Μαργκερίτ Ντυράς – Μετέωρο πάθος

Ο αduras exofνεπαρκής λόγος και η ηδονοβλεψία της γραφής

Συνέντευξη στην Λεοπολντίνα Παλλόττα Ντέλλα Τόρρε

1. Η διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η πολλαπλότητα του εαυτού

Συχνά στη ζωή μου είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχω: χωρίς κανένα πρότυπο, καμία αναφορά, πάντα σε αναζήτηση ενός τόπου, χωρίς ποτέ να βρεθώ εκεί που θα ήθελα να είμαι, πάντα καθυστερημένη, πάντοτε ανίκανη να απολαύσω όσα απολάμβαναν οι άλλοι. Σήμερα η ιδέα αυτής της πολλαπλότητας μου αρέσει; πιεζόμαστε να φτάσουμε σε μια αποκλειστική μοναδικότητα, ενώ ο πλούτος μας βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη διάσπαση. [σ. 156]

…εξομολογείται η Μαργκερίτ Ντυράς σε μια σειρά οικιακών συζητήσεων πάνω στην γραφή και το κείμενο, την λογοτεχνία και την κριτική, τον κινηματογράφο και το θέατρο, το πάθος και την γυναίκα, τα πρόσωπα και τους τόπους – σε ίδια και παρόμοια σχήματα άλλωστε συστηματοποιούνται εδώ οι απολαυστικοί ετούτοι διάλογοι. Φυσικά η αρχή αφορά την παιδική ηλικία…

duras.1266995641Δεν θα υπάρξει ποτέ κάτι αντίστοιχο σε ένταση σαν την παιδική ηλικία, είναι βέβαιη η Ντυράς. Ο Σταντάλ έχει δίκιο: η παιδική ηλικία είναι απεριόριστη. Στην δική της παιδική ηλικία εκείνη ήταν περισσότερο Βιετναμέζα παρά Γαλλίδα, μονίμως ξυπόλυτη, χωρίς ωράρια και δυτικούς κανόνες, με εκθαμβωτικές αναμνήσεις «τόσο δυνατές που καμιά γραφή δε θα μπορέσει ποτέ να τις ανακαλέσει». Κατηγορούσε τον Θεό για τα λοιμοκαθαρτήρια έξω από τα χωριά αλλά και ενθαρρυνόταν από τα ζωτικά γέλια των εγκλείστων. Κάποτε εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα της κι έκτοτε ζει «εξόριστη εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια», όπως οι Εβραίοι: όλα όσα πήρα μαζί μου στις περιπλανήσεις μου έγιναν πιο δυνατά και από το γεγονός ότι ήταν μακρινά, απόντα.

Φυσικά τα βιώματα αLouis Boudreault _paintingsπό τα πρώτα εκείνα δώδεκα χρόνια δεν έπαψαν να την επισκέπτονται. Γύρω τους και οι δευτεραγωνιστές της τότε ζωής της: μια χήρα πια μητέρα που αγόρασε γη που δεν ήταν καλλιεργήσιμη, πλημμύρισε από τον ειρηνικό, την δούλεψε μάταια για είκοσι χρόνια και κατέληξε μόνη, φτωχή και πικρόχολη, πάντα φοβισμένη απέναντι στους διανοούμενους, ότι κάτι από αυτούς πάντα θα της ξεφεύγει. Κι ένας αδελφός η επαφή με το σώμα του οποίου της προκαλούσε φρίκη και ταυτόχρονα την τραβούσε. Ούτως ή άλλως εκείνη άρχισε να γράφει «για να κάνει να μιλήσει η σιωπή κάτω από την οποία την είχαν συνθλίψει»· στα δώδεκά της, τής φαινόταν «ο μόνος τρόπος. Τα χρόνια του Παρισιού ήρθαν όταν κατάλαβε το λάθος της να περιμένει μέχρι να αντιληφθεί την παρουσία της η οικογένειά της· εκεί και η κατανίκηση του αισθήματος της αθλιότητας που της είχε μεταδώσει εκείνη η μητέρα.

