Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 33 (άνοιξη 2013)

exΑφιέρωμα Αεροδρόμια

Τα αεροδρόμια κρύβουν ίσως τις ευκαιρίες για τις πιο μύχιες σκέψεις των ταξιδιωτών. Αν θα τις κάνεις ή όχι, αξιοποιώντας την ευκαιρία, εναπόκειται σε σένα και τον κάθε ταξιδευτή. Αν, όμως, το κάθε ταξίδι δεν είναι ο προορισμός αλλά το ίδιο το ταξίδι, η ευκαιρία αυτή απομειώνεται σε χάπενινγκ σκέψης και συλλογισμών. Όλο αυτό το μαζεμένο φορτίο φαιάς ουσίας βαραίνει κατά την απογείωση και κάνει το μέσο να σέρνεται στον…αέρα. Δισεκατομμύρια στιγμές εγκεφαλικών λειτουργιών μέσα σ’ ένα υπολογιστή, με σκληρό δίσκο υποδοχής σκέψεων. Data ξένα σε γλώσσες προγραμματισμού, που χωνεύονται στην άκτρακτο και, λίγο αργότερα, αποβάλλονται μαζί με τα απόβλητα γκαζολίνης. Στον ουρανό. Διαλύονται σε σταγονίδια νοήμονος βροχής. Χους εις χουν απελεύσοιτο….

… γράφει ο Χρήστος Οικονόμου στο αφήγημα «Άνθρωποι στον …αέρα», μια από τις είκοσι τέσσερις συμμετοχές στο αφιέρωμα του τεύχους. Από την πρώτη σελίδα οι συγγραφείς επιβάτες εμφανίζονται σαν σε πίνακα αφίξεων – αναχωρήσεων: Alberto Fuguet, Carlos Drummonde de Andrande, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Γιάννης Ευσταθιάδης, Λίνα Αλικάκου – Σορόγκα, Διαμαντής Μπασαντής, Άρης Σφακιανάκης, Μηνάς Βιντιάδης, Λένη Σβορώνου, Χρύσα Φάντη, Χρήστος Νικολόπουλος, Νίκος Ξένιος, Κωνσταντίνος Μπούρας, Λίλα Κονομάρα, Χρύσα Σπυροπούλου, Λίλη Μιχαηλίδου.

man-sitting-in-airport-patrick-arthur-okeeffeΤο αεροδρόμιο, αυτή η εγγύηση της σίγουρης επιστροφής στην ευλογία της συνήθειας, της επανένωσης με τν μητρικό κορμό… Θα μπορούσε ο κατεξοχήν ταξιδιογράφος της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας να λείπει από την αίθουσα αναμονής; Φυσικά και όχι: ο Γιώργος Βέης ήδη συντάσσει έλεγχο «αφιξαναχωρήσεων», εν μέσω «γραφών εδάφους – σχεδόν αέρος». Οι σημειώσεις του από τα ατελεύτητα ταξίδια αρχίζουν από τις ιδιάζουσες μεταιχμιακές πολιτείες: Αεροδρόμιο Άνκορατζ της Αλάσκας, Αεροδρόμιο Μελβούρνης, Αεροδρόμιο LaGuardia Νέας Υόρκης, Αεροδρόμιο Χονγκ Κονγκ, Αεροδρόμιο Ντίλι Ανατολικό Τιμόρ, Αεροδρόμιο Αντίς Αμπέμπα, Αεροδρόμιο Σιγκαπούρης.

airport_at_nightΓράφοντας για το Αεροδρόμιο Ντουμπάι, ο συγγραφέας διαβάζει απόπειρες συνύπαρξης του τυχαίου με το προκαθορισμένο· ποιος η ποια κάθεται δίπλα του παίζει αποφασιστικό ρόλο για το πώς θα κυλήσουν οι ώρες. Μπορεί και συλλαμβάνει ενίοτε το μύθο που περιβάλλει τον συνεπιβάτη του, το πιθανό δαιμόνιο που κρύβεται μέσα του, όπως μας παραδέχεται, προσθέτοντας: Ως συγγραφέας βέβαια οφείλω κατά τον τρόπο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες να παραμείνω πιστός στις φαντασιακές μου εμμονές, αποφεύγοντας να ενδώσω, όσο είναι δυνατόν, στις εφήμερες απλώς περιστάσεις μιας υποτιθέμενης «πραγματικότητας».

