Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου, Έρευνας και Κριτικής, τεύχος 62 – 63 [καλοκαίρι – φθινόπωρο 2013]

Το1 λαϊκό στοιχείο αισθάνεται, αλλά δεν κατανοεί πάντα ή δεν ξέρει. Ο διανοούμενος ξέρει, αλλά δεν κατανοεί πάντα και ειδικότερα δεν αισθάνεται. / Το λάθος του διανοούμενου συνίσταται στο ότι πιστεύει πως μπορεί να ξέρει χωρίς να κατανοεί και ειδικότερα χωρίς να αισθάνεται και να ενδιαφέρεται ζωηρά, δηλαδή πως ο διανοούμενος μπορεί να είναι τέτοιος μόνο αν διακρίνεται και αποχωρίζεται από το λαό – έθνος, δηλαδή χωρίς να αισθάνεται τα στοιχειώδη πάθη του λαού, κατανοώντας τα και μετά εξηγώντας τα και δικαιολογώντας τα μέσα στην καθορισμένη ιστορική κατάσταση. / Δεν γίνεται πολιτική ιστορία χωρίς αυτό το πάθος, δηλαδή χωρίς αυτό το συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα στους διανοούμενος και το λαό – έθνος.

Η παραπάνω θέση για την διανόηση, επίκαιρη ξανά και ξανά, γράφτηκε από τον μαρξιστή Αντόνιο Γκράμσι, έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές και πολιτικούς ακτιβιστές του 20ού αιώνα, τον οποίο και αφορά το αφιέρωμα του τρέχοντος τεύχους των Τετραδίων, Η σημασία και η ιδιαίτερη θέση του γκραμσιανού έργου στο μαρξιστικό πολιτικό – θεωρητικό οικοδόμημα έχει ορισμέν1a-Leggi-Gramsciα «παράξενα» στοιχεία, γράφει ο Ρούντι Ρινάλντι (συνεκδότης της εφημερίδας «Δρόμος της Αριστεράς»), αφού τα Τετράδια της φυλακής, το κύριο θεωρητικό έργο του, δεν γράφτηκαν για να εκδοθούν, ενώ διαβάστηκαν κατά κύματα και εκδόθηκαν το ίδιο τμηματικά, για να εξυπηρετηθούν πολιτικές σκοπιμότητες.

Πράγματι, ο διανοητής ηγέτης του ιταλικού κομμουνιστικού κινήματος, του οποίου η ζωή και το έργο αποτελούσαν μια αξεδιάλυτη ενότητα, δεν δημοσίευσε κανένα βιβλίο ενώ απέφευγε ακόμα και να υπογράφει τα άρθρα που έγραφε για τον Τύπο. Τα Τετράδια της φυλακής γράφτηκαν το 1929, όταν πρωτοδόθηκε στον Γκράμσι η δυνατότητα να γράφει, τρία χρόνια μετά την σύλληψή του, και σταμάτησαν το 1935 όταν η υγεία  του δεν του επέτρεπε να συνεχίσει, αλλά και ουσιαστικά δεν τελείωσαν ποτέ, αφού πρόκειται για ένα σύνολο σημειώσεων μεταγραμμένων σε τετράδια.

3Δίκαια το έργο του αποτελεί πηγή έμπνευσης και στοχασμού, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί ένα μεγάλο εργαστήρι σκέψης και διάνοιξης νέων πολιτικών δρόμων – πόσο μάλλον στην μετά τον 20ό αιώνα εποχή όπου ζητήματα όπως η παλινόρθωση του καπιταλισμού στις μεταβατικές κοινωνίες, η διάψευση της σωτήριας λύσης που θα ερχόταν μέσα από την τεχνολογική και επιστημονική επανάσταση και η ανάδυση ζητημάτων που φαίνονταν να έχουν ξεπεραστεί, όπως οι θρησκευτικοί και εθνικιστικοί φονταμενταλισμοί, ζητούν μια βαθύτερη και εκτενέστερη θεωρητική και πρακτική αντιμετώπιση. Αυτή ακριβώς η επείγουσα ανάγκη για την αντιμετώπιση του προβλήματος της σχέσης θεωρίας και πράξης, είχε ήδη τεθεί από τον Γκράμσι, που όριζε ως «πρωτόγονη ιστορική φάση» τη περίοδο κατά την οποία αμφότερες έχουν διασπαστεί. Φαίνεται πως και η τρέχουσα συγκυρία αποτελεί μια τέτοια φάση, όπου η έλλειψη κάθε επαναστατικής θεωρίας είναι εμφανής.

