Νίκος Νικολαΐδης – Ο οργισμένος βαλκάνιος

unnamed1Πώς αλλιώς; Μόνο λόγια και σχέδια;

Υπήρχε μια μοναχική κι απότομη ανηφοριά, στ’ ανατολι­κά του μεγάλου νταμαριού. Ένας στενός χωμάτινος δρόμος οδηγούσε κατευθείαν σ’ ένα πλάτωμα στην κορυφή της. Στεκόταν στη ρίζα της πλαγιάς και την αναμετρούσε μαρσάροντας; Η μηχανή έτρεμε ολόκληρη κάτω απ’ τα πόδια του και την κρατούσε με δυσκολία. Σαν μπούχιαζε ο κόσμος στην μπενζίνα, έσφιγγε τα δόντια και άφηνε απότομα το ντεμπραγιάζ και τότε η Machules πέταγε ψηλά τον μπροστινό τροχό της. Πήγαινε έτσι καμιά δεκα­ριά μέτρα και ορμούσε έπειτα τ’ αφηνιασμένο μέταλλο όλο μανία για την ανηφόρα. Ανέβαινε βλαστημώντας κι ουρλιάζοντας, πισώπεφτε, ξεκαβάλαγε κι έκλαιγε απ’ τη λύσσα που ’χε να φάει το βουνό, μέχρι που κώλωνε και χυνόταν πάλι πίσω στην κατηφόρα κι άρχιζε πάλι απ’ την αρχή. Σαν έφτανε με τα πολλά στο πλάτωμα, παράταγε τη Machules κι έπεφτε σε μια γωνιά ξεθεωμένος. [σ. 13]

304100_244841808896833_734530620_nΜήπως είμαστε στον κόσμο του Νίκου Νικολαΐδη; Ακόμα και με κλειστά μάτια, δηλαδή με κρυμμένο το εξώφυλλο, κάτι τέτοιο θα αισθανόμουν. Ο μοναχικός χαρακτήρας που αναπνέει μόνο στην δίτροχη τροχιά των αποδράσεών του, η δουλειά στο πρατήριο που τον καθιστά θεατή των μεγάλων και φευγάτων αυτοκινήτων, το μικρό του δωμάτιο στο σπίτι δίπλα στα νταμάρια γεμάτο φωτογραφίες – ο «Ατίθασος» Μάρλον Μπράντο και η παρέα με τις μοτοσυκλέτες που γυρνούσε την Αμερική και άραζε όπου ήθελε, ο Αναίτιος Επαναστάτης και δυο πόστερ να κρύβουν τους σοβάδες του τοίχου. Ο ημερολογιακός χρόνος μετράει ιδιωτικά: Μια βδομάδα πριν συναντήσει την Τερέζα, πέντε μέρες πριν συναντήσει την Τερέζα, τέσσερις μέρες…

Πάει καιρός που600846_376997672347912_684645554_n Τερέζα είχε ξεκόψει απ’ το σπίτι της. Ζούσε μονάχη σ’ ένα μικρό ρετιρέ, απ’ αυτά που οι μηχα­νικοί προβλέπουνε σε κάθε πολυκατοικία. κατάλληλο για γκαρσονιέρες και για μοναχικές κοπέλες δίχως πόρους. Γύριζε νωρίς – νωρίς τα πρωινά για ύπνο, την ώρα που οι θυρωροί καθάριζαν τα πεζοδρόμια, χτυπούσαν τα χαλιά και βγάζανε τους τενεκέδες, τα σκουπίδια. Την ώρα που τα υπηρεσιακά λεωφορεία τρέχανε γρήγορα με σβηστά φώτα, γύριζε μισομεθυσμένη μ’ ένα κεφάλι όλο καπνούς και αλκοόλ και μια πικρή βροχή από μοναξιά στα μάτια. Πετούσε τα ρούχα της στην έξω πόρτα κι έμπαινε ολόγυμνη στην κάμαρά της. Πότε – πότε ξερνούσε στον μπιντέ το ολονύχτιο γλέντι της κι ύστερα ξάπλωνε στο κρεβάτι, έσβηνε το φως και κάπνιζε το τελευταίο τσιγάρο της καθώς οι θόρυβοι της πόλης μεγάλωναν.[σ. 59]

