Μπίλι Χολιντέι – Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ. Αυτοβιογραφία

TELIKO BILLIEΜπλέ ψυχή, μαύρο αίμα

Παίζαμε σε μια ατέλειωτη σειρά από ξεφτιλισμένα μαγαζιά, σε ζόρικες νέγρικες αίθουσες χορού στον Νότο, όπου το ουίσκυ από καλαμπόκι το φέρνανε κρυφά απέναντι από τις σιδηροδρομικές γραμμές, οπότε, μπαμ, ξαφνικά σταμάταγε αυτό το μαγγανοπήγαδο και μας αγκαζάρανε σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο λευκών. Δεν είχαμε τις σωστές φορεσιές, τα σωστά ρούχα ή μηχανήματα – οι μάγκες στην ορχήστρα δεν είχανε καν τα πνευστά που έπρεπε και που χρειάζονταν – ήμασταν όλοι ξεχαρβαλωμένοι, έχοντας διανύσει χιλιάδες μίλια άυπνοι, χωρίς πρόβες και χωρίς προετοιμασία – παρ’ όλα αυτά απαιτούσαν από μας να σκίσουμε. [σ. 92 – 93]

Προτού βρεθεί η Μπίλι Χολιντέι στον δρόμο, βρισκόταν πάντα στον δρόμο. Η ίδια μουσική που την αποπλάνησε μια για πάντα είχε νωρίτερα κλέψει την ψυχή του πατέρα της, και αργότερα τον ίδιο. Μπορεί τα δηλητηριώδη αέρα του πολέμου να του ρήμαξαν τα πνευμόνια δίνοντας τέλος στην καριέρα του ως τρομπετίστα, όμως τα χέρια του ήταν γερά και το μυαλό του πεισματωμένο: να γίνει οπωσδήποτε μουσικός. Όταν το κατάφερε τα ταξίδια με την μπάντα του ήταν και το τέλος της οικογενειακής του ζωής. Η Βαλτιμόρη κατάντησε γι’ αυτόν απλώς ένα πέρασμα μες στη νύχτα™™™. Τι απέμεινε στην μικρή Ελεονόρα; Μια νεαρή παιδούλα ως μητέρα της, και μια γιαγιά που πέθανε από γεράματα αλλά πρόλαβε να της εξηγήσει τι σήμαινε να’ ναι σκλάβα, να ανήκει ψυχή τε και σώματι σ’ έναν λευκό, που ήτανε ο πατέρας των παιδιών της.

Στα έξι ο κόσμος της ήταν η κακομεταχείριση από τους συγγενείς, το σφουγγάρισμα των «παναθεματισμένων άσπρων σκαλιών της Βαλτιμόρης» και τα θελήματα σε σπίτια και στο πορνείο της γωνίας. Κι όταν εκεί ερχότανε η ώρα της πληρωμής, τους έλεγε να κρατήσουν τα λεφτά και να την αφήσουν να πάει στο μπροστινό σαλόνι ν’ ακούσει τον Λούις Άρμστρονγκ και την Μπέσσυ Σμίθ στο γραμμόφωνο: Μερικές φορές ο δίσκος μ’ έκανε να νιώθω τέτοια θλίψη που έριχνα ένα κλάμα άλλο πράγμα. Κι άλλες φορές ο ίδιος ο παναθεματισμένος ο δίσκος μ’ έκανε τόσο ευτυχισμένη που ξεχνούσα πόσο χρήμα, που είχα βγάλει με ιδρώτα, μου στοίχιζε η μουσική βραδιά στο σαλόνι.[σ. 27]. Το μπορντέλο ήταν ένα από τα ελάχιστα μέρη όπου ακουγόταν αυτή η μουσική, αλλά και όπου μπορούσαν να συναντηθούν όσο πιο φυσικά γινόταν οι λευκοί με τους μαύρους.

3Στα δέκα, της έλαχε «το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα», ο βιασμός, στα δώδεκα την κακοποίησε ένας τρομπετίστας από μια μεγάλη νέγρικη ορχήστρα. Κι έτσι δεν ήτανε ν’ απορεί κανείς που το σεξ το φοβόταν «σαν τον θάνατο». Όμως η πορνεία ήταν μονόδρομος επιβίωσης και όταν δεν αναλάμβαναν οι νταβατζήδες του, έρχονται οι επίσημοι του είδους, οι δικαστές, για να την στείλουν με ιδιαίτερη ευκολία στο αναμορφωτήριο. Μετά την θητεία της αναχωρεί με την μητέρα της για το Χάρλεμ, την εποχή του κραχ. Μόνο που, με εξαίρεση τις ουρές του ψωμιού, το κραχ δεν είναι ήταν «τίποτα καινούργιο για εκείνες, πάντα το είχαν».