2. Να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας…

Η εγγραφή της marguerite-durasστο Κομμουνιστικό Κόμμα υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ένταξης σε μια συλλογική και συμμετοχική συνείδηση. Η δέσμευση σήμαινε να αφήσει την προσωπική της μοίρα και να ακολουθήσει του κόμματος· η δυστυχία της από προσωπική να γίνει ταξική. Κατά την οκταετή θητεία της άργησε να καταλάβει ότι «η εργατική τάξη ήταν θύμα των ίδιων της των αδυναμιών, ότι ακόμα και το προλεταριάτο δεν έκανε τίποτα για να βγει από τα όρια της μοίρας της». Η Ντυράς το είδε κατά πρόσωπο: η μαρξιστική δημαγωγία, στην προσπάθειά της να εκμηδενίζει τις αντιφάσεις του ατόμου, το μόνο που κάνει είναι να το αλλοτριώνει περισσότερο. Κάθε απόπειρα απλοποίησης της ανθρώπινης συνείδησης εμπεριέχει κάτι το φασιστικό. / Όπως όλα τα καθεστώτα, ο μαρξισμός φοβάται ότι «ορισμένες ελεύθερες δυνάμεις» – το φαντασιακό, η ποίηση, ακόμα κι ο έρωτας – αν δεν καθοδηγηθούν σωστά, μπορούν να υποσκάψουν τα θεμέλιά του, και εφάρμοσε πάντα ένα είδος λογοκρισίας της εμπειρίας, της επιθυμίας. [σ. 33]

DSC_0390Άλλωστε, για να προσχωρήσεις σε ένα κόμμα «πρέπει να είσαι αυτιστικός, νευρωτικός, κουφός και τυφλός κατά κάποιο τρόπο». Κι όμως, η συγγραφέας πίστεψε στην πολιτική ουτοπία: στον Αλιέντε, στην επανάσταση του 1917, στην άνοιξη της Πράγας, στα πρώτα χρόνια της Κούβας, στον Τσε Γκεβάρα, στο παρισινό 1968, γνωρίζοντας ακριβώς ότι κι αυτό ήταν ουτοπία. Η παράνοια και η ουτοπία μας σώζουν, μας προφυλάσσουν από όλα. Ο Μάης του ’68 ήταν πολύ πιο χρήσιμη πολιτική αποτυχία, με το ιδεολογικό κενό που δημιούργησε, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη νίκη. Μάθαμε να κινούμαστε χωρίς να φοβόμαστε τις συνέπειες ή τις αντιφάσεις, να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας. Αντίθετα, είναι στο φόβο του κενού, στην επιθυμία καταστολής και του παραμικρού ρίσκου που θεμελιώνεται η εξουσία… Καμία ιδεολογία δεν προσδιόρισε τη γραφή της. Κάθε φορά που έγραφε ξεχνούσε κάθε ιδεολογία και κάθε αναφορά σε κουλτούρα.

3. Το ανέκφραστο πάθος και η ηδονοβλεψία της γραφής

3Ειδικό κεφάλαιο συζήτησης αφιερώνεται στο πάθος, που αν και υπήρξε το κατεξοχήν θέμα όλων των τεχνών, τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο να ειπωθεί και να περιγραφεί. Όταν έγραφε το βιβλίο της Ο εραστής ένοιωθε ένα είδος ευτυχίας. Το βιβλίο είχε βγει από το σκοτάδι, ένα σκοτάδι όπου είχε κρύψει την παιδική της ηλικία. Η συγγραφέας το χαρακτηρίζει ως ένα άγριο κείμενο, που έβγαλε την βίαιη πλευρά της· σαν το κινέζικο σώμα του που δεν της άρεσε, έδινε όμως ηδονή στο δικό της. Η γυναίκα του Moderato Cantabile και του Χιροσίμα αγάπη μου ήταν εκείνη, «εξουθενωμένη από το πάθος και μη μπορώντας να το εκφράσει με το λόγο», αποφάσισε να το γράψει, «σχεδόν με ψυχρότητα». Όσο για το βιβλίο της Έρωτας, αυτό που μένει είναι όλα εκείνα που μένουν μετέωρα, μέσα στο πάθος, δίχως την δυνατότητα να τα ονομάσεις. Το νόημα του βιβλίου βρίσκεται ολοκληρωτικά εκεί, σε αυτό τον ελλειπτικό λόγο. Άλλωστε, όπως λέει αλλού, τα βιβλία βγαίνουν ύστερα από μεγάλες, ατέλειωτες σιωπές.

