Φρόσω Φωτεινάκη – Να σε κάνω μια αγκαλιά;

Συναίνεση στις αγκαλιές, αυτοδιάθεση στο σώμα

Να την λοιπόν η νέα μας γνωριμία, η Αντιγόνη με το αξιαγάπητο μουτράκι, το ολόφωτο χαμόγελο, τα μαλλιά της φτιαγμένα με δυο ολοστρόγγυλα «κεφτεδάκια», πολύχρωμα ρούχα, έτοιμη να τροχοδρομήσει στις ρόδες του πατινιού της. Και χωρίς περιστροφές μας ρίχνει την δύσκολη ερώτηση, ποιο είναι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο. Δεν πέφτουμε στην παγίδα, δεν θα είναι κάτι χειροπιαστό, γνωρίζουμε πως όλα όσα αξίζουν στην ζωή είναι άυλα, προλαβαίνει και όποιο παιδί σπεύδει να επιλέξει τριπλό παγωτό με τα έξτρα του, και, όπως συμβαίνει με κάθε χαρακτήρα βιβλίου για παιδιά που μας επισκέπτεται για μόνιμη κατοικία σπίτι την ακούμε προσεκτικά. Η αγκαλιά, λέει, και φωτίζεται ακόμα περισσότερο το πρόσωπό της. Μα βέβαια, αυτή υπερισχύει των πάντων!

Κανείς μας λοιπόν δεν θα διαφωνήσει, επειδή θα την φανταστεί με τα πρόσωπα που αγαπά περισσότερο. Όμως αυτά δεν πάνε πάντα μαζί, καθώς η αγκαλιά χρησιμοποιείται ευρύτερα από διάφορους κύκλους ανθρώπων, τους στενούς και ευρύτερους συγγενείς, τους φίλους και συμμαθητές, τους φίλους των συγγενών και των συμμαθητών και τα λοιπά και τους λοιπούς. Και είναι και κάποιες που μοιάζουν «αναπόφευκτες», από ανθρώπους που ξέρουμε πόσο μας αγαπούν: θείοι και θείες, ο νονός ή η νονά, οι συνομήλικοι φίλοι στο χωριό. Και κάποιες άλλες, από ανθρώπους που βλέπουμε μια στις τόσες, οι επισκέπτες των γιορτών, οι ομοτράπεζοι της Καθαρής Δευτέρας…

Είναι όλες οι αγκαλιές το ίδιο; Σίγουρα όχι, γιατί πρώτα απ’ όλα, εμείς δεν τις αισθανόμαστε, ούτε τις θέλουμε, ούτε τις χαιρόμαστε το ίδιο – και μερικές δεν τις θέλουμε καθόλου. Τι γίνεται λοιπόν όταν μια σειρά ανθρώπων έρχονται να μας σφίξουν και να μας χώσουν στην αγκάλη τους χωρίς να έχουμε διάθεση ή επιθυμία; Η Αντιγόνη είναι μπερδεμένη: καλά να μην αρέσκεται σε μια εμφανώς αρνητική συμπεριφορά, αλλά έχει δικαίωμα να θέλει να αποφύγει όλα αυτά τα ανοιχτά, περικυκλωτικά χέρια; Το πρώτο της βήμα είναι να το συζητήσει με έναν καλό της φίλο που έχει ακριβώς την ίδια άποψη: «Οι άνθρωποι νομίζουν πως μπορούν να μας αγγίζουν χωρίς να μας ρωτάνε!». Και μάλιστα επισημαίνει ότι πρώτοι απ’ όλους είναι οι ίδιοι οι γονείς και συγγενείς μας που θεωρούν αυτονόητη την ….αυτοδιάθεση μας και δίνουν το ελεύθερο σε οποιονδήποτε, ότι δεν είναι ευγενικό να απομακρυνόμαστε!