nnbw_thumbΕίναι βέβαιο πως είμαστε στον κόσμο του Νίκου Νικολαΐδη. Τα αυτοκίνητα φεύγουν σφαίρα από το πρατήριο για Πάτρα – Ιταλία και μετά δεν έχει σημασία. Οι σχέσεις του είναι φευγάτες αλλά ποτέ δεν θέλει «να τον ξεπετάνε στο έτσι» και όταν συμβεί φέρεται ανάλογα και χειρότερα. Του αρκεί να γνωρίζει τις γκρίνιες και τις αδυναμίες της μηχανής του – και τις γνωρίζει καλά, όπως και κάτι μικρά μεταλλικά χτυπήματα από της καρδιά της μέσα. Η δεύτερη μοναδική του χαρά, το σινεμά. Κι ύστερα τα φλιπεράκια στην πλατεία Βικτωρίας, εκείνος ο κόσμος ο γεμάτος χρώματα και φωνές και χαρούμενα ηλεκτρικά καμπανάκια και τα «Σφαιριστήρια» στα Εξάρχεια. Εκεί ένα βράδυ πάνω στο ηλεκτρόφωνο ήταν ακουμπισμένη η Τερέζα .. με γερτό κεφάλι και μια μικρή ρυτίδα ερωτηματικού ανάμεσα στα φρύδια της. Οι άκρες των χειλιών της ανασήκωναν το ανάλαφρο βάρος ενός ειρωνικού χαμόγελου κι έπειτα σάρκωναν στη μέση κι έκαναν μια καμάρα…

1560633_610266799020997_625085558_nΈνας καυγάς μπροστά στα μπιλιάρδα, η ήττα του Φάνη, το δαντελένιο κιλοτάκι της κομπρέσα πάνω στα χτυπήματα, η γνωριμία των εραστών, η καληνύχτα. Πάνω στο τιμόνι της Matchless (γιατί αυτή είναι η προφερόμενη Machules) στερεώνεται με λάστιχο ένα τρανζιστοράκι και αρχίζει η αναζήτηση της Τερέζας. Τώρα ανακατεύονται μνήμες, οι διαφημίσεις του ραδιοφώνου, η προσπάθεια να θυμηθεί την πολυκατοικία της, οι διάλογοι με τους καχύποπτους. Σύλληψη, κρατητήριο, μια τραγελαφική παρεξήγηση με το βρακί της, η άχρηστη ζωή που θέλει να σε ρουφήξει.

Ο Φάνης πήγε κι έκλεισε την πόρτα. Κοίταξε τον Μάρλον Μπράντο. / «Κάτι πρέπει να γίνει … Δεν αντέχω άλλο. […] Πρέπει να φύγω από δω … Γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γίνεται. / Τι να ηρεμήσω, έτσι μου ’ρχεται ν’ αρχίσω τα ντουβάρια στις κουτουλιές να το γκρεμίσω το κωλόσπιτο. Αυτή η χώρα που ζούμε, παιδί μου, είναι το πιο ανώμαλο ρήμα του κόσμου… Ηρέμησε τώρα… Ηρέμησε, όλα θα γίνουν. Πώς θα γίνουν … τίποτε δεν θα γίνει». [σ. 81]

547003_610280829019594_868131069_n_Και πάντα έξω βρέχει μια διάφανη, ψιλή βροχή, που πάντα αφήνει ένα παραπονιάρικο μουρμουρητό στο λούκι, που σου μουσκεύει την καρδιά. Και πάντα θα υπάρχει η αναζήτηση της Τερέζας, εκείνης της γυναίκας που θα μας ωθήσει στη φυγή, και κάποτε έρχεται η συναπάντηση με το ξενυχτισμένο της δέρμα, το παιχνίδι με τις σιωπές, ο ένας να ανάβει το τσιγάρο του άλλου, η συννεφιασμένη παραλία, τα λόγια της – Πες μου κάτι να χαρώ, πες μου κάτι αστείο. 

