Οι ξυπόλητες των ταινιών, 11: Οι ανυποχώρητες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 22 (Οκτώβριος 2020), εδώ

ΧΧΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 11: Οι ανυποχώρητες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Κάποιες ιστορίες αρχίζουν από το τέλος – τουλάχιστον o αφηγητής τους αυτό επιλέγει, ίσως για να προλάβει τις προσδοκίες που θα σπεύσει να προθερμάνει ο αναγνώστης. Είναι σα να θέλει να τον προστατεύσει από το όνειρο που μόνο η λογοτεχνία και οι εκλεκτικοί της συγγενείς (όπως ο κινηματογράφος και το θέατρο) μπορούν να διατηρούν διαρκώς ζωντανό. Σ’ αυτή την ιστορία λοιπόν, που δεν μπορεί παρά να έχει τον τίτλο Ηη Ξυπόλητη Κόμισσα, όλα τελείωσαν υπό καταρρακτώδη βροχή σ’ ένα μικρό νεκροταφείο της Ιταλίας, όπου o υποφαινόμενος σεναριογράφος και σκηνοθέτης Χάρρυ Ντόουζ αποχαιρέτησα μαζί με ελάχιστους άλλους παριστάμενους μια σπάνια γυναίκα, την Μαρία Βάργκας. Το ολόλευκό της άγαλμα προσπαθούσε να απεικονίσει κάτι από την ομορφιά της και ένα αναπόσπαστο στοιχείο της: τα γυμνά της πόδια· ακόμα και τώρα το ένα από αυτά έβγαινε κάτω από το μακρύ, άκαμπτο φόρεμα.

Είχα την μορφή του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ κι εκείνη της Άβα Γκάρντνερ. Δεν υπήρξαμε εραστές, προς μεγάλη αντίθεση με τις καθιερωμένες κινηματογραφικές ιστορίες. Μπορεί σε άλλες ενδεχόμενες βιογραφίες μας οι οδοί μας να διασταυρώνονταν σε κάποια από τις γωνίες όπου ευδοκιμούν οι έρωτες, τώρα όμως όχι· για μας γράφτηκε (από την μοίρα ή από μια πένα) η έτερη βαθιά σχέση που μπορεί να συνδέσει έναν άντρα και μια γυναίκα: η ειλικρινής φιλία. Γνωριστήκαμε σ’ ένα νυχτερινό κέντρο της Μαδρίτης όπου χόρευε τα εκστατικά της φλαμένκο. Εκεί μ’ έσυρε ένας άσπονδος συνεργάτης μου, ο παραγωγός Κερκ Έντουαρντς που έψαχνε μανιωδώς την κατάλληλη γυναίκα για την ταινία που μόλις μου είχε αναθέσει. Εκείνη την εποχή είχα βυθιστεί στο ποτό και η καριέρα μου πήγαινε κατά διαόλου. Φτάσαμε καθυστερημένα και δεν την είδαμε να χορεύει. Νωρίτερα η κάμερα έδειχνε μόνο τους θεατές της, άντρες προσηλωμένους και γυναίκες αδιάφορες, ζηλιάρες. Η χορεύτρια δεν φαινόταν – ακούγονταν μόνο οι καστανιέτες της. Ο Κερκ ρώτησε πότε ξαναβγαίνει και διέταξε τον μαιτρ του μαγαζιού να την φέρει στο τραπέζι μας αλλά πληροφορήθηκε ότι η σενιορίτα Βάργκας ποτέ δεν βγαίνει για δεύτερη φορά ούτε κάθεται στα τραπέζια των πελατών. Κι έτσι έστειλε εμένα να την φέρω.

Μπήκα στο καμαρίνι της  – κανείς. Παρατηρούσα τα φωτισμένα λαμπάκια που διακοσμούσαν τον καθρέφτη όταν κάτω από ένα παραβάν δυο γυμνά πόδια με κόκκινα νύχια αντικριστά με ένα άλλο ζευγάρι καλογυαλισμένων παπουτσιών πρόδωσαν το ζευγάρι που προφανώς αγκαλιαζόταν στα ενδότερα. Μάζεψα τα πεταμένα της παπούτσια και τα έριξα με θόρυβο στο πάτωμα, για να δηλώσω την παρουσία μου. Τα πόδια της αντέδρασαν, τα δάχτυλα κουνήθηκαν. «Σενιορίτα, φαίνονται τα γυμνά σας πόδια». Ο κύριος του παραβάν – που μου τον σύστησε ως ξάδερφο – ξεγλίστρησε από το παράθυρο κι εκείνη χαμογέλασε ένοχα, αν όχι συνένοχα. Παρά την αρχική της οργή, ανταλλάξαμε πνευματώδεις φράσεις σαν σε άτυπο αγώνα υπεροχής. Δεν έδειχνε να εντυπωσιάζεται από τις προτάσεις μου, αντέτεινε πως στην Μαδρίτη είναι σίγουρα μια μικρή σταρ, ενώ στο Χόλυγουντ ποιος ξέρει…