Έτσι η Αντιγόνη φτιάχνει μια λίστα με τις αγκαλιές που θέλει, επικεντρώνοντας όχι στα πρόσωπα αλλά στην δική της αίσθηση. Επιθυμεί αυτές που την χαλαρώνουν, την ζεσταίνουν, την κάνουν να χαμογελάει, να ηρεμεί, να νοιώθει άνετα, να μην ντρέπεται, να μην απορεί, να μην πιέζεται, να μην αγχώνεται – η λίστα είναι μεν μεγάλη αλλά είναι και αποκλειστική. Οποιαδήποτε άλλη αγκαλιά είναι ανεπιθύμητη και σε κάθε περίπτωση πρέπει να προηγείται η άδεια του τιμώμενου. Ιδού το μεγάλο αλλά πολύτιμο βήμα για κάθε παιδί: η έκφραση ενός STOP στις αγκαλιές που έρχονται από τους πάντες, όσο καλοπροαίρετες και αν είναι. Άλλωστε η άρνηση δεν έχει πάντα να κάνει με το πρόσωπο που μας αγκαλιάζει αλλά προφανώς και με την χρονική στιγμή, την διάθεσή μας, την ειδικότερη εσωτερική μας επιθυμία.

Από αυτή την μικρή αλλά τόσο σημαντική έκφραση συναίνεσης και αποδοχής εκ μέρους του παιδιού εξαρτώνται μείζονα αλλά ζητήματα: η αίσθηση ασφάλειας, η συναίνεση και η οριοθέτηση σε οτιδήποτε αφορά το σώμα του, η δυνατότητα αυτοπροστασίας του, η εμπιστοσύνη στο σώμα και στο συναίσθημά του, η βεβαιότητα πως το σώμα μας μάς λέει πάντα την αλήθεια, ο αυτοσεβασμός, η απόλυτη ισχύς της φράσης «Όταν λέω όχι, το εννοώ!». Αντιλαμβάνεται κανείς πως όλα τα παραπάνω δεν περιορίζονται μόνο στο σώμα αλλά ισχύουν σε οποιαδήποτε έκφανση της ζωής. Είναι πλέον γνωστό ότι κάθε αγκάλιασμα εκκρίνει πολύτιμες ουσίες που διοχετεύονται εντός μας και τίποτα δεν δικαιούται να αντιστρέψει ή να ακυρώσει την ροή τους. Και δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε την απαραίτητη και τόσο θεραπευτική αγκαλιά στον ίδιο μας τον εαυτό! Συνεπώς μαζί με την Αντιγόνη ξαναγράφουμε την προτίμησή μας: «Αγκαλιά: το ομορφότερο πράγμα στη γη, αρκεί να το θες εσύ! Εκφραστικότατα τα πρόσωπα της εικονογράφου, σε ζωγραφιές που αναπνέουν στο χώρο και στο χρώμα.

Ηλικίες: 4+

Εικονογράφηση Φωτεινή Τίκκου.

Εκδ. Διόπτρα, 2022, , σελ. 48. Πρόλογος: Μάριος Μάζαρης

Ιστοσελίδα της ψυχολόγου και ψυχοθεραπεύτριας συγγραφέως: εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Osamu Dazai – Όχι πια άνθρωπος

Η τραγωδία ενός «γελοίου» ( ; ) ανθρώπου

Ο Ξένος του Καμύ, ο Φύλακας στη σίκαλη του Σάλιντζερ, πολλοί ήρωες του Ντοστογιέφσκι αλλά και εκείνοι των βιβλίων Οι απόψεις ενός κλόουν του Χάινριχ Μπελ και Ένα χαμόγελο στην άκρη της σκάλας του Χένρι Μίλερ, οι ενσαρκωτές της φιλοσοφίας του Υπαρξισμού, οι μισάνθρωποι του Τόμας Μπέρνχαρντ, ο δουλοπρεπής χαρακτήρας του Ρόμπερ Βάλζερ στο Γιάκομπ Φον Γκούντεν, οι χαμένοι στο Τόκιο ήρωες του βιβλίου του Riu Murakami Σχεδόν διάφανο γαλάζιο, συνομιλούν όλοι με τον Γιόζο, κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου, που είναι βέβαια και απόλυτα διαφορετικός. Πρόκειται για το τέκνο της συγγραφικής πένας ενός άγνωστού μας εδώ αλλά απολύτως ιδιότυπου και εξαιρετικά ενδιαφέροντα συγγραφέα, που αυτοκτόνησε μαζί με την σύντροφό του λίγο μετά την δημοσίευση του έργου, ενώ η αρχική σκέψη της αυτοχειρίας του έγινε όταν αυτοκτόνησε ο Ριουνόσουκε Ακουταγκάουα, συγγραφέας που αποτελούσε ορόσημο (και) για τον Νταζάι.