Το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Νικολαΐδη εκδόθηκε το 1979, την ίδια χρονιά που βγήκαν στις αίθουσες Τα Κουρέλια που Τραγουδάνε Ακόμα. Είναι η ιστορία του Φάνη, η ιστορία της Τερέζας, η ιστορία των δυο τους μαζί. Είναι η ιστορία αυτών που κάτι δεν τους πάει στη δοτή ζωή που καλούνται να ακολουθήσουν, που κάτι ύποπτο τους βρωμάει στη δουλοπρέπεια του συρμού που εφαρμόζει την σειριακή παράδοση: δουλίτσα, σπιτάκι, οικογένεια· εκείνων που αρνούνται την υποταγή στη προδιαγεγραμμένη πορεία, που προτιμούν να μην πάρουν σειρά «να τους πηδήξουν».

«Γι’ αυτούς δεν είμαι αθώος και το ξέρεις καλά. Γι’ αυτούς είμαι ένας τσογλαναράς που τους ξέφυγε και τίποτ’ άλλο. Κάπου θα μου τη στήσουν τώρα και θα με μπαγλαρώσουν για τα καλά. Δεν θα ’μαι πάντα τυχε­ρός. Μια στιγμή, δεν τελείωσα. Όσο για τους μάγκες …Γι’ αυτούς δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Όλοι είμαστε εγκληματίες. Αυτή ’ναι, αδελφέ, η δουλειά τους. Κι εγώ κι εσύ κι αυτός» είπε πιο σιγά κι έδειξε τον Γκουεβάρα. Σηκώθηκε και πήγε μπροστά στη φωτογραφία του. Κόλ­λησε το μέτωπό του πάνω στο μέτωπο του Τσε και του ψιθύρισε: «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε ακόμα ελεύθερα, είναι να κατουράμε στραβά … Αύριο θα μας βουτήξουν και γι’ αυτό» [σ. 139]

Είναι ακριβώς 547775_403710223009990_1839610110_nο σκηνοθέτης που γνωρίσαμε και έγραψε για εμάς με πένα και με κάμερα τις ιστορίες που θέλαμε να δούμε και να διαβάσουμε. Είναι ο ίδιος στους διαλόγους και στις σιωπές, τολμώ να πω, και λίγο πιο μαλακός από τη σκληρή συνέχεια. Είναι ο ίδιος και στην πρόσθετη χούφτα από μικρές ιστορίες κωμικοτραγικές ή ένα από τα δυο: την συνομιλία στο τμήμα, την κοινή παρακολούθηση μιας ταινίας μετά σχολιασμού, την τρομοκράτηση του σινεματζή, την σαρκαστική βόλτα στο σούπερ μάρκετ και την αξέχαστη ληστρική / ερωτική βραδιά στο άδειο ζαχαροπλαστείο. Εκείνο το «νοσοκομείο γλυκών» με τα σιωπηλά ψυγεία με τα άσπρα δισκάκια και τις κούκλες τις τυλιγμένες σε ζελατίνες θα ζήσει μεγαλειώδεις στιγμές. Μπορείς να κλέψεις την αλήθεια από κάποιον;

Θέλω να μ’ αγαπάς όταν είμαι κακιά και άδικη. Τότε είναι που σε χρειάζομαι, κατάλαβες; Όταν είμαι καλή, όλος ο κόσμος μ’ αγαπάει. Αλλιώς, είμαι μόνη μου…