Πίσω στο τραπέζι ήταν αδύνατο να μη δείξω την ικανοποίησή μου για την απόρριψη του Κερκ. Εκείνος εξαγριώθηκε και με διέταξε να την φέρω σε μια ώρα, διαφορετικά να μην γυρίσω χωρίς αυτήν. Ανάμεσα στα φραστικά του χτυπήματα μου είπε πως το πρόβλημα μ’ εμένα είναι ότι δεν ξέρω που σταματά το σενάριο και πού αρχίζει η ζωή, αλλά δεν είχε δίκιο. Ένα σενάριο πρέπει να βγάζει νόημα, η ζωή όχι. Οποιοδήποτε σενάριο θα μ’ έβαζε να ξαναρχίσω εκεί το ποτό και να γίνομαι στουπί. Αλλά εδώ δεν ήταν σενάριο – μακάρι να ήταν. Κι έτσι η Μαρία μπήκε στην ζωή μου. Εκτός σεναρίου πια, σκέφτομαι πως ακόμα και οι αντιπαθείς άνθρωποι μπορεί να σου χαρίσουν απρόσμενα δώρα.

Εσωτερική αυλή, σκάλες, ενδιαιτήματα ταπεινά και φτωχικά, μια πόρτα με φως. Η οικογένειά της μια άγρια μητέρα, ένας ανήμπορος πατέρας κι ένας αδιάφορος αδελφός. Ένα ραδιόφωνο έπαιζε στη διαπασών ισπανικά. Βγήκε έξω για να μιλήσουμε, για να της πω πως κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ιδιαίτερο φως, που φέγγει μόνο πάνω του. Με ρώτησε αν θα την κάνω καλή ηθοποιό και της απάντησα με την μόνη αποστροφή για την οποία ήμουν βέβαιος: για την έκτη αίσθηση που διακρίνει τους συγγραφείς και τους σκηνοθέτες. Με άκουγε πρόθυμα αλλά χωρίς αφέλεια –κάποια στιγμή με ρώτησε ευθέως μήπως την θέλω για τον εαυτό μου– και μου άνοιξε την καρδιά της: «Όταν ήμουν μικρή δεν είχαμε λεφτά να αγοράσω παπούτσια Κι όταν ήρθαν οι βόμβες απ’ τον εμφύλιο και κρυβόμουν στα ερείπια, γινόμουν ένα με το χώμα κι ένοιωθα ασφαλής· κουνούσα τα δάχτυλα των ποδιών μου και ονειρευόμουν να γίνω σπουδαία κυρία με ωραία παπούτσια». Τώρα τα φοράει για να χορεύει και να δείχνει ωραία αλλά τα φοβάται και τα αντιπαθεί· μόνο με τα πόδια της στην βρωμιά νοιώθει ασφάλεια. Αλλά στο βάθος πάντα επιθυμεί να μην είναι εκτεθειμένη, όπως εγώ χωρίς το ποτό μου, όπως εκείνη με παπούτσια και σε δημόσια θέα. Φαίνεται πως όλη εκείνη την ώρα μέσα της αποφάσιζε να δοκιμάσει όσα της πρότεινα. Ήρθε έτοιμη να φύγει, ξυπόλητη – της είπα πως ξέχασε τα παπούτσια της και απάντησε, «όχι, δεν τα ξέχασα». Με εμπιστεύτηκε κι έγινε μια φημισμένη ηθοποιός.