airport-ronald-haberΤο αφήγημα του Φίλιππου Δρακονταειδή Γερεβάν αντί Τιφλίδας είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: η αναγκαστική αλλαγή του προορισμού αλλά και οι απρόσμενες και σπαρταριστές εικόνες στην αναπάντεχη γη της προσγείωσης και η επιστροφή εν μέσω αναταράξεων – και λόγω αυτών – με τα χέρια σφιχτά πιασμένα μαζί με την συνταξιδιώτισσα, χέρια που παρέμειναν δεμένα μέχρι το χάραμα στο Μετέκι, στον τρίτο της όροφο. Στα απέναντι καθίσματα ο Αχιλλέας Κυριακίδης σκαρώνει μια αυτοσχέδια ανθολογία με παρεμφερή αερο-αναγνώσματα.

denmark-airport-volcano-2010-4-15-11-21-13Αεροδρόμιο είναι τα μαύρα πτερύγια των πινάκων που τινάζονται κοκέτικα κάθε τόσο και οι φωνές του μέλλοντος που ανακοινώνουν αναχωρήσεις και αφίξεις, επιβάτες που φτάνουν μέσα από τη σκόνη του χρόνου, άνθρωποι αλλαγμένοι από την ενέργεια άλλων κόσμων μ’ αόρατες δονήσεις να τους σκεπάζουν τους ώμους μέσα σε μια διάχυτη μυρωδιά κηροζίνης και βαλίτσας, την αεροπλανίλα. Τους τυλίγει η ηδονή κι η ικανοποίηση της φυγής, η σπαρταριστή χαρά που νιώθει όποιος τα’ αφήνει όλα πίσω για να αφεθεί στα καλέσματα του αγνώστου. Τους ολοκληρώνει η γλυκόπικρη εμπειρία της άφιξης, της επιστροφής της αέναης ακύρωσης στου πρώτου ονείρου…

Vienna_Airport_at_night_by_diesterne…  ίσως κάτι αναγνωρίζουμε σ’ αυτό το δεύτερο από τα δέκα σημεία του Airports της Ρίτας Λάββα. Και διόλου τυχαία το τελευταίο κείμενο του αφιερώματος έχει τίτλο Situation Terminal – εδώ ο Paul Goldberger γράφει πάνω στο ερώτημα: μπορεί κανείς να σχεδιάσει ένα όμορφο αεροδρόμιο;  Στις τελευταίες σελίδες, εκεί όπου βρίσκονται οι αποσκευές, ο Νάνος Βαλαωρίτης μένει να στοχάζεται πάνω στο ερώτημα του Henri Peyre σ’ ένα άρθρο με τίτλο «Τι σημαίνει η Ελλάδα για τη μοντέρνα Γαλλία;», παραλλάσσοντας όμως το ερώτημα σε «Τι σημαίνει η μοντέρνα Ελλάδα για τη Γαλλία;». Η καθιερωμένη κριτικογραφία και τα ένθετα / διάσπαρτα ποιήματα (Έλσα Κορνέτη, Παναγιώτης Βούζης, Γιώργος Μπλάνας κ.ά.) συμπληρώνουν το τεύχος – ταξίδι. Το επόμενο τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2013 [αρ. 34], και ήταν αφιερωμένο στην Τήνο, ενώ το φθινοπωρινό τεύχος που αναμένεται μέσα στον Νοέμβριο θα είναι αφιερωμένο στο Χρέος, «το οικονομικό και το άλλο». [σ. 192]

Κάρλος Φουέντες – Σε αυτά πιστεύω. Αυτοβιογραφικά σημειώματα

Το 1προσωπικό λεξικό ενός σπάνιου συγγραφέα

Μόνο το λεχθέν είναι ευτυχές και μόνο το ανείπωτο είναι δυστυχές. Η μυθιστορία κάνει ορατή την αόρατη πλευρά της πραγματικότητας […] αλλά και μια καινούργια πραγματικότητα που χωρίς αυτή δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε την ίδια την πραγματικότητα. Έτσι το μυθιστόρημα πλάθει ένα καινούργιο χρόνο για τους αναγνώστες καθώς μετατρέπει το παρελθόν σε μνήμη και το μέλλον σε επιθυμία, όμως και τα δυο συμβαίνουν σήμερα, στο παρόν του αναγνώστη που, διαβάζοντας, αναπολεί και ποθεί… [σ. 216 – 217]