1526341_597806570267020_1871504966_nΟ Φώτης καταλαβαίνει. Θέλει μαζί της «να μιλάνε στο γνήσιο». Αργότερα θα της πει Είσαι μαζί μου ή δεν είσαι, αυτό θα πει. Η Τερέζα ενδύεται κάθε ερωτικό ρόλο που θα της δώσουν οι καλοπληρωτές της· το δικό της όνειρο βρίσκεται στο σινεμά, να βρεθεί από κομπάρσος στο μέσο της σκηνής. Αλλά παρά τις υποχωρήσεις της μπροστά στην παθιαστική συμπεριφορά του μοιάζει να ξέρει κάτι παραπάνω. Ακόμα και το ότι για φτιάξεις τους ανθρώπους πρέπει να φτιάξεις πρώτα τον εαυτό σου, δύσκολες καταστάσεις δηλαδή. Και στα δύσκολα και τα αναποφάσιστα, εκείνη θα είναι η κινητήρια μορφή όχι μόνο επειδή ούτως ή άλλως στο σύμπαν του Νικολαΐδη και ημών των ταπεινών ομοίων του μόνο μια γυναίκα μπορεί να κινήσει το σύμπαν αλλά και επειδή το λέει η καρδιά της. Είναι εκείνη που θα πάρει το τρελό του σχέδιο της ληστείας και της φυγής και θα πει Πώς αλλιώς; Μόνο λόγια και σχέδια;

1960-matchless- Εκδ. Athens Voice Books, 2011, [A΄ έκδ. Καστανιώτης, 1979], σελ. 299.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο 164.

Οι φωτογραφίες από τη σπάνια φωτοθήκη του γκρουπ Nikos Nikolaidis koureli.  Εκτός από την διπλανή, με την Machules του 60 και τα παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο. // To ύστατο βιβλίο του Νικολαΐδη εδώ.

 

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 163. Ελένη Κεφάλα

KefalaEleni1Περί Ποίησης

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του πρώτου σας βιβλίου ποίησης;

Ευχαρίστως. Το Μνήμη και παραλλαγές (Πλανόδιον 2007) δανείζεται τη δομή του από το αρχαίο δράμα και πιο συγκεκριμένα την τραγωδία. Ασπάζεται την άποψη που θέλει την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα ως ενιαίο κείμενο ή θέμα με παραλλαγές. Ποια είναι τα βασικά θέματα της λογοτεχνίας; Η ζωή, ο θάνατος και το ταξίδι ανάμεσά τους -αυτό των πολλαπλών ζωών και πολλαπλών θανάτων. Αυτά είναι τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η παγκόσμια λογοτεχνία ανά τους αιώνες και ο κάθε συγγραφέας καταφέρνει να προσθέσει, αν τον ευνοήσει η τύχη, μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή. Ο Πλάτωνας αναφερόταν στη γνώση ως ανάμνηση. Το ίδιο υποστήριζε και ο Μπόρχες, αλλά χωρίς τη μεταφυσική διάσταση της πλατωνικής θεώρησης. Ανάμνηση και παραλλαγή είναι δυο έννοιες που διέπουν το βιβλίο. Η δραματική του δομή (πρόλογος, πάροδος, επεισόδια, στάσιμα, έξοδος) δημιουργούν μια σύνθεση εν κινήσει ή τουλάχιστον προβάλλουν την αντίληψη πως ο ποιητικός λόγος βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή. Εξάλλου, τα έχει πει αυτά ο Μπόρχες, η έννοια του τελικού κειμένου δεν ανήκει παρά μόνο στη θρησκεία ή την εξάντληση. Η ποίηση, όπως το θέατρo, είναι ανοιχτή σε διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες. Καμία ανάγνωση, καμία παραλλαγή, καμία ερμηνεία δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Ταυτόχρονα, παραφράζοντας τον Σαίξπηρ, το βιβλίο μάς υπενθυμίζει πως είμαστε αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένη η μνήμη μας. Ή καλύτερα είμαστε η μνήμη μας.