4 antonio_gramsci_by_ludilozezanje-d5eqwsvΤο αφιέρωμα συμπληρώνεται με κείμενα των Αλέξη Τσίπρα, Λαοκράτη Βάσση, Γιώργου Μανιάτη και Νίκου Γ. Ξυδάκη. Ο τελευταίος επιχειρεί την δική του διαδρομή «προς μια νέα Γενική Διάνοια», παίρνοντας μερικά αναλυτικά μοτίβα από την γκραμσιανή σκέψη, συγκρίνοντας με τις θεωρητικές επεξεργασίες άλλων στοχαστών από τη ίδια παράδοση, τον πρωτομοντέρνο Καρλ Μαρξ των Χειρογράφων 1848 και τον υστερομοντέρνο Ιταλό Πάολο Βίρνο της Γραμματικής του Πλήθους, και εφαρμόζοντάς τα στο Ελληνικό Παράδειγμα. Η διαπίστωση ενός βαθύτατου κοινωνικού μετασχηματισμού δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, τουλάχιστον στο πολιτικό – κοινωνικό πεδίο. Στην αγωνιώδη έκκληση δέκα επιφανών Ευρωπαίων συγγραφέων (μεταξύ των οποίων και οι Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, Ουμπέρτο Έκο, Μπερνάρ – Ανρί Λεβί, Κλάουντιο Μάγκρις, Φερνάντο Σαβατέρ κ.ά.), αλλά και στο μανιφέστο των Χάμπερμας, Μπόφινγκερ και Νίντα – Ρίμελιν διαβάζουμε ότι η Ευρώπη μπορεί να μην περνάει ανάλογη κρίση αλλά πεθαίνει όπως την γνωρίζαμε και απειλείται η δημοκρατία και ο πολιτισμός της.

2Εδώ τίθεται το ερώτημα πως γίνεται και οι ευφυείς και ικανότατοι επιβιωτές Έλληνες επιλέγουν για ηγέτες τους πρόσωπα χαμηλών προσόντων και προσδοκιών· πώς, ενώ στο ατομικό πεδίο η ευφυΐα και η μέριμνα καρποφορούν, στο δημόσιο πεδίο όλα καρκινοβατούν· πώς ο Έλληνας της μαζικής δημοκρατίας σιχαίνεται πάντα τα δημόσια. Όμως η επίγνωση της νέας ανθρώπινης κατάστασης που αναδύεται με τη παγκοσμιοποίηση, παράλληλα με την κατίσχυση της ιδεολογίας της απληστίας και της ακατάσχετης συσσώρευσης πλούτου με κάθε τίμημα, οδηγεί σε μια νέα γενική διάνοια, General Intellect, σκέψη που επιθυμεί και επιθυμία που σκέφτεται, όπως εισηγήθηκε ο Μαρξ στα χειρόγραφα και όπως πριν από αυτόν είχαν περιγράψει τη Γενική Βούληση ο Ζαν Ζακ Ρουσώ και τον Ποιητικό  Νου ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχής. Μια νέα γενική διάνοια κυοφορείται δύσκολα, επώδυνα, στα έγκατα της κοινωνίας, βουβά, με πρόδρομες αναταράξεις […]. Οι νέοι, καλωδιωμένοι από τα γεννοφάσκια τους, γαλακτισμένοι στο κυβερνοσύμπαν, αφουγκράζονται εναργέστερα αυτό το επερχόμενο κύμα. Είναι οι μόνοι άλλωστε που μπορούν να ζουν στις φαντασιακές κοινότητες του Δικτύου […] και ταυτόχρονα να βγαίνουν στον φυσικό χώρο, στην ένυλη πραγματικότητα, νεοχίππυς, τοπικοί σαμάνοι και πολίτες του κόσμου μαζί, glocal υποκείμενα. [σ. 93]