… γράφει ο Φουέντες στο περί μυθιστορήματος μικροκείμενό του, σ’ ένα ιδιαίτερο προσωπικό λεξικό όλων όσων αγάπησε, σ’ ένα επιλεκτικό λημματολόγιο των εκλεκτών λέξεων που συμβόλισαν τους κόσμους όπου περιηγήθηκε, δημιούργησε, εκστασιάστηκε και πολέμησε. Οι σκέψεις του για το μυθιστόρημα έχουν ήδη δικαιωθεί από τα περίφημα βιβλία του: Το μυθιστόρημα λέει ό,τι δεν είπε, ξέχασε ή δεν τόλμησε να φανταστεί η ιστορία· ίσως γράφει εκείνο που ακόμα δεν αποκαλύφθηκε, αναπολεί όσα ξεχάστηκαν, γίνεται η φωνή της σιωπής όσων υποβιβάστηκαν από την αδικία, την αδιαφορία, την προκατάληψη, την άγνοια, το μισός ή το φόβο, οι φωνές που ακόμα δεν είπαν την τελευταία τους λέξη.

c1Αυτή είναι όχι μόνο η δική μας συμμετοχή στη ιστορία αλλά η ίδια δημιουργία της ιστορίας. Οι απαντήσεις του μυθιστορήματος δεν είναι ποτέ δογματικές, ούτε οι πραγματικότητές του περατωμένες. Μόνο η πολιτική μπορεί να γίνει δογματική – η μυθοπλασία μπορεί να γίνει μόνο αινιγματική. Το μυθιστόρημα μας προτείνει την πιθανότητα μιας λεκτικής φαντασίας ως πραγματικότητας όχι λιγότερο πραγματικής από την ίδια την ιστορία. Η λογοτεχνία ενός πλήθους σπουδαίων συγγραφέων από την ινδο – αφρολατινική Αμερική επιφέρει μια νέα αξίωση: την μεταβίβαση από την ταυτότητα στη διαφορετικότητα. Η ποικιλία και όχι η μονοτονία, η διαφορετικότητα περισσότερο από την ενότητα, η σύγκρουση περισσότερο από την ηρεμία θα καθορίσουν τον πολιτισμό του αιώνα μας. Το μυθιστόρημα είναι μια συστατική επιστολή των πολιτισμών που απέναντι στα παλιρροϊκά κύματα της παγκοσμιοποίησης τόλμησαν να παραμείνουν αυτό που είναι.

c5Τι γράφει άραγε για το Σεξ στη ζωή του ο συγγραφέας που δεν παρέλειψε να το λογοτεχνήσει με σκληρό τρόπο ιδίως στα ύστερα, συναρπαστικά του βιβλία; Από την σεξουαλική στέπα που αποτελούσε το Μεξικό της δεκαετίας του ’40 με τις φτωχές θεραπαινίδες του έρωτα που κάλυπταν ευλαβικά την εικόνα της Παναγίας της Γουαδελούπης μέχρι τον μακρύ κατάλογο των ενήλικων ερώτων του, ο Φουέντες προτιμά να κρατήσει τα ονόματα για τον εαυτό του παρά να συντάξει το ευρετήριο ενός Δον Ζουάν – αισθάνεται άλλωστε ότι ποτέ δεν καταχράστηκε, πάντα συντρόφευε, πάντα πειραματίστηκε με το ταίρι του, με αμοιβαιότητα και ίση βεβαιότητα πως αμφότεροι συμμετείχαν «στην αναζήτηση συναισθημάτων διαρκείας παρ’ όλη την παροδικότητα των συνευρέσεων». Και ύστερα, ο έρωτας μετατρέπεται σε λογοτεχνία. Ένα σώμα λέξεων γυρεύει την προσέγγιση ενός άλλου σώματος λέξεων. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ευγνώμονες σε όλους τους εραστές, ακόμα κι αν οι απογοητεύσεις και οι αποτυχίες. μας αναγκάζουν καμιά φορά να καταριόμαστε την γενετήσια ορμή. Καθεμιά από τις γυναίκες του αντιπροσωπεύει όχι μονάχα μια ώρα περαστικής και θνητής πληρότητας αλλά κάτι που έγινε λογοτεχνία. Και ποιος μπορεί να αποτάξει παρ’ όλη τη συντομία και το κόστος αυτό το ακτινοβόλο κέντρο του κόσμου που είναι η ερωτική κλίνη;