Μιλήστε μας για τη δεύτερη ποιητική σας συλλογή.

kefala-Χronorrafia1Να μου επιτρέψετε αντί του όρου ‘συλλογή’ να χρησιμοποιήσω τη λέξη ‘σύνθεση’. Η Χρονορραφία, που βγήκε τον Δεκέμβριο του 2013 από τις Εκδόσεις Νεφέλη, είναι, όπως σημειώνεται στο εσώφυλλο της έκδοσης, μια δοκιμή στην πολυφωνία του χρόνου και ένας φόρος τιμής στις ασθενέστερες φωνές της ιστορίας. Η μαρτυρία ενός ανώνυμου και σχεδόν αγράμματου Κύπριου, που μεγαλώνει στο αγγλοκρατούμενο νησί το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα για να βρεθεί ανήμερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο ατμόπλοιο Άνδρος ανοιχτά της Ιταλίας με τελικό προορισμό τη Βρετανία, αποτελεί τον ιστό πάνω στον οποίο υφαίνονται οι υπόλοιπες ιστορίες (μεταξύ αυτών, η κατάκτηση της Λατινικής Αμερικής από τους Ισπανούς και η πτώση του καθολικισμού στη Σκωτία).

Η ποίηση ανασυντάσσει τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης και της μνήμης, τις οποίες βιώνουμε και εκφράζουμε κυρίως μέσα από τον κοινό λόγο. Η Χρονορραφία θεματοποιεί αυτήν ακριβώς τη λειτουργία της ποίησης, τον διάλογο δηλαδή του έντεχνου με τον κοινό. Δεν πιστεύω πως οι δυο βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν ‘ποιητικές λέξεις’, δεν μου αρέσει η εσκεμμένη χρήση άγνωστων ή δυσεύρετων φράσεων σε ένα ποίημα. Η εξεζητημένη σύνταξη μου φαίνεται επιτηδευμένη, σα να θέλει να σε κερδίσει με ένα ψέμα. Φυσικά αυτά είναι γούστα και η ποίηση έχει να κάνει πολύ με τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός μας. Πάντως η παρουσία της μαρτυρίας στο βιβλίο και οι δεσμοί που αναπτύσσει με τον έντεχνο λόγο αντικατοπτρίζουν, μεταξύ άλλων, και αυτή μου την πεποίθηση.

ΕξάλλοEleni-MnimiKaiParallagesυ, όπως διαφαίνεται από τον τίτλο, το βιβλίο αποτελεί μια σπουδή στον χρόνο. Οι μεταλλάξεις της γλώσσας, όπως για παράδειγμα η ανορθόγραφη μαρτυρία ή η μεταβολή των νοημάτων που συντελείται ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα ελληνική, καθρεφτίζουν τόσο τη μεταβλητότητά της όσο και το πέρασμα του χρόνου. Ταυτόχρονα, σε ένα μεταποιητικό επίπεδο, οι μεταλλάξεις αυτές υποδηλώνουν, σημασιολογικά πλέον, την πολυσημία του ποιητικού λόγου. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι επιμέρους ενότητες της σύνθεσης ουσιαστικά μιμείται τους μηχανισμούς της ίδιας της ποίησης. Θέλω να πω πως ο ποιητικός λόγος λειτουργεί μεταφορικά (κάθε λέξη ή έννοια μας μεταφέρει κάπου αλλού) και γι΄αυτό αναγκαζόμαστε να επιβραδύνουμε την ανάγνωση, κάτι που δεν κάνουμε κατ’ ανάγκη όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα. Με άλλα λόγια, στην ποίηση οι λέξεις αποκτούν διαφορετικό βάρος λόγω ακριβώς της μεταφορικότητάς τους. Ένας από τους στόχους της Χρονορραφίας είναι να δείξει αυτή τη λειτουργία της ποίησης (στην προκειμένη περίπτωση, ο έντεχνος λόγος έχει ως εφαλτήριο μια λέξη ή μια φράση της μαρτυρίας που μας μεταφέρει σε άλλα πεδία -χρονικά, χωρικά, γλωσσικά, σημασιολογικά, κ.ο.κ.). Ένα ποίημα της σύνθεσης τελειώνει με τον στίχο: ‘η ποίηση είναι’. Θα προσέθετα: και είναι παντού. Φτάνει να έχουμε πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας, όπως θα έλεγε ο ποιητής.