Η ηδονοβλεψία, μια μόνιμη θεματική στο έργοmarguerite-duras-2-by-laura-grigorita[41378] της μοιάζει να θέλει να επικυρώσει την αδιάκοπη παρουσία ενός τρίτου που κοιτάζει το φούντωμα του πάθους σε ένα ζευγάρι, όπως ορθά παρατηρεί η ερωτούσα. Και πράγματι η συγγραφέας πιστεύει ότι ο έρωτας γίνεται με τρεις: ένα μάτι που κοιτάζει, την ώρα που η επιθυμία κυκλοφορεί από τον έναν στον άλλο. Αλλά εδώ κάνει μια ευφυή σύνδεση: θα αποκαλούσε τη γραφή τρίτο στοιχείο μιας ιστορίας. Άλλωστε, δεν συμπίπτουμε ποτέ τελείως με αυτό που κάνουμε, δεν είμαστε ποτέ ολοκληρωτικά εκεί που νομίζουμε πως είμαστε. Ανάμεσα σ’ εμάς και στις πράξεις μας υπάρχει μια απόσταση, τα πάντα γίνονται εξωτερικά. Τα πρόσωπα κοιτάζουν ξέροντας ότι τα κοιτάζει κι αυτά κάποιος άλλος.

4. Ο ανεπαρκής λόγος, ο ελλειπτικός λόγος

5Υπάρχει μια αίσθηση ανείπωτου στα κείμενα της Ντυράς: κενά από το ένα απόσπασμα στο άλλο, διαλείψεις του λόγου, μια νέα σημειωτική, μια νοσταλγία για τη χαμένη μυθοπλασία. Η σιωπή, η συγκράτηση, αυτό που αποσιωπάται ή απλώς αναφέρεται υπαινικτικά, ο ανώφελος λόγος, μια ενύπαρκτη αδυναμία να φτάσεις τον άλλον. Τελικά οι σιωπές που τέμνουν τον λόγο έχουν δυνατότητα επικοινωνίας μεγαλύτερη απ’ οποιουδήποτε λόγου; Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι ένα ανεπαρκές και ψεύτικο μέσο έκφρασης της επιθυμίας.

duras1Θεωρούμε συχνά ότι ο χρόνος της ζωής διακόπτεται από τα γεγονότα: στην πραγματικότητα αγνοούμε την εμβέλειά τους. Εκείνο που μας ξαναδίνει τη χαμένη σημασία τους είναι η μνήμη. Εντούτοις, όλα όσα παραμένουν ορατά, ή μπορούν να ειπωθούν, είναι συχνά περιττά, επιφανειακά, η εξωτερική πλευρά της εμπειρίας μας. Τα υπόλοιπα παραμένουν στο εσωτερικό, σκοτεινά, δυνατά, σε τέτοια βαθμό ώστε να μην μπορούν να αναφερθούν. Όσο εντονότερα είναι τα πράγματα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βγουν ολοκληρωτικά στην επιφάνεια. Το να δουλεύω με τη μνήμη, με την κλασική έννοια, δεν με ενδιαφέρει: δεν έχουμε να κάνουμε με αρχεία από όπου αντλούμε δεδομένα κατά βούληση. Ακόμα και η πράξη να ξεχνάμε, είναι απολύτως απαραίτητη: αν το 80% από όσα μας συμβαίνουν δεν ήταν απωθημένα, η ζωή μας θα ήταν ανυπόφορη. Η αληθινή μνήμη είναι η λήθη, το κενό: αυτή που μας επιτρέπει να μην ενδίδουμε στην τυραννία της ανάμνησης, στους δυσβάσταχτους πόνους που ευτυχώς έχουμε ξεχάσει. [σ. 70 – 71]

DurasΗ γραφή της Ντυράς αγνοεί και την γραμμικότητα ή την χρονική ακολουθία· εκμηδενίζει κάθε ενότητα πράξης και τοπίου ενώ ακολουθεί μια συνεχή συγχρονία, όπου σε κάθε γεγονός αντιστοιχεί η συνάντηση με κάποιο άλλο που εκτυλίσσεται αλλού. Ο χρόνος της ιστορίας συμπίπτει με την άμεση αποκατάσταση ενός εσωτερικού χρόνου και με την απελευθερωμένη ροή μιας πράξης σύμφωνα με τις διάφορες χωροχρονικές συντεταγμένες.