Επιστροφή στην κηδεία της. Η κάμερα κάνει ζουμ στο αγαλματένιο γυμνό της πόδι. Οι πάντες ήθελαν να μάθουν για την Μαρία αλλά δεν υπήρχε τίποτα να μάθουν. Το μόνο βέβαιο ήταν αυτό που λεγόταν στην Μαδρίτη: το πάθος που έκαιγε μέσα απ’ την οθόνη ήταν κάτι που κανείς δεν μπορούσε ν’ αγγίξει. Παρέμεινε αντισυμβατική, παραβαίνοντας κάθε κανόνα που δέσμευε την ελεύθερή της βούληση. Όταν ο πατέρας της σε αυτοάμυνα σκότωσε την μητέρα της και πήγε στην Ισπανία να καταθέσει υπέρ του, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις για σπίλωση του ονόματός της και βγήκε ακόμα μεγαλύτερη σταρ από τότε. Είχε, μου έλεγε, όλα όσα θα ονειρευόταν κανείς: επιτυχία, γράμματα θαυμαστών, κορίτσια που σαπουνίζονται με το προϊόν που διαφήμιζε· όμως δεν έπαψε να αναρωτιέται πού ανήκει – δεν ήθελε να βρίσκεται ούτε στις λάσπες αλλά ούτε και στο πολυτελές κακόγουστο σπίτι της. Κι ύστερα μου θύμισε την Θενιθιέτα, το ισπανικό όνομα για την Σταχτοπούτα, και με ρώτησε: «σκέφτηκες ποτέ γιατί το πριγκιπόπουλο έψαξε την Θενιθιέτα μόνο και μόνο για να της φορέσει το παπούτσι;».

Κατά την διάρκεια ενός πάρτι στο σπίτι της ο πλούσιος λατινοαμερικάνος playboy Αλμπέρτο Μπραβάνο την προσκάλεσε στο γιοτ του αλλά ο Κερκ της απαγόρευσε να πάει· προσβεβλημένη από την τυραννική του συμπεριφορά η Μαρία αγνόησε τις απειλές του κι έφυγε. Αργότερα διέκρινα τα αστραφτερά της παπούτσια πεταμένα κάπου στο πάτωμα. Ένα ελπιδοφόρο ειδύλλιο βρισκόταν μπροστά της, αλλά ο Μπραβάνο ήταν υπερβολικά ρηχός για εκείνη. Προσκαλεσμένη εκείνου του φαντασμένου μεγιστάνα περιφερόταν σε παραλίες και καζίνο της  Γαλλικής Ριβιέρα σαν ποτισμένη με νοβοκαΐνη. Δεν έδειχνε ούτε πόνο ούτε ευχαρίστηση. Μέχρι που γνώρισε τον Κόμη Βιντσέντσο Τορλάτο-Φαβρίνι, του οποίου τις σκέψεις σας κοινωνώ, καθώς η ταινία πρωτοτυπεί, μοιράζοντας την αφήγηση σε περισσότερους του ενός άντρες:

Γιατί απ’ όλα τα μέρη του κόσμου πέρασα εκείνα τα σύνορα; Γιατί βρέθηκα μεταξύ Νίκαιας και Καννών; Τότε, μέσα στην ατέλειωτη εναλλαγή από άδειες μέρες και ξάγρυπνες νύχτες την είδα· ήταν σε κάτι σαν καταυλισμό. Φορούσε μια υπέροχη στενή κίτρινη κοντομάνικη  μπλούζα και μια μακριά μαύρη φούστα με σκίσιμο. Γύρω της μόνο άντρες, συντονισμένοι στο δικό της χοροστάσιο. Με κοίταξε λιγότερο απ’ όσο κρατάει ένα καρδιοχτύπι αλλά το ήξερα πως θα την ξανασυναντήσω. Εκείνο που δεν περίμενα ήταν ο τόπος της νέας συνάντησης: ένα καζίνο! Την είδα να κλέβει χρήματα από έναν άντρα και να τα ρίχνει βιαστικά έξω απ’ το παράθυρο, στον εραστή της. Ο σύντροφός της την πρόσβαλε μπροστά μας κατηγορώντας την πως του έφερε κακή τύχη στα παίγνιά του. Λίγα θυμάμαι μετά εκτός από κάποιον φτηνό ηρωισμό απ’ την πλευρά μου – τον χαστούκισα και της πρότεινα το χέρι. Με ακολούθησε, χωρίς να ρωτήσει τίποτα.  Δεν την γνώριζα από τις ταινίες της, το βλέμμα μου ήταν παρθένο, σκαλωμένο μόνο στα δικά της τρία βλέμματα –στον καταυλισμό, στο παράθυρο πάνω από τον εραστή της  και όταν της έδωσα το χέρι να φύγουμε. Ίσως αυτά αρκούσαν.