Η αρχή έγινε στην 4«Ξύλινη Καλύβα», με πρώτο τραγούδι το Trav’ lin’ all alone που έκανε τους φασαριόζους θαμώνες να σιωπήσουν. Και η συνέχεια περιλαμβάνει όλους όσους έρχονταν στο καταγώγι, την άκουσαν και αργότερα συνεργάστηκαν μαζί της, επηρεαζόμενοι και οι ίδιοι από εκείνο το στυλ της ή ανάμιξαν τις μαύρες ψυχοσυνθέσεις τους σε μπλουζ, τζαζ και σουίνγκ κορυφώματα: Benny Goodman, Johnny Hodges, Coleman Hawkins, Count Basie, Artie Shaw, Duke Ellington, Lester Young, Buck Clayton, Charlie Shavers, Oscar Peterson, Roy Eldridge, Ben Webster. Ακολουθεί το αξέχαστο πρωινό της έναρξης στο Απόλλο και όλα τα μαγαζιά του Χάρλεμ. Αλλά τα μαγαζιά δεν είχανε ουσία. Η ζωή που ζούσαμε είχε. Η όλη ιστορία γινότανε στα παρασκήνια και ελάχιστοι ήτανε οι λευκοί που μπόρεσαν να τη ζήσουν από κοντά. Κι όταν γινότανε αυτό, ήταν σαν να είχανε έρθει από άλλο πλανήτη. Ήτανε βάσανο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς επιβιώσαμε. [σ. 70]

5Ο ιδιοκτήτης του Uptown House στο Χάρλεμ έγινε ο μεγάλος της έρωτας και ταυτόχρονα ο ναρκωτικός της καταστροφέας. Στην μαύρη της ζωή μπαίνουν τα απατηλά λευκά: οι γόβες, οι γαρδένιες και η πρέζα. Κατά τα άλλα ο αιώνιος και αμετακίνητος «παναθεματισμένος φυλετικός διαχωρισμός» θα βρίσκεται πάντα μπροστά της. Η Lady Day των Υπογείων θα φτάσει ψηλά, εκεί όπου τελικά δεν υπάρχει τίποτα. Στην διαδρομή δεν επιτρεπόταν ποτέ να αρρωστήσει, να δείξει πόνο, να βγει άσχημη, να μην τραγουδήσει καλά, να μην ανταποκριθεί στις προσμονές των πολλών.

Με τη ζωή που κάναμε στην τουρνέ, κανένας δεν είχε καιρό να πάει μόνος στο κρεβάτι, πόσο μάλλον και με κάποιον άλλον. Το βράδυ, όπως έλεγε κι ο Λέστερ, κάναμε στάση σε μια πόλη, πληρώναμε δύο έως τέσσερα δολάρια για ένα δωμάτιο, ξυριζόμασταν και ρίχναμε για κάμποσα λεπτά μια ματιά στο κρεβάτι, πηγαίναμε να κάνουμε πρόγραμμα, ξαναρχόμασταν, ξαναρίχναμε πάλι μια ματιά στο κρεβάτι κι ανεβαίναμε στο λεωφορείο. [σ. 93]

6Ούτως ή άλλως η ζωή της σε μεγάλο βαθμό είναι προδιαγεγραμμένη: θα παραμείνει πάντα μια μαύρη σε μια κοινωνία που αδυνατεί να την δει ως κάτι διαφορετικό από μια «μαυριδερή», μια αταίριαστη στον βρώμικο κόσμο της δημοσιότητας, μια ευάλωτη στον έρωτα και τα ψέματα των ουσιών, μια ανεπιθύμητη του «νόμου». Αυτή η αιώνια «βρωμονέγρα» καλωσόριζε τον πόνο σαν καθημερινό επισκέπτη, δεν ξεχνούσε να επαναλαμβάνει πως χωρίς φίλους δεν πας πουθενά, γνώριζε καλά πως η νομοκοινωνία δεν θα την αφήσει ποτέ ήσυχη, έμαθε να μετράει υπομονετικά τα χτυπήματα και τις ουλές (τις ορατές και τις αόρατες). Ίσως γι’ αυτό στο Strange fruit εκφραζόταν τόσο εσώψυχα· γιατί ήξερε πως το παράξενο φρούτο θα ήταν πάντα εκείνη για όλους.