5. Τα γεγονότα ως κύκλοι στο νερό …

Τα γεγονότα της ζωής μας δεν είναι ποτέ μοναδικά και δεν διαδέχονται το ένα το άλλο με μονοσήμαντο τρόπο, όπως θα θέλαμε. Πολλαπλά, ακατανίκητα, αναμεταδίδονται αενάως στη συνείδηση, πηγαινοέρχονται από το παρελθόν μας στο μέλλον, καθώς διαχέονται σαν τη ηχώ, σαν τους κύκλους στο νερό, και εναλλάσσονται κάθε φορά μεταξύ τους. [σ. 76]

Το προσωπικό της σpg056-01τοίχημα υπήρξε ακριβώς η αποκρυπτογράφηση αυτού «που υπάρχει ήδη μέσα μας σε αρχέγονη κατάσταση, δυσερμήνευτο για τους άλλους», στο χώρον που αποκαλεί «χώρο του πάθους». Κάπου εδώ θυμάται και την γνωστή παλιά προσταγή: είναι ανάγκη να στρωθείς στο γράψιμο χωρίς να ξέρεις ακόμα τι θα γράψεις – η ίδια η γραφή εκφράζει αυτήν την άγνοια, αυτήν την αναζήτηση του σκοτεινού χώρου όπου συσσωρεύεται το σύνολο των εμπειριών. Οι συγγραφείς, άλλωστε, δίνουν μορφή σε αυτό που οι άλλοι αισθάνονται με ασάφεια· ένας λόγος παραπάνω να τους κυνηγούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ιδού το έργο της λογοτεχνίας: να αναπαραστήσει το απαγορευμένο· να πει αυτά που δεν λέγονται κανονικά.

6 …και το κενό ανάμεσα στη λέξη και στην πράξη

Ακριβώς σε αυτά τα ελλειπτιNEAUPHLE LE CHATEAU: HOUSE OF MARGUERITE DURASκά σχήματα είναι απαραίτητη μια σχεδόν ερωτική συνενοχή ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, που να ξεπερνάει την απλή κατανόηση των προτάσεων και μόνο. Αυτό που δεν έπαψε να ενδιαφέρει την Ντυράς ήταν η μελέτη του ραγίσματος, των δυσαναπλήρωτων κενών που χωρίζουν τη λέξη από την πράξη, τα κατάλοιπα ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που αποσιωπάται ή περιχαρακώνεται σε ιστορίες ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Το μάθημα, άλλωστε του Εραστή ήταν αρκετό: στην προσπάθειά της ονομάσει εκείνη την ιστορία βγάζοντάς την από το πρωταρχικό και ιερό σκοτάδι, η γλώσσα σκοτώνει κάθε πάθος, το οριοθετεί, το μειώνει. Σε μια γνωστή αποστροφή της, η συγγραφέας λέει ότι δεν είναι το σεξ αυτό που την ενδιαφέρει, αλλά εκείνο που βρίσκεται στη ρίζα του ερωτισμού, η επιθυμία· αυτό που δεν μπορούμε, ίσως και να μην πρέπει, να κατευνάσουμε με το σεξ. Σε άλλη της συνομιλία, όπως αναφέρεται στις υποσημειώσεις, είχε δηλώσει: Εκείνο που μετράει δεν είναι η ερωτική πράξη, είναι να έχεις επιθυμία. Το πόσοι άνθρωποι κάνουν έρωτα χωρίς επιθυμία, φτάνει πια.

4 - tumblr_mvhupk3w6y1qd0hmpo1_500Και τελικά, αυτή η ιέρεια της γραφής δεν παύει να υποστηρίζει ότι τα πράγματα που μας ανήκουν περισσότερο από όλα περνούν από εκεί ακριβώς: από τον προφορικό, άμεσο λόγο, να πιστεύει ότι εκείνο που αποφασίζει για μας δεν είναι η θέλησή μας αλλά η ακούσια μνήμη και να επιμένει ότι πρέπει τα βιβλία να απελευθερωθούν τα βιβλία από το κλουβί της γραφής, να γίνουν ζωντανά και ικανά να κυκλοφορήσουν, να κάνουν τους ανθρώπους να ονειρευτούν. Κάπου εκεί εκφράζει την ωραία έκπληξη της έμπνευσης ενός συγκροτήματος από το Hiroshima mon amour. Φυσικά πρόκειται για τους περίφημους «νεοκυματικούς» τότε Ultravox, που πιστά αρχίσαμε να ακολουθούμε στις αρχές εκείνου του ηλεκτρονικού νέου ροκ, προτού αγαπήσουν κι αυτοί τα ανοιχτά στάδια. Πού να γνωρίζαμε κι εμείς τότε, ότι σχεδόν σαράντα χρόνια μετά θα συνεχίζαμε να απολαμβάναμε την γραφή της ηθικής αυτουργού αλλά και κάθε της λόγο σε αυτό το τόσο απολαυστικό διαλογικό βιβλίο. Somehow we drifted out so far, communicate like distant stars….