Έλπιζα να βρει την ευτυχία δίπλα σ’ αυτόν τον άντρα αλλά όταν την συνάντησα ύστερα από καιρό είδα την μελαγχολία στο βλέμμα της και την ρώτησα τι είδους ήρωας έγινε ο κόμης στο παραμύθι της. Μου απάντησε ευθέως ότι της φιλά τα χέρια αλλά μόνο αυτά. Λίγο αργότερα έσπευσε να σταθεί στο βάθρο της για το άγαλμα που θα διακοσμούσε τον κήπο τους, αφού πρώτα πέταξε τα παπούτσια της. Χαμογελάσαμε κι ο κόμης που μόλις είχε έρθει ρωτούσε αν του διαφεύγει κάτι. Αυτό ήταν πια το ιδιωτικό μας αστείο, η συνενοχή μας, η πρώτη μας κουβέντα. Την συνόδευσα στο γάμο της σ’ ένα αρχαίο παρεκκλήσι. Ο σύζυγός της αρνήθηκε να χορέψουν ισχυριζόμενος ότι δεν συνηθίζεται στις αριστοκρατικές δεξιώσεις. Ήμουν λοιπόν στενοχωρημένος, αφού εκείνη δεν ήταν ευτυχισμένη. Καθώς με ξεπροβόδιζε μου έδειξε το δικό της νοιάξιμο και μου είπε: «σ’ έχω ξαναδεί έτσι. Όταν οι ήρωές σου δεν σου βγαίνουν όπως έχεις σχεδιάσει ή παίρνουν πρωτοβουλίες παρά την θέλησή σου και δεν ξέρεις ποιο θα είναι το επόμενο βήμα τους».                                                                                                                                                

Η τελευταία φορά που την είδα ήταν μια βροχερή νύχτα στην Ιταλία, μερικούς μήνες μετά. Ήμουν στο ξενοδοχείο και ξανάγραφα σκηνές στην γραφομηχανή όταν μπήκε στο δωμάτιο, έβαλε να πιει και ξέσπασε σε λυγμούς. Τελικά έμαθε πώς είναι να είναι ερωτευμένη αλλά ένα έγγραφο που μου έδειξε ακύρωσε την ευτυχία της: ήταν μια ιατρική βεβαίωση για την ανικανότητα του συζύγου της εξαιτίας ενός πολεμικού τραύματος. Εκείνη όμως δεν έπαυε να αναζητά τον ολικό έρωτα, εκείνον που γεμίζει τα σώματα εξίσου με την ψυχή. Κι έτσι είχε μέσα της τον καρπό ενός τέτοιου έρωτα και σκόπευε να τον αποκαλύψει στον άντρα της. Προσπάθησα να την αποτρέψω, βέβαιος εκείνος παραήταν υπερήφανος για να δεχτεί κάτι τέτοιο. Η Μαρία επέμενε πως θα το δεχόταν, για να μην διακοπεί η οικογενειακή αριστοκρατική γραμμή. Δυστυχώς είχα δίκιο· την ακολούθησα ως το σπίτι της για να προλάβω τα χειρότερα αλλά ήταν αργά. Ο Βιντσέντσο την πυροβόλησε χωρίς να μάθει για την εγκυμοσύνη της.

Υπήρξα φίλος, σκηνοθέτης, εξομολόγος και ερασιτέχνης ψυχίατρος της Μαρίας Βάργκας, με ψευδώνυμο Μαρία Ντ’ Αμάτα, που από τα χωράφια και τα νυχτερινά κέντρα της Ισπανίας έφτασε να γίνει κινηματογραφική σταρέσσα· που ακόμα και μέσα στην αστραφτερή λάμψη του άστρου της παρέμενε ανικανοποίητη, που αρνήθηκε να αναλωθεί στο εργοστάσιο των ονείρων και της δημοσιότητας που λέγεται Χόλυγουντ. Εκείνη η υπερήφανη γυναίκα περπατούσε ξυπόλητη για να κρατά εξίσου ξέγυμνη την μνήμη της, την αλήθεια της, την ανυποταξία της σε άντρες ή σε κανόνες. Κι αν, όπως κάποια στιγμή είπα, η ζωή μερικές φορές φέρεται σα να έχει δει πολλές κακές ταινίες, είμαι βέβαιος πως εκείνη για όσο έζησε, έζησε σύμφωνα με την φράση της: Είμαι όπως είμαι και δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Η ταινία: Barefoot Contessa (Joseph L. Mankiewicz, 1954)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 10: Οι διδασκάλισσες, Β΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 21 (Σεπτέμβριος 2020), εδώ

ΧΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 10: Οι διδασκάλισσες, Β΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Τριάντα χρόνια μετά αλλά όχι τριάντα χρόνια μεγαλύτερος ζούσα στην Πάρμα με το όνομα Αννιμπάλε Ντομπερντό, ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου όπου κάποτε ήμουν εργάτης. Στα επεισόδια μιας γενικής απεργίας σκοτώθηκε ένας εργάτης μου και η σύζυγός του, η εργάτρια Ιρένε Κορσίνι στάθηκε την επόμενη μέρα μπροστά στο αυτοκίνητο και με έφτυσε καθώς έφευγα. Την επόμενη μέρα ήρθαμε στην πρώτη λεκτική αντιπαράθεση μπροστά στους εργάτες. Στο τέλος της βάρδιάς της στήθηκε μπροστά σ’ ένα θεόρατο μηχάνημα του εργοστασίου και το μπλόκαρε μ’ ένα κόκκινο λουλούδι. Κατάλαβα ότι το έκανε εκείνη, άλλωστε με περίμενε σ’ ένα αεροστεγές λευκό δωμάτιο αδιευκρίνιστης χρήσης. Φορούσε τα λευκά της ρούχα και ήταν ξυπόλητη. Επιχείρησα να βγω, σάρκασε τα χρήματα που έδωσα και την εξάντληση των εργατών, για μια πόρτα που δεν άνοιγε. «Αιχμάλωτος των εκατομμυρίων μου», έτσι με αποκάλεσε. Είχα την μορφή του Ούγκο Τονιάτσι κι εκείνη της Ρόμυ Σνάιντερ, που διέθετε μια ομορφιά ολόδική της.

Μια νύχτα που δεν είχα ύπνο σηκώθηκα και πήγα στο εργοστάσιο. Κάτω από μια υπέροχη μουσική είδα την σιωπηλή ολονυχτία των εργατών. Ακόμα και οι δυνάμεις καταστολής σιωπούσαν παραταγμένες στην άκρη. Με ρώτησε γιατί ήρθα και της απάντησα Ήρθα επειδή ήρθα. Την ρώτησα τι σημαίνει όλο αυτό και μου απάντησε Υπάρχουν πράγματα που δεν σημαίνουν τίποτα. Όπως το να δείξουμε το σώμα σ’ εκείνους που το σκότωσαν. Την άλλη μέρα, βρέθηκε σε μια όχθη μαζί με τις εργάτριες για να ρίξουν, κάτω από μια λυπημένη ευφορία, ένα σωρό κουτιά με ηλεκτρικές συσκευές στο νερό.

Το βράδυ ετοιμαζόμασταν όλοι οι βιομήχανοι για ένα δείπνο αλλά προτού καν μπουν μέσα όλοι έφυγαν φοβισμένοι λόγω του μαζεμένου πλήθους. Έριχναν πέτρες στα παράθυρα, μας γιούχαραν. Εγώ παρέμεινα, μόνος σ’ ένα άδειο τραπέζι σε σχήμα ταυ και ζήτησα από τον αμήχανο σερβιτόρο να σερβιριστώ. Κι ύστερα μπήκε εκείνη και κάθισε στην άλλη, μακρινή άκρη του τραπεζιού. Αρχίσαμε να τρώμε κάτω από τον ήχο των τζαμιών που έσπαγαν κι έτσι όπως η κάμερα πλησίαζε τα πρόσωπά μας, ήταν σα να θέλαμε να καταβροχθίσουμε ο ένας τον άλλον. Με πλησίασε, μου είπε πως αρχίζω να της αρέσω. Με ενέπαιζε ή πράγματι αισθανθήκαμε μια ερωτική έλξη που δεν γνωρίζει τα στεγανά των ρόλων μας;