7Αν περιμένει κανείς μια ατέλειωτη ελεγεία, δεν θα βρει τίποτα. Η Κυρία γράφει όπως μιλούσε, απλά, σταράτα, κοφτερά και απροκάλυπτα, όπως γράφουν σήμερα οι «βρώμικοι ρεαλιστές». Και πολύ περισσότερο δεν κλαψουρίζει ούτε αναζητά απαντήσεις. Στα δύσκολα μόνο βρίζει τους απάνθρωπους που επιχείρησαν να την τσακίσουν και τους προσπερνά με τρεις φράσεις, μέχρι τους επόμενους. Διόλου τυχαία κάθε κεφάλαιο έχει τον τίτλο ενός τραγουδιού της. Αλλά εκτός από την προσωπική διήγηση της  στο βιβλίο ανασαίνει ολόκληρος ο αληθινός τζαζ κόσμος: απαρχές, μουσικοί, μαγαζιά, τζαμαρίσματα, ηχογραφήσεις, δισκογραφήσεις, πρόσωπα, κλίμα.

233-1345280332Αν βγάλουμε τους δίσκους της Μπέσσυ Σμιθ και του Λούις Άρμστρονγκ που άκουγα όταν ήμουνα μικρή, δεν ξέρω κανέναν άλλο που να επηρέασε το τραγούδι μου, τότε ή και σήμερα. Πάντα ζήλευα τον γεμάτο δυνατό ήχο της Μπέσσυ και το αίσθημα του Ποπ. Παιδιά με ρωτάνε συνέχεια από πού προέρχεται το στυλ μου, πώς εξελίχθηκε κι άλλα τέτοια. Τι  να τους πω; Αν βρεις μια μελωδία που να σου μιλάει, τότε δεν χρειάζεται να εξελίξεις τίποτα. απλώς το αισθάνεσαι κι όταν τραγουδάς υπάρχουνε κι άλλοι που αισθάνονται κάτι. Για μένα η δουλειά, η ενορχήστρωση ή η πρόβα δεν έχουν καμία σχέση. Δώστε μου ένα τραγούδια που  να το αισθάνομαι και δεν το θεωρώ ποτέ κόπο. Τέτοιο είναι το αίσθημα που έχω για μερικά τραγούδια που δεν αντέχω να τα πω, αυτό όμως είναι πάλι άλλο θέμα. [σ. 66]

Η 8φωνή της ταυτίστηκε με την ερμηνεία, ο συρτός της ήχος με την έννοια του πόνου, η εκφορά των λέξεων ήταν σχεδόν χειροπιαστή, όπως τις άφηνε να μείνουν για λίγο στον αέρα, για να τις δεις μέσα στο πλήρες περίγραμμα και στο ολοκληρωμένο τους νόημα. Όπως άλλωστε έλεγε, «μου ’χουνε πει πως κανείς δε λέει τη λέξη «πείνα» σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη «αγάπη». Ίσως να ’ναι που θυμάμαι τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις». Οι αστυνόμοι περίμεναν να την συλλάβουν ακόμα και έξω από το νοσοκομείο Μετροπόλιταν του Μανχάταν όπου μεταφέρθηκε για άλλη μια φορά ερείπιο τον Ιούλιο του 1959. Αλλά αυτή τη φορά απέτυχαν, τους την έκλεψε ο θάνατος.

billie and misterΗ έκδοση περιλαμβάνει γυαλιστερό ένθετο με 31 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, δισκογραφία από τον Albert McCarthy [1973] και το πεντασέλιδο κείμενο του David Ritz «Μια χρήσιμη δισκογραφία για όσους αγαπούν την Μπίλλυ» [2006], με τις δικές του απόψεις και προτάσεις για μια σειρά δίσκων της.

