφέρεια εκείνου που συνιστά την έντονη ζωή μου, διότι η έντονη ζωή μου είναι η δουλειά μου. / Έχω τη γνώμη πως το γράψιμο είναι μια διαρκής αναζήτηση ενός πολύ και σκόπιμα διφορούμενου θηράματος, και ποτέ δεν καταφέρνεις να το παγιδέψεις εντελώς. [σ. 134]

Ο Ουίλλιαμς δεν διστάζει να μοιραστεί ακόμα και τις καταστάσεις η ονομασία των οποίων «προέρχεται από το «Παν», χωρίς το μικρό της όνομα να είναι Πήτερ», θυμάται τις στιγμές όπου το γέλιο του υπήρξε το υποκατάστατο της θρηνωδίας και καταδύεται στις ψυχολογικές αβύσσους της εξάρτησης και της απόγνωσης, των γνωστών οικογενειακών του τραγωδιών και της προσωπικής ψυχοπνευματικής του κατάπτωσης, διατηρώντας καθαρή ματιά και διαυγή σκέψη ως το τέλος.

Δουλεύω ενάντια στον χρόνο, και δεν υπάρχει λόγος να αποφύγω αυτό το θέμα, εννοώ το να αγνοήσω το πρόβλημα του χρόνου που εκπνέει τόσο γρήγορα. Θα μπορούσα σ’ αυτό το σημείο, να προσποιηθεί κάποιου είδους ηρωική στάση, αλλά αυτό θα κατέληγε μονάχα σ’ ενός είδους αυταρέσκεια που απεχθάνομαι, η οποία θα έπρεπε να αποδοθεί στην αυτολύπηση, μια ιδιότητα που βρίσκω ιδιαίτερα αποτροπιαστική. Η στάση μου απέναντι στον εαυτό μου ποτέ δεν εκπήγαζε από τον οίκτο, δόξα τω Θεώ. Διαθέτω,  για να μνημονεύσω την Λεόνα Ντώσον στις Μικρές Εμπειρικές Συμβουλές, αυτή την τρομερή περηφάνια στον χαρακτήρα μου: εάν ένα άτομο, είτε είναι μια ερωτοχτυπημένη αισθητικός σαν την λεόνα είτε όχι, έχει περηφάνια στη φύση του, δεν είναι έτοιμο να παραδοθεί στην εξευτελιστική άσκηση της αυτολύπησης. [σ. 147 – 148]

Εκδ. Ίνδικτος, 200, μτφ. Εύη Γεωργούλη, 379 σελ., με τρισέλιδο κατάλογο ονομάτων και τοπωνυμίων και 56 πρόσθετες σελίδες με 144 ασπρόμαυρες φωτογραφίες [Tennessee Williams, Memoirs, 2003].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Down in Tennessee.

Εντευκτήριο, τεύχος 97 (Μάιος – Ιούνιος – Ιούλιος 2012)

Ο Ζαν Ζενέ πέθανε το 1986 από καρκίνο, μόνος στο δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχείου του Παρισιού, ύστερα από μια ζωή εγκατάλειψης, καταδικών, εγκλεισμών σε αναμορφωτήρια και φυλακές, περιπλανήσεων στα λιμάνια και τα καταγώγια. Βίωσε την εγκατάλειψη από τη μητέρα του, που δεν γνώρισε ποτέ, γεγονός που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή και σημάδεψε και το έργο του· την ίδια την φανταζόταν σαν κλέφτρα, είτε για να δικαιολογήσει τη δική του αδυναμία είτε για να την νιώσει πιο κοντά του. Η Καμίλ Ζενέ είχε διαδοχικά εμπιστευτεί τα δύο αγόρια της στην Υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας και από τον Φεβρουάριο 1911 μέχρι και τον Αύγουστο 1913 είχε αποστείλει τέσσερις επιστολές της προς τον διευθυντή της Υπηρεσίας με τις οποίες ζητούσε παρακλητικά να μάθει τα νέα τους. Ο Ζενέ δεν γνώρισε ποτέ τη μητέρα του και πληροφορήθηκε την ύπαρξη αυτών των επιστολών (που ανακαλύφθηκαν πριν από λίγα χρόνια στα κρατικά αρχεία και δημοσιεύονται στο τεύχος) όταν πια ήταν περίπου εξήντα ετών και δήλωσε πως ήταν πια πολύ αργά…

Μια άλλη ιστορία, που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει γράψει ο Ζενέ αφορά ένα πραγματικά μυθιστορηματικό ζεύγος, και πάλι στη Γαλλία της δεκαετίας του ’20. Ο εργάτης Πολ Γκραπ και η εργάτρια Λουίζ Λαντί παντρεύονται το 1911 και ένα χρόνο ο Πολ στρατεύεται, παίρνει μέρος σε μάχες, λιποτακτεί κι επιστρέφει κρυφά στο Παρίσι, όπου για να περάσει απαρατήρητος μεταμφιέζεται ζει ως γυναίκα με τη γυναίκα του, κυκλοφορεί και εργάζεται ως γυναίκα αλλά και συνάπτει ερωτικές σχέσεις με άντρες και με γυναίκες. Το κείμενο εδώ αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο «Η γκαρσόν και ο δολοφόνος» [υπό έκδοση από τις Εκδόσεις του 21ου].