5 - Pag.-II-Gramsci«Είμαι πεπεισμένος πως πάντα πρέπει να στηριζόμαστε στον εαυτό μας και στις δικές μας δυνάμεις· να μην περιμένουμε τίποτα από κανένα κι έτσι να μην εισπράττουμε απογοητεύσεις», έγραφε ο Γκράμσι και οι φράσεις του αποτελούν και την βάση του μελετήματος του Λουκά Αξελού Η στήριξη στις δικές μας δυνάμεις ως θεμέλιος λίθος της εθνικής στρατηγικής του Ρήγα. Τα υπόλοιπα ενδιαφέροντα κείμενα: Αξίες και πολιτική ευθύνη (Μανόλης Αγγελίδης), Κρίση, συσσώρευση και κοινωνική ανατροπή (Ηλίας Ι. Νικολόπουλος), ΑΚΕΛ-ΚΚΕ στις δεκαετίες ’40 – ’50 (Σπύρος Σακελλαρόπουλος), Περί φαντασμάτων (και άλλων πλασμάτων της ιδεολογίας) (Στάθης Ανδρέου), Ασταθείς πολιτικές ισορροπίες σε εύφλεκτο κοινωνικό τοπίο (Σταύρος Λυγερός), Ο μετασχηματισμός του ελληνικού τραπεζικού συστήματος (Γιώργος Τοζίδης), Έλληνες εθνικιστές και Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές (Δημήτρης Δεληολάνης), Από την μεταπολίτευση στο μνημόνιο (Βασίλης Ασημακόπουλος), Δικαιοσύνη και αποζημίωση. Το ζήτημα των γερμανικών οφειλών (Αριστομένης Ι. Συγγελάκης), Από την οικονομική κρίση στην κρίση της δημοκρατίας; (Χρύσανθος Δημ. Τάσσης). Ακόμα, δυο καθιερωμένα Scripta που Manent,  In Memoriam Παναγιώτη Κατερίνη, Ανδρέα Παστελλά και Περικλή Ροδάκη και Έντεκα και έξι Νέα Βιβλία από την Χριστίνα Ανδρέου. Βλέπω πως πρόκειται για εκδόσεις που σπάνια μαθαίνουμε την κυκλοφορία τους αλλά μας αφορούν άμεσα. [σελ. 200]

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες

1Στα βάθη των ανθρώπινων αντιφάσεων

Αν υπήρχε όντως ένα επέκεινα, αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη σκαιότητα. Γιατί να θυμάται μια ψυχή όλη την αθλιότητα της ύπαρξής της; Γιατί είναι τόσο υπέροχο η ψυχή του πατέρα μου να συνεχίσει να ζει και να θυμάται πώς ακριβώς σούφρωσε τα λεφτά ο συνεργάτης του, πώς καταστράφηκε το σπίτι του από πυρκαγιά, πώς η αδερφή μου η Μίρελε πέθανε στη γέννα, και ύστερα τα γκέτο, τα στρατόπεδα και τους φούρνους των Ναζί. Αν στη φύση υπάρχει έστω και η παραμικρή δικαιοσύνη, βρίσκεται στην εξάλειψη του πνεύματος όταν το σώμα σαπίζει. Δεν μπορώ να κατανοήσω πώς γίνεται κανείς να σκέφτεται διαφορετικά [σ. 128].