Ο Γιόζο ξεκινά την ζωή του επιθυμώντας να ευχαριστεί τους πάντες αλλά σύντομα ανακαλύπτει πως η αντίληψή του για την ευτυχία είναι εντελώς διαφορετική από όλων των άλλων. Αναρωτιέται αν κάνει λάθος που σκέφτεται ότι όλοι οι άνθρωποι γύρω του έχουν γίνει τόσο μεγάλοι εγωιστές και είναι τόσο πεπεισμένοι πως είναι φυσιολογικός ο τρόπος ζωής τους ώστε να μην αμφισβητούν ποτέ, ούτε μια φορά τον εαυτό τους. Όταν καταλήγει ότι από όλο το ανθρώπινο γένος μόνο αυτός είναι διαφορετικός, αρχίζει να κάνει τον γελωτοποιό, «έναν μασκαρά που η κάθε του λέξη είναι ένα ψέμα». Όλες οι αγωνίες κλειδώνονται μέσα του και σταδιακά τελειοποιείται στο ρόλο του φαιδρού εκκεντρικού. H προοπτική να γίνει σεβαστός τον φοβίζει όσο τίποτα. Είναι πεπεισμένος πως η ανθρώπινη ζωή βρίθει λαμπρών παραδειγμάτων αυθεντικού και ανέξοδου φαρισαϊσμού – ανθρώπων που εξαπατούν αλλήλους ελαφρά τη καρδία χωρίς να πλήττονται ή ανθρώπων που φαίνεται ακόμα και να αγνοούν ότι εξαπατούν ο ένας τον άλλον.

Ο φόβος για τα ανθρώπινα όντα συνεχίζει να τον ταλανίζει και η άρνηση για την παραμικρή εμπιστοσύνη στην γνώμη τους σύντομα μετατρέπεται σε κυνικότητα και μισογυνισμό. Οι αίθουσες διδασκαλίας και οι κοιτώνες δεν του φαίνονται παρά χωματερές διαστρεβλωμένων σεξουαλικών επιθυμιών. Η γνωριμία του με τον Χορίκι, ένα «γνήσιο ρεμάλι της πόλης», του προσφέρει την αίσθηση ότι νοιώθουν και οι δυο αποπροσανατολισμένοι. Φυσικά, σκέφτεται, ο άλλος δεν έχει επίγνωση της φαιδρότητάς του. Ο Γιόζο δεν αργεί να καταλάβει ότι ο καπνός, το αλκοόλ και οι πόρνες αποτελούν «έξοχα μέσα κατευνασμού του φόβου του για τους ανθρώπους». Υποτιμά τις εκδιδόμενες γυναίκες αλλά αισθάνεται ασφάλεια στην αγκαλιά τους. Σύντομα διαπιστώνει ότι ως προς όλες τις γυναίκες γύρω του υπάρχει μια αύρα μελό ονειροφαντασίας.

Περίεργος, αρνητικός και κυνικός για οτιδήποτε, ακολουθεί τον φίλο του σε μια μυστική Κομμουνιστική συγκέντρωση κάποιας αδελφότητας, όπου βρίσκει «ξεκαρδιστικά διασκεδαστικό να βλέπει τους “συντρόφους” του, με τα πρόσωπά τους γεμάτα ένταση λες και συζητούσαν ζητήματα ζωής και θανάτου, απορροφημένους στη μελέτη θεωριών τόσο στοιχειωδών ώστε να εμπίπτουν στην κατηγορία του “ένα κι ένα κάνουν δυο”». Σημειώνεται ότι ο ίδιος ο συγγραφέας υπήρξε κομμουνιστής και κάποτε συνελήφθη, αλλά η πολιτική του εμπειρία δεν μείωσε στο παραμικρό την απέχθειά του για τους ανθρώπους.