…στο Δάσος της Βουλόνης, όπου τόσο της άρεσε να συχνάζει, ήταν πια «η βασίλισσα των γκαρσόν», ολοένα και πιο άπληστη για νέες γνωριμίες και πρωτάκουστες εμπειρίες. Της άρεσε ιδιαίτερα να πηγαίνει «στις Ακακίες», αλέα που είχε γίνει γνωστή το 19ο αιώνα ως τόπος κοσμικών ραντεβού και που είχε μεταμορφωθεί σταδιακά σε περιοχή πορνείας. […] Τον Απρίλη του 1923, έβαλε μια μικρή αγγελία στο Mon flirt. […] Παρουσιαζόταν ως «ηδονίστρια, βίαιη και διεστραμμένη» και αναζητούσε «κυρίες ή δεσποινίδες» για να μοιραστούν ατέλειωτα χάδια και μελετημένες τρυφερότητες. […] Παρατούσε όλο και πιο συχνά τη δουλειά της για να περάσει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της στο Δάσος της Βουλόνης όπου συναντούσε γυναίκες και άντρες ελεύθερων ηθών….

Εσένα θα σε κηδέψουν οι ήρωές σου, αυτοί που είναι απέθαντοι, μην ανησυχείς, είπε κάποτε ο Αργύρης Χιόνης στην Ζυράννα Ζατέλη για να της καταλαγιάσει το παράπονο ποιος θα μείνει να την κηδέψει έτσι όπως φεύγουν τόσοι, κι η συγγραφέας θυμάται τα μύρια όσα από τον συγγραφέα με αφορμή το πολυσέλιδο αφιέρωμα του τεύχους. Ανέκδοτα κείμενα του ίδιου, αφηγηματικά κείμενα του Δημήτρη Νόλλα, των Γιαν-Χένρικ Σβαν και Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, καθώς και μελετήματα του Αλέξη Ζήρα, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Σταύρου Ζαφειρίου, της Μαρίας Στασινοπούλου και του Σωτήρη Γάκου ολοκληρώνουν την 37σέλιδη σπονδή.

Πεζά του Γιάννη Τσίρμπα, του Δημήτρη Μίγγα, του Γιάννη Παλαβού, της Μαρλένας Πολιτοπούλου, του Δημήτρη Τανούδη, του Κυριάκου Γιαλένιου, ποιήματα της Μαρίας Λαϊνά, της Άννυς Κουτροκόη, της Ντίνας Καραβίτη, της Μαρίας Ταταράκη, του Χρήστου Τσιάμη, του Κώστα Νησιώτη, της Βικτωρίας Καπλάνη, του (Κύπριου) Κυριάκου Ευθυμίου, δοκίμιο της Κικής Δημουλά για ένα πεζογραφικό βιβλίο του ζωγράφου Παναγιώτη Τέτση και κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη για τα διαχρονικά αίτια της ελληνικής κρίσης και ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων με φωτογραφίες του Αχιλλέα Τηλέγραφου και σχέδια της Γεωργίας Τρούλη συμπληρώνουν το τεύχος. Σταχυολογώ από τον πάντα απολαυστικό Θεοδωρίδη:

Αλλά ακόμη και η έννοια της πατρίδας είναι σκοτεινή, επειδή τη χειριζόμαστε για να κρύβουμε τις διαφορές μας, επειδή τις θεωρούμε βλακωδώς αντεθνικές. Η Ελλάδα, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να έχει αποκεντρωθεί εδώ και δεκαετίες. Ο Θεσσαλός, ο Θρακιώτης ή ο νησιώτης έχουν διακριτές διαφορές. Μόνον μετά το 1832 και τον Λόρδο Πάλμερστον, που ξέχασε να ρωτήσει, στη μικρή μας χώρα η διαφορά θεωρείται ένοχη. Το ότι υπάρχουν περιοχές γεμάτες από μουσικές ιδέες και άλλες περιοχές όπου τα τραγούδια ακούγονται μονότονα και λίγα δεν σημαίνει πως οφείλεται στο ότι είχαν τούρκους δυνάστες. [σ. 42]

[176 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Ζαν Ζενέ, Αργύρης Χιόνης, Μιτσούκο.