Ύστερα βρέθηκα μόνος, γερμένος πάνω στο τραπέζι. Ο σερβιτόρος με πληροφόρησε πως εκείνη έφυγε μόλις αποκοιμήθηκα. Έξω στην αυλή και στην έξοχη μουσική που ακούγατε μόνο εσείς, στρωμένα τραπέζια χωρίς καρέκλες, με λευκά τραπεζομάντηλα που ανάδευε ο αέρας. Σταμάτησα έξω από το σπίτι της, μια εργατική κατοικία· είχε φως στον φεγγίτη πάνω απ’ την εξώπορτα. Την έσπρωξα και μπήκα, όπως και μια δεύτερη πόρτα. Το αγέρωχο ύφος μου πρόδιδε έναν άντρα μπερδεμένο, αν όχι απεγνωσμένο. Την είδα στο κρεβάτι καθισμένη μ’ έναν νέο, εμφανώς μετά τον έρωτα. Πίστεψα αυτό που έβλεπα επειδή το σινεμά με είχε διδάξει πως τα πάντα συμβαίνουν, ακόμα κι εκείνα που δεν πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν να συμβούν. Δεν κράτησα κανένα πρόσχημα· τους είπα ότι δεν ήρθα τυχαία αλλά σκόπιμα, και πως δεν είμαι κανένας ηδονοβλεψίας, πως η ηλικία μου είναι μεγαλύτερη από την συνολική ηλικία των δυο τους. Προτού φύγει, ο νεαρός μού συστήθηκε ως κάποιος που δεν σημαίνει τίποτα για εκείνη, χωρίς να παραλείψει να μου επισημάνει πως ούτε εγώ θα σημάνω κάτι, πως για τέτοιες γυναίκες οι άντρες δεν είναι παρά ένα παρόραμα, μια αβλεψία του Θεού.

Μετά ήρθε η σειρά της να μου μιλήσει: Σ’ ενοχλεί που έκανα έρωτα με κάποιον… εσύ πόσο καιρό έχεις να κάνεις έρωτα με μια γυναίκα που σου αρέσει; Δεν ήμουν μόνο ειλικρινής («έχει περάσει πολύς καιρός, ποτέ δεν είχα τον χρόνο να διαλέξω») αλλά και ευθύς: «θα έκανες έρωτα μαζί μου;». Χαμογέλασε, άπλωσε το γυμνό της πέλμα να μου χαϊδέψει φευγαλέα στο πρόσωπο. Τρυφερό πείραγμα ή προσκλητήριο ερωτικής πράξης; Της το κατέβασα αμέσως και της χίμηξα άγαρμπα, βόγκηξε, με δάγκωσε, την χαστούκισα, μου επέβαλε να γονατίσω και να της ζητήσω συγνώμη. Το έκανα. Με κατηγόρησε ότι φέρομαι με τον ίδιο τρόπο στους εργάτες, στις γυναίκες και στην ίδια την ζωή, πως συνομιλώ μόνο με φωνές. Μου σύστησε να μάθω την σιωπή, της ζήτησα να μου την διδάξει.

Περπατήσαμε σ’ ένα μεγάλο καταπράσινο χωράφι, ενώ τα φουγάρα των βιομηχανιών υψώνονταν στο βάθος μπροστά μας σαν θεόρατα μεταλλικά φυτά. Με πήρε από το χέρι και μου έδειξε το μικρό σπίτι που αρνήθηκε να πουλήσει ο πατέρας μου. Ο κόσμος τον αποκαλούσε τρελό αλλά εκείνος επέμενε και το κράτησε. Να κάτι που δεν μου ανήκε, που δεν μπορούσαν να αγοράσουν τα λεφτά μου. Θυμήθηκα το αγαπημένο μου ζευγάρι γερόντων στον Φάουστ, που αρνούνταν να πουλήσουν το μικρό τους σπίτι δίπλα στην θάλασσα όσα χρήματα κι αν τους έδιναν. Δεν το είπα τότε, μπορεί να μην τους γνώριζε καν ο χαρακτήρας μου. Μπήκαμε και της έδειξα την υγρασία στο ταβάνι. Υπήρχε από την εποχή που γεννήθηκα και παρέμεινε η ίδια κι απαράλλακτη, το σημάδι μιας μιζέριας που δεν αλλάζει, ο λόγος που έφυγε από εκεί. Ανέβηκα πάνω να ξαπλώσω, και ήρθε, γδύθηκε και πλάγιασε δίπλα μου. Της τράβηξα το σεντόνι και της φίλησα την κοιλιά, με υπόκρουση την ίδια εκείνη μουσική που μ’ έκανε να ξεχνάω τα πάντα. Ο πατέρας μου καθόταν έξω, με το βλέμμα του στο πράσινο ολόγυρα και στο γκρίζο που το κύκλωνε. Αν απόψε αγάπησα τον γιο σας, το έκανα και για σας, του είπε εκείνη φεύγοντας.