Εκδ. Ολκός, 2013, μτφ. Βάσω Μέντζου, σελ. 189, με 79 σημειώσεις του/της Ρενέ ντε Σεκαττί [Marguerite Duras, La passion suspendue. Entretiens avec Leopoldina Pallotta della Torre, 2013]

ΥΓ. Εμπνευσμένος από την Marguerite Duras και αφιερωμένος στο πρόσωπό της ήταν και ο δίσκος Hommage a Duras που κυκλοφόρησαν Οι αγαπημένοι μας Δίσκοι του Λυκόφωτος το 1987, με συμμετοχές των Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti Column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά.

Μαρία Πoλυδούρη – Τα ποιήματα

τα μυστικά 1μου όλα σας λέω,/ τώρα που πια δε με μεθάνε

Φιλολογική επιμέλεια – επίμετρο: Χριστίνα Ντουνιά

Θα ενδιαφερόμασταν τόσο πολύ για την ποιήτρια, αν δεν μας συγκινούσε η ιστορία της; αναρωτιέται η Χριστίνα Ντουνιά και αμέσως σπεύδει να αντιστρέψει το ερώτημα: Θα μας απασχολούσε η ζωή της Πολυδούρη, αν δεν ήταν καλή ποιήτρια; Και προσθέτει: αν σήμερα είναι επιτέλους κοινή η πεποίθηση ότι ο Κώστας Καρυωτάκης διαβάστηκε και αγαπήθηκε όχι επειδή αυτοκτόνησε αλλά επειδή είναι καλός ποιητής, το ίδιο συμβαίνει, τηρουμένων των αναλογιών και με την περίπτωση της Πολυδούρη. Απλώς, η ζωή των δύο νέων τρέφει με τόσο συγκλονιστική ειλικρίνεια την ποίησή τους, ώστε δεν είναι εύκολο να απομονώσουμε το έργο τους, όσο και αν μπορεί κάλλιστα να σταθεί αυτόνομο και ανεξάρτητο. Εξάλλου γνωρίζουμε βιογραφίες συγγραφέων που έχουν σε τέτοιο βαθμό ταυτιστεί με το δημιουργικό τους έργο, που μετατρέπουν τα συμβάντα του βίου τους σε λογοτεχνικό γεγονός. [σ. 324]

2Η περίπτωση Πολυδούρη αποτελεί πράγματι εύστοχο παράδειγμα αυτού του φαινομένου: ο αναγνώστης προσλαμβάνει το έργο και τη ζωή της ως ενιαίο κείμενο, η δε σύγκριση με τον Καρυωτάκη αποβαίνει πολλές φορές εις βάρος της, καθώς το έργο της τοποθετείται στο δικό του πεδίο, αγνοώντας την δική της ξεχωριστή δημιουργία. Ιδού λοιπόν ένας πρώτος δείκτης προβληματισμού της ερευνήτριας: η αυτονόμηση της ποίησής της τόσο από ανάλογους παραλληλισμούς όσο και από την ίδια την ζωή της, όσο αυτό είναι δυνατόν, καθώς ο μύθος της μπορεί να μας φωτίσει με άλλους τρόπους στην νέα αυτή ανάγνωση των στίχων της. Αλλά η προβληματική της μελέτης πάνω στο έργο αυτής της τόσο ιδιαίτερης ποιήτριας δεν εξαντλείται εδώ: το ερώτημα που ακολουθεί είναι αν η ποίησή της μπορεί σήμερα να αποτελεί ζωντανό σώμα, κατά πόσο μας εγκαλεί απαιτώντας την ανταπόκρισή μας, αν η συνάντηση μαζί της μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά μιας αυθεντικής ποιητικής ερμηνείας.