Αν οι άνθρωποι αρέσκονται συνειδητά ή μη να γελοιοποιούνται, γιατί να μην πράξει και αυτός την έσχατη γελοιοποίηση ως παράσταση ενώπιόν τους; Αν οι άνθρωποι είναι τόσο σκάρτοι, είναι δυνατόν ο εαυτός να αποτελεί εξαίρεση; Κατακλυσμένος από τα βασανιστικά ερωτήματα περί της ζωής που παραμένουν εσαεί αναπάντητα, συνεχίζει να βυθίζεται στον κόσμο των παράνομων γυναικών και της μέθης και σταδιακά εθίζεται στη μορφίνη και στην σκέψη της αυτοχειρίας. Η σχέση του με μια ιδιαίτερη γυναίκα, η είσοδος σε ψυχιατρική κλινική και ο ύστατος πλησιασμός της αυτοκτονίας αποτελούν τους επόμενους σταθμούς της ζωής του μέχρι τον Τερματικό.

Ο άντρας που εσκεμμένα προκαλούσε το γέλιο των ανθρώπων στην απεγνωσμένη του επιθυμία να διατηρήσει τον ελάχιστο σύνδεσμο μαζί τους, που θέλησε να βρει διέξοδο στην τέχνη και να ζωγραφίσει τα δαιμόνιά του αλλά στα έργα του έρχονταν ακόμα πιο εφιαλτικά, αναζητά απεγνωσμένα μια ζωή έξω, έξω από κάθε οικογένεια ή ανθρώπινο δεσμό. Όμως μήπως το περιβάλλον της μεταπολεμικής Ιαπωνίας είναι καλύτερο; Είναι εχθρικότερο από ποτέ: είναι ένας κόσμος που κλυδωνίζεται μεταξύ παλαιάς και νέας εποχής, αρχαίας αξιοπρέπειας και σύγχρονης παρακμής. Και τι μπορεί να του προσφέρει η απάνθρωπη Ιαπωνία που γνωρίζει από την πίσω της πλευρά;

Ο Γιόζο, που συνεχίζει μέχρι σήμερα να εισχωρεί σε διάφορα manga, έχει πλείστα κοινά σημεία με τον συγγραφέα [λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Tsusima Shuji, 1909 – 1948], ο οποίος επιδόθηκε σε ανάλογη ζωή, υπήρξε μορφινομανής έκανε δυο απόπειρες αυτοκτονίας (στην μία από τις οποίες έχασε την ζωή της η φίλη του) και τελικά αφαίρεσε την ίδια του την ζωή στην ηλικία των τριάντα εννιά. Η ταύτιση των δυο σε πολλά σημεία είναι απόλυτη και παραμένει το ερώτημα του ποσοστού λογοτεχνίας και αυτοβιογραφίας στην εν λόγω νουβέλα. Αλλά τι σημασία έχει; Η ζωή του, όπως όλων μας, χωρίστηκε σε τρεις φάσεις – «παιδική ηλικία, εφηβεία, ενήλικη φάση» και στην αναπότρεπτη πορεία προς την εύρεση ενός κέντρου όπου ο εαυτός μας μπορεί να βρει αυτό που αναζητά.

Χωρισμένο σε τρία σημειωματάρια, ένα για κάθε μια από τις παραπάνω περιόδους της ζωής του, τα οποία παραδόθηκαν, υποτίθεται, μαζί με αντίστοιχες φωτογραφίας, από μια γυναίκα προς τον συγγραφέα, τυπικό εύρημα αφηγηματικής «αληθοφάνειας», το βιβλίο εκδόθηκε στα ελληνικά το 2022 και από άλλους δυο εκδοτικούς οίκους, τις εκδ. Gutenberg – Δαρδανός με τίτλο Δεν ήμουν πια άνθρωπος (μτφ. Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος) και από τις εκδ. Bibliotheque με τίτλο Όχι άνθρωπος πια (μτφ. Πάνος Σταθόγιαννης).

Εκδ. Διόπτρα, 2022, μτφ. Έφη Τσιρώνη, σελ. 174. [Ningen Shikkaku / No longer human]. Πρόλογος: Φιλήμων Πατσάκης.

Για το Γιάκομπ Φον Γκούντεν του Ρόμπερ Βάλζερ, διαβάστε εδώ.

Για το Διάφανο, σχεδόν γαλάζιο του Riu Murakami, διαβάστε εδώ.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 250, εδώ.