Όταν μ’ επισκέφθηκε στο γραφείο μου που ήταν σκοτεινό και υποβλητικό, για να κάμπτονται οι αντιστάσεις των εργατών, όπως παραδέχτηκα, την διαβεβαίωσα ότι επιθυμώ τελικά να τους ακούσω, να δω τι έχουν να πουν. Τους έπεισε όχι χωρίς δυσκολία. Τους πρότεινα κοινή διαχείριση του εργοστασίου και κοινά κέρδη. Μια μεγάλη στροφή συντελούνταν μέσα μου και γύρω μου. Βγαίνοντας αργά το βράδυ απ’ τις εγκαταστάσεις μας περίμενε στο σκοτάδι ένα αυτοκίνητο, που άναψε τα φώτα του πάνω μας. Ατρόμητος το πλησίασα και στάθηκα μπροστά του – έκανε όπισθεν κι έφυγε, αλλά γνώριζα πως ένας αμείλικτος πόλεμος είχε ξεκινήσει. Κι ύστερα, εγώ που δεν έμαθα ποτέ να κολυμπάω, την πήγα για νυχτερινό μπάνιο και ξαπλωμένος στα βότσαλα θαμπώθηκα μπροστά στον έναστρο ουρανό.

Η σύζυγός μου γνώριζε· την είχαν πληροφορήσει πως «μου άνοιξε τα μάτια μια πουτάνα». Κάλεσα τους άλλους εργοστασιάρχες σε τραπέζι κι έφερα προς μεγάλη τους έκπληξη γυναίκες να καθίσουν δίπλα τους, για να δουν τι σημαίνει ο έρωτας που ξέχασαν. Στις ίδιες είπα «μπορεί να σας φαινόμαστε περπατημένοι αλλά είμαστε νεογέννητοι· τώρα ανοίγουμε τα μάτια μας». Έπρεπε να βλέπατε το ύφος τους. Αλλά τέτοια τερτίπια δεν μπορούσαν να τους αγγίξουν. Στην επόμενη συνάντηση τους μίλησα ακόμα πιο απροκάλυπτα. Στην κατηγορία ότι όσα κάνω είναι ενάντια στους κανόνες, τους ρώτησα ποιος έφτιαξε τους κανόνες και τους ενημέρωσα ότι τους άλλαξα, όπως μπορούν να τους αλλάξουν κι εκείνοι· τους είπα ακόμα πως αδυνατούν να καταλάβουν ότι ένας άντρας έπραξε όχι με βάση το κέρδος αλλά επειδή κατάλαβε. Ίσως κάτι ανάλογο είπε η Ιρένε στην σύζυγό μου που την επισκέφτηκε και της ζήτησε να μείνει δίπλα μου να με βοηθήσει. Η συνάντηση των γυναικών, μια σπάνια συνομιλία όπου δεν είμαστε ποτέ παρόντες.

Θυμάμαι δυο φράσεις της. Είχαμε μόλις πλαγιάσει πλάι σε σακιά από τσιμέντο, σ’ ένα υπόστεγο του εργοστασίου και όταν φεύγαμε είδαμε το αυτοκίνητό μου στις φλόγες: «Δεν σταματούν ποτέ, μας μισούν επειδή σου έμαθα να χαμογελάς». Κι ύστερα, σ’ ένα άδειο εστιατόριο κάτω από μια στοά, μακριά απ’ όλο τον κόσμο και τον αχό του: «Οι άντρες μπορούν να κάνουν έρωτα και μέσα σ’ έναν ανεμοστρόβιλο, για μας τις γυναίκες έρωτας σημαίνει ειρήνη». Οι τελευταίες εκείνες ώρες ήταν, πράγματι, ειρηνικές. Απόλαυσα το πέστο, την ησυχία γύρω μας· σπίτι της κάναμε έρωτα κι έφυγα το ξημέρωμα, μέσα από το γαλήνιο χωράφι. Εκεί άκουσα δυο σφαίρες – η δεύτερη μ’ έριξε κάτω, σ’ έναν βουβό πόνο. Με σήκωσαν, μ’ έβαλαν στο αυτοκίνητο  και με πέταξαν έξω από την μάντρα του εργοστασίου. Η τελευταία μου σκέψη ήταν η ολονυκτία των εργατών έξω από το εργοστάσιο για τον νεκρό τους εργάτη – με περιμένει άραγε κι εμένα μια τέτοια;