3Εδώ λοιπόν συγκεντρώνονται τα ποιήματα της Πολυδούρη που έχουν εντοπιστεί από την φιλολογική έρευνα, δημοσιευμένα ή χειρόγραφα, ενώ παράλληλα δηλώνεται η πηγή τους. Περιλαμβάνονται συνεπώς οι εκδοθείσες ποιητικές συλλογές της – Οι τρίλλιες που σβήνουν [1928], Ηχώ στο χάος [1929] -, ποιήματα ανέκδοτα, ημιτελή και ποιητικές μεταφράσεις της από το Αρχείο της, που απόκειται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), και από το Αρχείο των ανιψιών της Νόρας και Ευγένιου Πολυδούρη αλλά και αθησαύριστα ποιήματά της δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες. Η περιπέτεια του αρχείου της ποιήτριας είναι γνωστή: η ίδια, την παραμονή του θανάτου της κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας της και παρέδωσε το μεγαλύτερο μέρος του στην φίλη της ποιήτρια Μυρτιώτισσα. Αργότερα το αρχείο της πέρασε στα χέρια της Τατιάνας Σταύρου και πλέον στο Ε.Λ.Ι.Α.

Η εισαγωγή της επιμελήτριας καλύπτει όλες τις διακλαδώσεις της πορείας των γραπτών της ποιήτριας. H έλλειψη συστηματικών μελετών για το έργο της αλλά και την σημασία του για τον σύγχρονο αναγνώστη οδήγησε στον εμπλουτισμό του τόμου με δυο εργασίες, μια με εργοβιογραφικά στοιχεία και μια εκτενή μελέτη για την γραφή της και τις περιπέτειες 4της πρόσληψής της. Εδώ αξιοποιείται και υλικό από ανολοκλήρωτο αυτοβιογραφικό κείμενό της και δύο ανέκδοτες βιογραφίες της συνταγμένες από την αδελφή της Βιργινία.

Πόσα δεν πέρασε η αναγνωστική διαδρομή αλλά και η φιλολογική πρόσληψη των ποιημάτων της! Μια σειρά από (θα τολμούσα να τα χαρακτηρίσω) πέπλα, λες και κάλυπταν κάθε καθαρή ματιά στον στιχουργημένο της κόσμο: πρώτα τα στερεότυπα περί εύθραυστης θηλυκότητας και γυναικείας γραφής εν γένει, περί απλοϊκών τετράστιχων και έντονου μελοδραματισμού, περί της εύκολης τέχνης του εξομολογητικού και του ευανάγνωστου στίχου· ύστερα η δημοσιογραφική – βιογραφική προσέγγιση μιας μυθιστορηματικής ζωής με αποκορυφώματα τον ματαιωμένο έρωτα, την σύντομη νεότητα και τον πρόωρο θάνατο, και τέλος η ίδια η σπάνια προσωπικότητά της, που θάμπωνε κι αυτή με τον τρόπο της την εκ μέρους μας απρόσκοπτη βίωση της γραφής της: όμορφη και ευαίσθητη, δημιουργική και δημοφιλής, ασυμβίβαστη, κοινωνικά ανήσυχη, φεμινίστρια. Ένα ένα αυτά τα πέπλα παραμερίζονται ή χρησιμοποιούνται μόνο όσο, όπως και όταν χρειάζεται – ώστε να φτάσουμε στον πυρήνα της ποίησής της.

9Σε μια τέτοια διαφορετική οπτική, ένα από τα εννιά κεφάλαια της μελέτης αφιερώνεται στην ζωή της ποιήτριας στην τρίτη θέση του σανατόριου «Σωτηρία», όπου η Πολυδούρη αφέθηκε στην δραματική πορεία της ασθένειάς της ύστερα από έναν αυτοκαταστροφικό παρισινό χειμώνα. Το μικρό της δωματιάκι από θάλαμος μελλοθανάτων μεταβλήθηκε σε εργαστήριο συγγραφής όλων της σχεδόν των ποιημάτων, σπουδαστήριο, σαλόνι υποδοχής φίλων και συγγραφέων. Εκείνη αντιμετώπιζε με αμφιθυμία όλο αυτό το προσκύνημα ετερόκλητων προσωπικοτήτων, ενώ απευχόταν και την δημοσιοποίηση της τραγικής της κατάστασης, που τελικά δεν απέφυγε. Ενέπνευσε τον άσημο τότε Γιάννη Ρίτσο σε ποιητικές και ημερολογιακές καταγραφές, την Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη στο μυθιστόρημα Γυ­ναί­κες αλλά και τον Κοσμά Πολίτη στην Εκάτη. Η ποιήτρια προβλήθηκε και αγαπήθηκε μέσω του μύθου της Σωτηρίας αλλά και εδώ η αξιολόγηση του έργου της έμεινε για πολύ καιρό σε ένα ιδιότυπο περιθώριο.