portada del Libro Pedro Paramo de Juan RulfoΤέλος, οι πολλαπλές συνδέσεις μεταξύ των ποιημάτων, αυτόνομων ως επί το πλείστον, διακλαδώνονται και δημιουργούν παράλληλα και δαιδαλώδη νοηματικά επίπεδα. Η Χρονορραφία είναι ένα βιβλίο που ζητά τη συμμετοχή του αναγνώστη στην παραγωγή του νοήματος. Ένα έργο που θαυμάζω είναι το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο. Κάθε φορά που το διαβάζεις ανακαλύπτεις νέα πράγματα. Όσο περισσότερο επενδύεις στην ανάγνωση, τόσο περισσότερο κερδίζεις ως αναγνώστης. Δεν είναι ερμητικό κείμενο, είναι όμως απαιτητικό. Έχει να σου πει πολλά, φτάνει να έχεις όρεξη να το ακούσεις. Στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιαστεί αυτό που κάποιοι ονομάζουν immersive theatre ή interactive theatre. Για να είμαι ειλικρινής το ανακάλυψα τυχαία πρόσφατα σε ένα δοκίμιο τριτοετούς φοιτήτριας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα είδος immersive poetry. Δεν ξέρω αν ο όρος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί. Πιθανόν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξενοδοχεία, βιβλιοθήκες, καφετέριες, τρένα, αεροπλάνα και βαπόρια. Και σε αγαπημένα μου μέρη, όπως για παράδειγμα στο Cavo Greco ή στην παραλία του St Andrews.

Jorge Luis BorgesΠερί Επιστημονικής Έρευνας

Είστε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του St Andrews στη Σκωτία. Ποιο είναι το ειδικότερο αντικείμενό σας;

Διδάσκω λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής με ιδιαίτερη έμφαση στην Αργεντινή. Τώρα τελευταία πειραματίζομαι και με άλλες μορφές τέχνης (κινηματογράφο, φωτογραφία, ζωγραφική). Ερευνητικά με ενδιαφέρουν ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητα και νεωτερικότητας, η σύγχρονη λογοτεχνία, η κριτική θεωρία, η ποίηση της πρωτοπορίας στην Αργεντινή και η ιστορική πρωτοπορία γενικότερα, ο Μπόρχες, κ.α.

Το θέμα της διατριβής σας είναι «Περιφερειακός (Μετα)μοντερνισμός: Η Συγκρητιστική Αισθητική των Μπόρχες, Πίλια, Καλοκύρη και Κυριακίδη» (2007). Ποια ήταν η προβληματική σας, ποια η διαδρομή της μελέτης, ποια τα συμπεράσματά της;