Πλήρης τίτλος: Billie Holiday, με τη συνεργασία του William Dufty  – Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ. Αυτοβιογραφία. Εκδ. Άγρα, 2012 [Α΄ έκδ. 1984] μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, εισαγωγή David Ritz, σελ. 327 [Billie Holiday, Lady sings the blues, 1956].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 121. Ιγνάτης Χουβαρδάς

ΝΛΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Είναι ένα ποιητικό βιβλίο, το «Θερινό τετράδιο». Μια συρραφή αποσπασμάτων γύρω από το σκηνικό διάκοσμο του καλοκαιριού. Μια προσπάθεια αποτύπωσης του ρίγους από το θάμπος του ελληνικού θέρους.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Όλα τα βιβλία μου νομίζω κινούνται γύρω από το ίδιο θέμα. Είναι ο κόσμος της ετερότητας. Τα υλικά της σαγήνης. Η αγωνία άμβλυνσης της απόστασης ανάμεσα στον ερωτευμένο και τη μορφή που τον γοητεύει. Το μυστήριο της θηλυκότητας. Ψαύοντας τους ιστούς αυτού του κόσμου, ανακαλύπτω τη μαγεία. Η λέξη κλειδί στα κείμενά μου είναι, πιστεύω, η λέξη «κορίτσι».

10Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι, δεν έχω γράψει. Οι δρόμοι είναι ο χώρος της έμπνευσης, της δράσης. Ύστερα όλη η ένταση που έχει συσσωρευτεί αποτυπώνεται στο χαρτί, στο μισόφωτο του γραφείου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες ή καλύτερα οι ηρωίδες είναι διαρκώς παρούσες, απλά αλλάζουν μορφή, μεταμορφώνονται, εμπλουτίζουν με νέα φίλτρα το ελιξίριο του έρωτα. Ο κόσμος των γυναικών ποτέ δεν είναι επίπεδος. Ούτε κι οι δικές μου επιθυμίες. Κι η ομορφιά βασίζεται σε ένα μωσαϊκό ανόμοιων στοιχείων, σε οξύμωρα και αντιφάσεις, στην έξαρση των αντιθέσεων, στο συγχρονισμό ετερόκλητων καταστάσεων πάνω στην επιφάνεια μιας ελάχιστης νησίδας χρόνου.

09Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα κείμενά μου είναι κατά κύριο λόγο αυτοαναφορικά, υπάρχει ένας υπερτονισμός του εγώ, μια προβολή της προβληματικής σχέσης με τον έξω κόσμο. Είμαι λάτρης της πραγματικότητας, εκκινώ από το βίωμα αλλά στη διαδρομή η πραγματικότητα αποδεικνύεται ότι δεν είναι μονοσήμαντη, ρευστοποιείται, εισβάλλει ο πειρασμός της αναζήτησης μιας βαθύτερης ουσίας, πιο ερωτικής, πιο αποκαλυπτικής. Τότε προκύπτει το ερώτημα της τροποποίησης του αληθινού, σύμφωνα με πιο μύχιες επιθυμίες. Το γράψιμο ξεφεύγει από το γραμμικό ορίζοντα και γίνεται καλειδοσκοπικό.

01Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Πιστεύω στην έμπνευση. Δεν είμαι εργαστηριακός συγγραφέας. Θα ήθελα να δουλεύω με μέθοδο αλλά μέχρι τώρα δεν το έχω καταφέρει. Ανάμεσα στα γραπτά μου, μεσολαβούν μεγάλα διαστήματα χαμένου χρόνου. Αυτό είναι ένα από τα ελαττώματά μου. Ο τρόπος που γράφω είναι ευκαιριακός και απρόβλεπτος. Αν και η τελετουργία είναι ένα θέμα που μ’ ενδιαφέρει, όμως στο γράψιμο είμαι σκόρπιος και παρορμητικός. Στο πλαίσιο αυτό θα έλεγα ότι η μουσική δεν με επηρεάζει.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

05Είμαι φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Ως συγγραφέας είμαι ολότελα αποστασιοποιημένος από τη φιλολογική μου ιδιότητα. Θα μπορούσα να χαρακτηριστώ και προχειρογράφος.