Τα λόγια της Φρέιντλ, πρώην μαθήτριας και κρυφού έρωτα του αφηγητή, που επιστρέφει στο Τελ Αβίβ το 1955 ως καταξιωμένος γίντις συγγραφέας και επιχειρεί να ξανασυνδεθεί με την παλαιά του ζωή, είναι ενδεικτικά της εσωτερικής μεταστροφής της σύγχρονης εβραϊκής ψυχής. Κατά την μεσονύκτια περιπλάνηση στην πόλη με το αυτοκίνητό της, ο χρόνιος ανεκπλήρωτος έρωτάς τους τ2ίθεται σε δεύτερη μοίρα και αμφότεροι αναζητούν απαντήσεις απέναντι στην πεζή, απογοητευμένη τους ζωή. Απογοητευμένη από τα κιμπούτς «που έχουν όλα τα λάθη του κομμουνισμού και του καπιταλισμού μαζί», τον γάμο της, καθώς «δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ το να αγαπιέσαι από ένα βλάκα» και την κόρη της, που ακολουθεί τυφλά έναν μέντορα, η Φρέιντλ υποστηρίζει ότι, μετά από όλα όσα συνέβησαν στους Εβραίους, «πρέπει να είναι κανείς εντελώς ηλίθιος για να πιστεύει στο Θεό και σ’ όλα αυτά τα φληναφήματα. Άλλωστε, η πίστη σε έναν ελεήμονα Θεό αποτελεί τη χειρότερη προδοσία προς τα θύματα. Δεν χρειάζεται να’ σαι ψυχολόγος για να καταλάβεις τι ακριβώς αναπληρώνει μια τέτοια πίστη». Η παράλληλη οδική και ψυχική περιπλάνηση καταλήγει στο μονόδρομο τέρμα των κιμπούτς όπου βιώνεται η έσχατη οικογενειακή απογοήτευση («Ο μέντορας»).

3Αυτή είναι μία από τις γοητείες του Σίνγκερ: την ίδια στιγμή που αποθεώνει μια ακλόνητη βεβαιότητα (θρησκευτική, πολιτισμική, προσωπική) την επόμενη την αποκαθηλώνει, γυμνώνοντας με κυνισμό τις έκθετες πλευρές της. Τόσο στα μυθιστορήματα (ιδίως στα «Σκιές στον ποταμό Χάντσον» και «Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία») όσο και στα διηγήματα, κυρίως τα εκτενή, οικοδομεί έναν κόσμο όπου η εβραϊκότητα συνυπάρχει με την αμφισβήτησή της, η θρησκευτικότητα με τον σαρκασμό της, ο ερωτισμός με την ενοχική απομόνωση, η αδηφαγία του πνεύματος με την δίψα του σώματος. Οι χαρακτήρες του την μία στιγμή ανταλλάσουν ερεθιστικότατους διαλόγους για τα πιο βαθειά θέματα και την επόμενη διολισθαίνουν σε ποταπές συμπεριφορές ή αναλώνονται σε χαμερπείς σκέψεις. Ακόμα κι όταν ο εκφραστής των αντιφάσεων δεν είναι ο ίδιος ο αφηγητής αλλά κάποιος συνομιλητής του, ο πρώτος παραδέχεται πως μοιράζεται τις ίδιες βασανιστικές αβεβαιότητες.

4Ένας μέρος των ιστοριών του συγγραφέα αντλεί από το ανεξάντλητο απόθεμα του προγονικού πολιτισμού, επιστρέφοντας σε βάθος χρόνου και σε περίκλειστες επαρχίες. Αλλά τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματά του είναι εκείνα που αφορούν τους σύγχρονούς του εβραίους, κατά την νέα τους ζωή στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Μια απολαυστική ενδεικτική ιστορία είναι «η καφετερία», ένα στέκι στο άνω Μπρόντγουεϊ όπου συχνάζει ένας γίντις συγγραφέας, μια τυπική αφηγηματική περσόνα του Σίνγκερ. Σε αυτό τον τόπο, που συχνά παρομοιάζει με το γειτονικό γραφείο τελετών, «είδος καφετερίας και αυτό, όπου παίρνει κανείς μια ευλογία στα γρήγορα ή ένα καντίς στο δρόμο του προς την αιωνιότητα», γνωρίζει την Εσθήρ, μια γυναίκα που έχει επιστρέψει από την καταστροφή, «εύθυμη και πάλι». Ανάμεσα στις εξομολογήσεις της για τους χαμένους της άντρες, θύματα των χιτλερικών και των σταλινικών ετών, η ισχυριζόμενη αναγνώστριά του, αποκαλύπτει την τρομερή της εμπειρία: μια νύχτα είδε στην κλειστή καφετερία τον Χίτλερ με τους στρατηγούς του.