c7Το κείμενό του για τις Γυναίκες αφιερώνεται στην Γερμανοεβραία φιλόσοφο Έντιθ Στάιν [Αγ. Τερέζα], την Άννα Αχμάτοβα και την Σιμον Βέιλ· στην τελευταία πιστεύει γιατί είναι μια χριστιανή εκτός εκκλησίας που θεωρεί την εκκλησία ως δογματική και γραφειοκρατική δομή και θέλει να είναι με το Θεό και να δρα ελεύθερα. Το «φιλοσοφικό» του λήμμα αφιερώνεται στον Βίτγκενσταϊν γιατί θέτει υπό κρίση όλες τις πεποιθήσεις μας και όλες τις επίκτητες αλήθειες, γιατί μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε τα πάντα, ακόμα και όσα δεν θέλουμε να επανεξετάσουμε διότι αποτελούν μέρος της διανοητικής αρχιτεκτονικής και της ηθικής μας θωράκισης. Για τον Φουέντες αυτός είναι ο φιλόσοφος του 20ού αιώνα, αυτός που πάει κατευθείαν στην καρδιά της γλώσσας και κατά συνέπεια της λογοτεχνίας γιατί είναι ικανός να αποδεχτεί το ανείπωτο.

c2Σ’ ένα από τα κάπως πιο εκτεταμένα κείμενα, που αφιερώνεται στις Πόλεις Μαστούς, ο συγγραφέας εκφράζει την πίστη του για τις πόλεις σε αντίθεση με τη φύση που τον αναστατώνει υπερβολικά. Ζηλεμένος ταξιδιώτης, με σύντομες φράσεις υμνεί τις πόλεις των συγγραφέων, διατρέχει ευρωπαϊκούς και βορειοαμερικάνικους τόπους και πάλι καταλήγει στους δικούς του τόπους και ου-τόπους, το Μοντεβιδέο του Χουάν Κάρλος Ονέτι, του Φελισβέρτο Ερνάντες και του φαντάσματος του Λοτρεαμόν, το Ρίο ντε Τζανέιρο του Αλφόνσο Ρέγιες, το Μπουένος Άιρες του Μπόρχες και του Κορτάσαρ, εκεί όπου κατάλαβε γιατί το τάνγκο είναι μια θλιμμένη σκέψη που χορεύεται και γιατί ένας άντρας μπορούσε να ερωτευτεί έως απώλειας της τιμής μέσω της Μέτσα Ορτίς ή της Τίτα Μερέγιο, άλλωστε…

… δεν υπάρχει πόλη περισσότερο εξαϋλωμένη στις νεφέλες της γλώσσας, της λογοτεχνίας της, της διαβατάρικης μουσικής της, περισσότερο πληγωμένη από τα θραύσματα των προσδοκιών της, τις απίστευτες κακοποιήσεις, τους εξαφανισμένους της, τα βασανιστήριά της, τα δεινά της που δεν καταφέρνουν να αντισταθμίσουν την εκθαμβωτικά καρναβαλική χροιά των δικτατόρων της, τις βαλσαμωμένες αγίες της, τις προεδρικές της μπαλαρίνες, τους αγύρτες αυλικούς της….[σ. 295]

c3Από τα λήμματα δε θα μπορούσε να λείπει μια μέγιστη ασθένεια της εποχής μας: η ξενοφοβία. Με μέγιστη απλότητα ο Μεξικανός αγωνιστής γράφει τα ξεχασμένα αυτονόητα: Ζούμε στη διαρκή συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε, δηλαδή με το διαφορετικό. Μόνο μια νεκρή ταυτότητα είναι μια σταθερή αυτότητα. Ένας απομονωμένος πολιτισμός σύντομα αποθνήσκει ή μετατρέπεται σε φολκλόρ, μανία ή φαντασμαγορικό θέατρο. Δεν υπάρχει παγκοσμιότητα που να αξίζει χωρίς τοπικότητα που να χρησιμεύει. Πώς γίνεται εν ονόματι μιας παγκοσμιοποίησης τα πράγματα να είναι ελεύθερα να κυκλοφορήσουν ενώ οι εργαζόμενοι άνθρωποι όχι;  Πώς γίνεται να απορρίπτουμε τους πολιτισμούς που οι ίδιοι ως Δύση εκμεταλλευτήκαμε ή γαλουχήσαμε με αρχές οικουμενικές που τώρα απορρίπτουμε, όπως ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα ή η ελεύθερη διακίνηση;