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

Η πεζογραφία υπηρετεί το ποίημα και όχι το ανάποδο. Για μένα το πεζό είναι ένα ποίημα που αφήνεται στο χορό των λεπτομερειών. Βέβαια τα μέσα διαφέρουν αλλά ο στόχος παραμένει ο ίδιος: η ποιητική ανάπλαση του κόσμου, το ρίγος, η μαγική στιγμή που έχει διάρκεια.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

ΝΛΦΘα επέλεγα το πολυσχιδές πρόσωπο του Κάρολου Τσίζεκ, το έγχρωμο βλέμμα του, τα εξαίρετα ελληνικά του. Είναι και η τύχη που είχα να μοιραστώ μαζί του μια οδοιπορία στη φύση, μια Κυριακή Φεβρουαρίου, από το πρωί μέχρι τη δύση του ήλιου. Μια σπουδή στη μεγέθυνση της λεπτομέρειας, μια εμπειρία ζωής. Θυμάμαι το βράδυ της ίδιας Κυριακής, παρόλη την κόπωση, τριγυρνούσα αλαφιασμένος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με τη ζάλη ενός ανθρώπου που είχε τη χαρά ν’ ανακαλύψει τις ατέρμονες δίπλες της ζωής.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια συλλογή αφηγημάτων. Πραγματεύονται το θέμα της σταδιακής προσέγγισης της θηλυκότητας μέσα από τη στρατηγική της αποπλάνησης. Είναι διαρκώς παρόν το ζήτημα της «αμοιβαίας παραμόρφωσης», όπως το θέτει ο Γκόμπροβιτς: “ο πρωταγωνιστής αισθάνεται ότι τον δημιουργεί η μορφή, ταυτόχρονα είναι σκηνοθέτης’’.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα περιοριστώ σε συγγραφείς που με επηρέασαν με τρόπο βιωματικό, που τους έβαλα στο προσκεφάλι μου: Ρεμπώ, Σολωμός, Ελύτης, Γκόμπροβιτς, Ζενέ, Παζολίνι, Μπωντριγιάρ.

Αγαπημένα σα03ς παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τόμας Μαν «Ο θάνατος στη Βενετία», Ζαν Κοκτώ «Τα τρομερά παιδιά», Ραιημόν Καινώ «Ο φίλος μου ο Πιερό», Πολ Όστερ «Λεβιάθαν», Νίκος Α. Κοκάντζης «Τζιοκόντα», Λωτρεαμόν «Τα άσματα του Μαλντορόρ», Εμμανουήλ Ροΐδης « Η Πάπισσα Ιωάννα», Τσέζαρε Παβέζε «Στην παραλία», Οδυσσέας Ελύτης «Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά» και «Εξη και μια τύψεις για τον ουρανό», Βίτολντ Γκόμπροβιτς «Φερντυτούρκε» και «Η πορνογραφία», Αρθούρος Ρεμπώ «Εκλάμψεις», Ανδρέας Εμπειρίκος «Οκτάνα», Νίκος Εγγονόπουλος «Ποιήματα», Έρση Σωτηροπούλου «Διακοπές χωρίς πτώμα» και «Η φάρσα», Ευγένιος Αρανίτσης «Σε ποιον ανήκει η Κέρκυρα;» και «Αφρική», Χάρης Μεγαλυνός «Καλοκαίρια και ενιαυτοί», Γιώργος Χρονάς «Τα ποιήματα 1973-2008», Αλέξανδρος Σχινάς «Αναφορά περιπτώσεων». Επίσης τα άπαντα του ε.ε. κάμμινγκς,  τα «Κάντος» του Έζρα Πάουντ, το έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου…….

04Αγαπημένα σας διηγήματα.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Όνειρο στο κύμα», Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ «Μια ρωσίδα καλλονή», Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ «Το απόγευμα ενός συγγραφέα», Τρούμαν Καπότε «Μύριαμ», Χανς Κρίστιαν Άντερσεν «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα», Γεώργιος Βιζυηνός «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», Νίκος Καχτίτσης «Η ομορφάσχημη». Κείμενα του Δημήτρη Καλοκύρη, του Μανόλη Ξεξάκη, του Βασίλη Δημητράκου. Μικρά διαμάντια στο έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Επίσης διηγήματα του Γιώργου Β. Κάτου, του Νάσου Θεοφίλου, του Άρη Σφακιανάκη, του Περικλή Σφυρίδη…

06Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι, με γοητεύει ο Ευγένιος Αρανίτσης, τον θεωρώ έναν συγγραφέα ξεχωριστό και ιδιαίτερο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο μικρός πρίγκιπας του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Συναισθηματικά είμαι δεμένος με το βραχύβιο περιοδικό «Ζάλη» που έβγαινε στο Βόλο από τον ποιητή Γιάννη Τζώρτζη, στα μέσα της δεκαετίας του ΄80. Εκεί είχα πρωτοδημοσιεύσει τα πρώτα μου ποιήματα. Επίσης χρωστώ πολλά στα περιοδικά «Λέξη», «Τραμ», «Εντευκτήριο», «Παραφυάδα», «Μπιλιέτο»  και «Οδός Πανός». Εκτιμώ πολύ και τον «Πόρφυρα». Το «Παραμιλητό» με τη μικρή διαδρομή που έκανε και τον εκδότη του Δημήτρη Παναγιωτόπουλο. Κοιτώντας πιο πίσω στο παρελθόν, περιοδικά όπως ο «Κοχλίας», η «Διαγώνιος», το «Πάλι» αποτελούν μια παρακαταθήκη εξαιρετική.

07Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα «Τα ονόματα» του Ντον Ντελίλλο.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, διαβάζω κριτικές, είτε έντυπες είτε ηλεκτρονικές. Ο έντυπος λόγος είναι αναντικατάστατος, τον προτιμώ. Θα δεχόμουν αβασάνιστα να γλιστρήσω στη γοητεία της ηλεκτρονικής εποχής, με την προϋπόθεση ο έντυπος λόγος να συνεχίσει να έχει την πρωτοκαθεδρία. Εδώ χρωστώ μια αναφορά στον τυπογράφο Ε. Ν. Νικολαίδη που τον γνώρισα υπερήλικα να δουλεύει σαν έφηβος στο σκιερό χώρο του παλιού του τυπογραφείου, μέσα σε ένα συρφετό από αντίτυπα μυθικών βιβλίων που είχε  τυπώσει στη μακριά διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας. Είχα δεθεί συναισθηματικά μαζί του, με ταξίδευε στις αναμνήσεις του από τα χρόνια της νεότητας: η εποχή που έζησε στο Παρίσι, η αγάπη του για το γραφίστα Γιάννη Σβορώνο, η νεανική του ψυχή – κι όλα αυτά να εντυπώνονται μέσα μου, σε συνδυασμό με  τη νοτισμένη μυρωδιά του χαρτιού που ανέδυε σκιές  από ένα παρελθόν που έμοιαζε με παραμύθι.

ΛΝΒΘα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Σε κάθε ταξίδι διαβάζω τα πρόσωπα και τα τοπία. Τα βιβλία με περιμένουν υπομονετικά στο σπίτι.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Αν και δεν είναι σύγχρονος, θέλω να αναφέρω τον Πιερ Πάολο Παζολίνι στις «Χίλιες και μια νύχτες». Μια ταινία που μοιάζει πρόχειρη, ασπόνδυλη, εκνευριστικά ακατάστατη. Κι όμως βαθύτατα ερωτική, με όλη τη μυστικοπάθεια της ανατολής.

08Επίσης ο Αμπάς Κιαροστάμι με την ταινία του «Μέσα στους ελαιώνες». Εμίρ Κου- στουρίτσα «Ο καιρός των τσιγγάνων».  Οι γάλλοι σκηνοθέτες Γκοντάρ, Ρομέρ, Ριβέτ. Κάποιες σκηνές από ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού. Οι κωμωδίες των αδελφών Μαρξ.

 Από έλληνες σκηνοθέτες: Σταύρος Τορνές «Μπαλαμός», Δήμος Αβδελιώδης «Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων», Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη «Attenberg». Τέλος αρκετές ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του `50 και του `60.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

02Έχω προσωπικό μαίηλ, τελευταία διαβάζω ηλεκτρονικά περιοδικά λογοτεχνίας, μερικούς νέους λογοτέχνες τους έχω ανακαλύψει από το διαδίκτυο. Σίγουρα είναι εργαλείο το διαδίκτυο, είναι όμως και λαβύρινθος και παγίδα. Κι όλα καταλήγουν σε μια σιωπή μάλλον απειλητική. Εκείνο που πιο πολύ με ενοχλεί αναφορικά με τους νέους είναι ότι η αλητεία στους δρόμους έδωσε τη θέση της στο σερφάρισμα στο διαδίκτυο.

Τα εικονιζόμενα έργα τέχνης: Νικόλαος Λύτρας, Το ψάθινο καπέλο, Νικηφόρος Λύτρας, Το φίλημα και Λεονάρντο ντα Βίντσι, Η Παναγία και το Θείο Βρέφος με την Αγία Άννα, όπως και η συγκεκριμένη σειρά των εικόνων, αποτελούν επιλογή του συγγραφέα.