Kefala-Peripheral (Post)ModernityΟ Μπόρχες αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε τρεις σύγχρονους λογοτέχνες, δυο έλληνες και έναν αργεντινό. Μέσα από τις αισθητικές επιλογές τους, το βιβλίο εξετάζει ζητήματα νεωτερικότητας και πολιτισμικής ταυτότητας σε Ελλάδα και Αργεντινή. Στόχος του είναι να ανιχνεύσει τους μηχανισμούς που αναπτύσσονται στην ούτως καλούμενη γεωπολιτική περιφέρεια ως αποτέλεσμα της επαφής της με ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας. Η μελέτη αντιστρατεύεται τον όρο ‘αργοπορημένη’ νεωτερικότητα που συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τις χώρες αυτές. Διερευνά, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, τις πολιτισμικές διεργασίες που οδηγούν στη δημιουργία ποικίλων μοντέλων νεωτερικότητας ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες (πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, κ.ο.κ.) της κάθε χώρας. Όπως σωστά παρατηρεί ο Thomas Docherty αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ‘Πρώτου’ και ‘Τρίτου’ Κόσμου, ‘δεν υπάρχει ένας κόσμος (ούτε καν τρεις), αλλά πολλοί. Ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό και κανένας από αυτούς δεν χρειάζεται να εναρμονιστεί με τους υπόλοιπους’. Έτσι και η νεωτερικότητα δεν είναι μία αλλά πολλές, που αναπτύσσονται σε διαφορετικά χωροχρονικά πλαίσια ακολουθώντας διαφορετικές ταχύτητες. Η προσέγγιση που θέτει ως μέτρο σύγκρισης ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας δεν είναι μόνο επισφαλής, αλλά συχνά κρύβει και ένα είδος διανοητικού ιμπεριαλισμού. Επίσης, η επίμαχη διάκριση μεταξύ νεωτερικότητας και μετανεωτερικότητας εμφανίζεται ακόμη πιο προβληματιpigliaκή σε χώρες όπως η Αργεντινή και η Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας έτσι θέσεις όπως αυτές των Habermas, Lyotard και Jameson, που θέλουν την τελευταία να βρίσκεται σε συνεχή εμπλοκή με τη νεωτερικότητα, ή όπως αυτή του Eagleton, ο οποίος την αντιλαμβάνεται ως εξάντληση και κρίση των νεωτερικών αξιών. Θεωρώ πως πολύ συχνά οι δυο χώρες ακολουθούν παράλληλες κοινωνικοπολιτικές και αισθητικές πορείες -δυστυχώς και οικονομικές- παρέχοντας έτσι πρόσφορο έδαφος στους συγκριτολόγους. Κατά τη γνώμη μου οι νεοελληνικές σπουδές έχουν να κερδίσουν πολλά, ειδικά στο εξωτερικό, από τέτοιες συγκρίσεις. Ο διάλογος της νεοελληνικής λογοτεχνίας με τη λατινοαμερικάνικη, ενίοτε άμεσος, αλλά πιο συχνά διεθλασμένος, έχει μελετηθεί ελάχιστα. Παραπέμπω σε ένα άρθρο του Δημήτρη Τζιόβα στο Βήμα με τίτλο ‘Τα σύνορα της σύγκρισης’ (13/01/2008).

Έχετε επιμεληθεί τον σύμμεικτο τόμο «Negotiating Difference in the Hispanic World: From Conquest to Globalisation» (2011). Πείτε μας λίγα λόγια.

Το βιβλKefala-Negotiating differenceίο προέκυψε από ένα διεθνές συνέδριο με θέμα την πολιτισμική ταυτότητα που διοργανώθηκε κάποια στιγμή στο St Andrews. Πραγματεύεται την έννοια της ταυτότητας ως αποτέλεσμα μιας διαλογικής διαδικασίας, μιας συνεχούς διαπραγμάτευσης δηλαδή με τη διαφορά. Αντικείμενο μελέτης του είναι η Λατινική Αμερική από την κατάκτησή μέχρι σήμερα. Ο τόμος καλύπτει ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα που εκτείνεται από το Μεξικό, την Κολομβία και την Κούβα μέχρι τη Χιλή και την Αργεντινή, με αναφορές στην Ισπανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση πάντα με τη Λατινική Αμερική. Η προσέγγιση είναι διεπιστημονική -συγκεκριμένα συνδυάζει τη λογοτεχνική θεωρία και τις πολιτισμικές σπουδές με την ιστορία της τέχνης, τις μεταφραστικές σπουδές και την ανθρωπολογία.

Περί αδιακρισίας

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο έκθετος (El entenado) του Χουάν Χοσέ Σαέρ (ένα από τα ελάχιστα λογοτεχνικά κείμενα με θέμα τους ιθαγενείς της Αργεντινής κατά την περίοδο της κατάκτησής της από τους Ισπανούς) και το The Ancient Concept of Progress του E. R. Dodds.