6Ο ακροατής της δεν εκπλήσσεται: για εκείνον πρόκειται για μια επιστροφή στο χρόνο. Το παρελθόν δεν έχει χαθεί. Μια εικόνα απ’ τα παλιά παραμένει παρούσα κάπου μέσα στην τέταρτη διάσταση και έφτασε σ’ εσένα ακριβώς εκείνη τη στιγμή, την καθησυχάζει. Πράγματι, σε γραφές ανάμεσα στο όνειρο και το γκροτέσκο αλλά και την απατηλότητα του πνευματισμού και των σύγχρονων ψυχολογικών ρευμάτων, μπορεί όντως ο Χίτλερ να βρεθεί στο Μπρόντγουεϊ. Διόλου τυχαία, άλλωστε, η καφετερία την επόμενη ημέρα βρίσκεται καμένη. Αν ο χρόνος και ο χώρος δεν είναι παρά μορφές αντίληψης, όπως θεωρεί ο Καντ, και η ποιότητα, η ποσότητα, η αιτιότητα είναι απλώς κατηγορίες της σκέψης, γιατί να μη συσκέπτεται ο Χίτλερ με τους Ναζί του σε μια καφετέρια στο Μπρόντγουεϊ; Η Εσθήρ δεν ακουγόταν τρελή. Είχε δει ένα κομμάτι πραγματικότητας, που η ουράνια λογοκρισία απαγορεύει κατά κανόνα. Είχε προλάβει να δει φευγαλέα πίσω από το παραπέτασμα των φαινομένων. [σ. 119 – 120]

7Με τις σχετικά σύντομες, κοφτές αλλά ταυτόχρονα περιεκτικές φράσεις του ο Σίνγκερ εισάγει τον αναγνώστη όχι μόνο στην ευρύτερη επιφάνεια του κόσμου των χαρακτήρων αλλά και στα βάθη της εκάστοτε ιστορίας του. Με τον ίδιο απολαυστικό τρόπο χειρίζεται την ταπεινότητά τους και τις ασήμαντες ανθρώπινες εμμονές.«Η κοκέτα» αφορά την ιστορία μιας γυναίκας που ενδιαφέρεται σε τέτοιο βαθμό για την εμφάνισή της ώστε να γίνει χριστιανή, για να ταφεί με τα ρούχα που επιθυμεί και όχι με το απλό εβραϊκό σάβανο. Ο «Σλόιμελε» αποτελεί μια τυπική περίπτωση αποτυχημένου (θεατρικός επιχειρηματίας χωρίς θέατρο, κατακτητής γυναικών που τον εγκαταλείπουν άμεσα, οραματιστής σχεδίων που δεν πραγματοποιούνται ποτέ) που συναντιέται σε διάφορα μέρη με τον αφηγητή, που είναι ένας εξίσου αποτυχημένος συγγραφέας – με την διαφορά ότι το γνωρίζει.

8Κωμικοτραγικοί ή σοφοί, διαβολικοί ή αγνοί, αφελείς ή κυνικοί, οι χαρακτήρες των είκοσι ενός διηγημάτων αφορίζουν τους ηλίθιους που διαθέτουν «μια μυστηριώδη δύναμη, βαθιά ριζωμένη στο αρχέγονο χάος», τα παιδιά που δεν είναι παρά τυχαία γονιμοποιημένα ωάρια, την γονεϊκή αγάπη που δεν είναι παρά ένα τυφλό ένστικτο, τον σύγχρονο Εβραίο «που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον αντισημιτισμό, που υποστηρίζει την επανάσταση και ταυτόχρονα θέλει δικό του κάθε προνόμιο του καπιταλισμού, που προσπαθεί να καταστρέψει τον εθνικισμό στους άλλους, αλλά ο ίδιος καυχιέται ότι ανήκει στον Περιούσιο Λαό». Χαρακτήρες που αδυνατούν ακόμα και να κοιμηθούν στον τόπο όπου βαραίνει η Ιστορία, που δεν γνωρίζουν σε τι μπορούν πια να ορκιστούν και που θέλουν να γράψουν αλλά αναρωτιούνται ποιος χρειάζεται τις ιστορίες τους. Αναμφισβήτητα εμείς, που τις διαβάζουμε μέχρι σήμερα.

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα αγ5γλικά: Βασίλης Αμανατίδης, σελ. 371, με τρισέλιδο χρονολόγιο του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014].