Ήταν μια ταινία που θα θυμάμαι πάντα. Δεν ήταν μόνο η συμμετοχή μου, η επιθυμία μου να γίνω μια φορά Ούγκο Τονιάτσι, ένας κλασικός άντρας στον αντίποδα των ψηλών κομψών σταρ, μ’ ένα τυπικό αγέρωχο, ενίοτε αλαζονικό βλέμμα που όμως εύκολα μπορούσε να γεμίσει δάκρυα· ούτε η τύχη να μου χαϊδεύει το πρόσωπο με το πέλμα της η Ιρένε / Ρόμυ ή όποιο άλλο όνομα μπορούσε να πάρει μια γυναίκα που, όπως κάθε γυναίκα, ήταν ικανή να αλλάξει ολόκληρη την κοσμοθεωρία μου. Ήταν και η μουσική του Έννιο Μορρικόνε ο οποίος, είμαι βέβαιος, φορτίστηκε προσωπικά από σκηνές και διαλόγους σε σημείο να συνθέσει ανάλογο θεσπέσιο σάουντρακ. Τον γνωρίζω καλά: παρά τις εκατοντάδες κινηματογραφικές του συνεργασίες, τα συγκινησιακά του θαύματα είναι επί τούτου επιλεγμένα. Γνωρίζω ακόμα πως η φτωχή παραγωγή ανάγκασε τον σκηνοθέτη να γυρίσει μόνο το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματός του, αφαιρώντας τους δεύτερους χαρακτήρες αλλά και πολλούς διαλόγους ανάμεσα στην Ιρένε και σ’ εμένα, ιδιαίτερα σημαντικούς για την κατανόηση της σχέσης μας. Θα το αναζητήσω, να την γνωρίσω καλύτερα.

Εμείς που ξεκινήσαμε με αμοιβαία αντιπάθεια, καταλήξαμε να πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον όσο εκείνη δυνάμωνε με την λύπη της και ξεκινούσε ένα κίνημα διαμαρτυρίας. Την ερωτεύτηκα μ’ έναν έρωτα εξαγνιστικό, που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα την ζωή, που μ’ έκανε να κατανοήσω τους άλλους. Ίσως ο έρωτας να είναι αξεδιάλυτος από την πολιτική, ίσως, να την εμβολίζει με άλλου είδους βέλη. Ίσως, πάλι, η φράση που κάποτε είπαμε (δεν θυμάμαι ποιος από τους δυο) «Σήμερα η εξουσία δεν χρειάζεται ούτε ήρωες ούτε λιοντάρια. Χρειάζεται μόνο ποιητές». να έχει κάποια σημασία.

Σε περίπτωση που με ρωτήσετε αν άξιζε τον κόπο, δεν μπορώ παρά να σας απαντήσω με την συνήθη τριπλή μου υπόσταση. Ως Αννιμπάλε Ντομπερντό δεν θα υπεκφύγω επικαλούμενος πως πέθανα, άρα δεν τίθεται θέμα απάντησης αλλά απερίφραστα θα απαντήσω ναι, ήταν περίλαμπρες εκείνες οι φωτεινές μέρες της εσωτερικής μου αλλαγής που οραματίστηκε να γίνει εξωτερική. Ως Ούγκο Τονιάτσι μου αρέσει να πεθαίνω που και που, στην συναρπαστική αλλαγή ζωών που είχα ως επάγγελμα – άλλωστε είχα την ευαγή τύχη να φιληθώ από το πέλμα αυτής της γυναίκας. Ως Πανδοχέας των Γυμνών Ποδιών, είδα να αλλάζει για άλλη μια φορά η οπτική μου με την ιστορία της Ιρένε, τα πόδια της οποίας προσκάλεσαν σε μια ερωτική πράξη και εκκίνησαν έναν έρωτα που με την σειρά του μεταμόρφωσε έναν ολόκληρο άνθρωπο που ανακάλυψε μια νέα πραγματικότητα και ξεκίνησε μια μικρή κοινωνική μεταλλαγή. Τα πράγματα πλέον έπαιρναν πολύ σοβαρότερη τροπή. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: La Califfa (Alberto Bevilacqua, 1971)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.