c4Οι λεξικογραφημένοι μικρόκοσμοι που απαρτίζουν [απάρτιζαν] την ζωή του Φουέντες δεν καταγράφονται με στεγνό, ακαδημαϊκό τρόπο, ούτε φιλοδοξούν να αποτελέσουν  δοκίμια πυκνά και απόλυτα. Το αντίθετο: ο συγγραφέας γράφει ως ο λογοτέχνης που υπήρξε, ιδίως στα τελευταία του αριστουργήματα, δηλαδή με γραφή ενθουσιασμένη και τρικυμιώδη, με συναισθηματική φόρτιση αλλά και ψύχραιμη σοφία, σε κείμενα πλημμυρισμένα με παραληρούσες λέξεις, αυτοσχέδιες αλήθειες και πυκνότατες φιλοσοφίες.

Το λημματολόγιο περιλαμβάνει ακόμα συναισθήματα [Αγάπη, Ευτυχία, Ζήλεια], συγγραφείς [Κάφκα, Μπαλζάκ, Σαίξπηρ, Φόκνερ], λογοτεχνικό ήρωα [Δον Κιχώτης], σκηνοθέτη [Μπουνιουέλ], ζωγράφο [Βελάσκεθ]· έννοιες βαθιές και πολυδιάστατες, όπως το Εγώ, η Ελευθερία, η Εμπειρία, η Ιστορία, το Κάλλος, ο Χρόνος, ο Θεός. Δεν θα μπορούσε να αγνοήσει την Πολιτική, την Επανάσταση, την Αριστερά, την Κοινωνία των Πολιτών, την Παγκοσμιοποίηση, τους τόπους που τον σημάδεψαν [Ιβηρική Αμερική, Μεξικό, Ζυρίχη], εκείνα που του ομόρφυναν τη ζωή [Ανάγνωση, Κινηματογράφος, Φιλία]. Εξομολογείται για την Οικογένεια, υμνεί την Σίλβια (την γυναίκα του), μοιράζεται τα προσωπικά του δράματα [Τέκνα], φιλοσοφεί τον Θάνατο, ξαναθυμάται την Οδύσσεια, τον Ιησού…

portadaH φαντασία και ο λόγος, η μνήμη και η λαχτάρα συνιστούν όχι μόνον το ζωτικό υλικό της μυθοπλασίας, αλλά και τον τόπο συνάντησης της ημιτελούς ανθρωπιάς μας. Η λογοτεχνία μας διδάσκει πως οι ύψιστες αξίες είναι οι συμμετοχικές αξίες. Οι Λατινοαμερικανοί συγγραφείς συμμεριζόμαστε τη γνώμη του Ίταλο Καλβίνο όταν ισχυρίζεται πως η λογοτεχνία είναι ένα πρότυπο αξιών, ικανό να προτείνει γλωσσικά, οπτικά, φανταστικά σκηνικά και ένα συσχετισμό συμβάντων. Επιβεβαιωνόμαστε στον Ουίλιαμ Γκας όταν μας κάνει να αντιληφθούμε πως σώμα και ψυχή ενός μυθιστορήματος είναι ο λόγος και η φαντασία, και όχι οι καλές προθέσεις; η συνείδηση που το μυθιστόρημα αναταράζει, όχι η συνείδηση που βολεύεται. Αδελφωνόμαστε με τον μεγάλο φίλο μας τον Μιλαν Κούντερα όταν μας θυμίζει πως το μυθιστόρημα είναι ένας συνεχής επαναπροσδιορισμός του ανθρώπου ως πρόβλημα. [σ. 223]

Εκδ. Καστανιώτη, 2012 [Α΄ έκδ. 2004], μτφ. από τα Ισπανικά: Αμαλία Βασιλακάκη, σελ. 376 [Carlos Fuentes, En esto creo, 2002]

Πρώτη δημοσίευση [εκτός από το τελευταίο παράθεμα]: mic.gr.