8Αυτή ακριβώς η αποτίμηση γίνεται εδώ και εκτιμά ότι η Μαρία Πολυδούρη υπήρξε όχι μόνο η πιο συναρπα­στι­κή ποιή­τρια του με­σο­πο­λέ­μου αλλά και μία α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ποιη­τι­κές φω­νές της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας του ει­κο­στού αιώ­να. Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από μια σπάνια συναισθηματικότητα που αγνοεί τους μελοδραματισμούς, έντονο στοχαστικό και αναστοχαστικό στοιχείο, συνύπαρξη του πνευματικού με το συγκινησιακό, ιδιαίτερη μουσικότητα, αντικομφορμιστική αδιαφορία για μέτρα και μορφές, ποικίλες επιρροές – από τον Σολωμό και τον Καρυωτάκη μέχρι τους Γάλλους καταραμένους, αλλά και μια ξεχωριστή εκλεκτική συγγένεια με την Marceline Desbordes-Valmore. Κατέθεσε το δικό της, απόλυτα προσωπικό όραμα για τον κόσμο και έγραψε με τολμηρή ερωτική εκφραστικότητα. Είδε το ερωτικό πάθος ως μέσο και σκοπό και τον έρωτα ως τρόπο απελευθέρωσης στην τέχνη και την ζωή, σχετιζόμενο με το στανταλικό amour – passion.

7Η μελέτη της Χ. Ντουνιά καλύπτει όλες τις παραμέτρους του θέματος: την κριτική από τους κρι­τι­κούς και τους ι­στο­ρι­κούς της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας αλλά και τους σύγχρονούς της λογοτέχνες (από την υποτίμηση εκ μέρους των Δη­μα­ρά, Βίτ­τι, Πολίτη μέχρι τη θετική άποψη των Κ. Πα­ρά­σχου, Τ. Άγρα, Κ. Ου­ρά­νη, Α. Κα­ρα­ντώ­νη, Β. Λεοντάρη κ.ά.). Η μεταπολεμική κριτική υπήρξε δύσπιστη στο βιωματικό και βιογραφικό στοιχείο και εστίαζε αποκλειστικά στο έργο και στα «εσωτερικά στοιχεία». Ένα ακόμα στοιχείο της μεταπολεμικής συγκυρίας,  η έντονη ανάγκη για συλλογικότητες, δεν συμβιβαζόταν με τον έντονα προσωπικό της λόγο.

6 Μαρία Πολυδούρη 1920 ΕΛΙΑΗ ερευνήτρια θα συνεχίσει να εργάζεται πάνω στη γραφή της Πολυδούρη, συνεχίζοντας με την έκδοση των πεζών της, μεταξύ των οποίων και μια «αφηγηματικά πρωτοποριακή» νουβέλα. Ίσως, με την φροντίδα της να επαληθεύεται εκείνος ο στίχος από τα χάη της ποιήτριας: τώρα που είναι αμέθυστη από τα μυστικά της, όλα να μας αποκαλύπτονται ένα ένα… Και να μας οδηγούν σε μια νέα ανάγνωση εκείνης της «διανοούμενης που την κυβερνά το ένστικτο» αλλά και την χαρακτηρίζει η κριτική στάση απέναντι στην υποκριτική ηθική και τις κοινωνικές ανισότητες, εκείνης της εξεγερμένης συνείδησης που ύμνησε τον έρωτα και έγραφε σε επιστολή σε φίλο της το 1927: Το να μπορώ να γράψω είναι η υπέρτατη ευτυχία μου και η μοναδική.

Εκδ. Εστία, 2014, σελ. 398.