Τι γράφετε τώρα;

Διαβάζω γONETTI 1ια την εισαγωγή της δεύτερης μονογραφίας μου Five and One Theses on Modernity: Buenos Aires Across the Arts, 1921-1939. Το ακαδημαϊκό σύστημα στη Βρετανία δυστυχώς μας έχει μετατρέψει, ή κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μας μετατρέψει, σε μηχανές παραγωγής έρευνας, κάτι που συχνά οδηγεί σε ένα είδος συστημικού καταναγκασμού. Πολλές φορές (ίσως και τις πλείστες) αυτό μεταφράζεται σε ποσοτική παρά ποιοτική έρευνα. Αυτό τον τρόπο σκέψης θέλω να τον κρατήσω μακριά από την ποίηση. Γράφω όταν έχω κάτι να πω. Αν αυτό που έχω να δώσω δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο, δεν υπάρχει λόγος να το κάνω. Πιστεύω πως στην εποχή μας δημοσιεύουμε πολύ, μιλάμε ακόμη περισσότερο, αλλά διαβάζουμε πολύ πιο λίγο και ακούμε ακόμη λιγότερο. Η μακροσκελής βιβλιογραφία στην ποίηση δεν με ενδιαφέρει. Εξάλλου πολλοί από τους λογοτέχνες που θαυμάζω δεν υπήρξαν πολυγράφοι ή τουλάχιστον υπήρξαν θιασώτες της αριστοτελικής οικονομίας. Το ‘publish or perish’ δεν με αφορά. Όχι στην ποίηση τουλάχιστον.

Περί Ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχω αγαπήσει περισσότερο κείμενα και λιγότερο συγγραφείς. Μερικά ονόματα: Όμηρος, Καβάφης, Μπόρχες, Αναγνωστάκης, Καρυωτάκης, Σαπφώ, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Κορτάσαρ, Μανουέλ Πουίγκ, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Κάφκα, Ρούλφο.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά που μου έρχονται στο μυαλό: KefalaEleni2Το Πέδρο Πάραμο του Ρούλφο, τα Ανθρώπινα ποιήματα του Σέσαρ Βαγιέχο, οι Πρόσθετες διερευνήσεις του Μπόρχες, η Κατάσταση εξορίας της Κριστίνα Πέρι Ρόσι, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ, τα Φύλλα Χλόης του Ουίτμαν, τα Γυάλινα Γιάννενα και η Παραλογή του Γκανά, τα ομηρικά έπη, ο Οδυσσέας του Τζόυς, Οι αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Η γυναίκα της Ζάκυθος και οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι του Σολωμού, Ο Εξώστης του Καχτίτση, η Κίχλη του Σεφέρη, οι Τρωάδες του Ευριπίδη, Η καρδιά του σκότους του Κόνραντ, η Ανθρώπινη αλυσίδα του Σέιμους Χίνι, Ο πίθηκος Ξουθ του Πιτσιπίου, Οι 7 τρελοί του Ρομπέρτο Αρλτ. Επίσης, ποιήματα των Μπουκόφσκι, Πεσσόα, Ροσάριο Καστεγιάνος, Ολιβέριο Χιρόντο, Καρούζου, Παυλόπουλου, Ντενίς Λέβερτοφ, Νικανόρ Πάρρα και πολλών άλλων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα άπαντα των Μπόρχες, Κορτάσαρ, Ρούλφο. Πολλά των Παπαδιαμάντη, Ροϊδη, Βιζυηνού, Ιωάννου, Γονατά, Χάκκα, Ονέτι. ‘Η νήσος’ του Πίγλια. Τα κοσμικωμικά του Καλβίνο. Και πολλά άλλα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δον Κιχώτης.

Στα ζωγραφισμένα πορτρέτα: Jorge Luis Borges, Ricardo Piglia, Juan Carlos Onetti.