Ingrid  Chabbert – Εγώ, ο Αριστοτέλης, μισώ τα βιβλία

Δυο μεγάλα μυστικά για την φιλαναγνωσία!

Η αγάπη στα βιβλία και η λατρεία της ανάγνωσης δεν επιβάλλονται αλλά ούτε και προτείνονται με τις συνήθεις απαρχαιωμένες προτροπές. Θα τολμούσα, μάλιστα, να πω ότι τα ίδια τα λόγια έρχονται δεύτερα σε σχέση με την δύναμη του ζωντανού παραδείγματος: πώς μπορούμε να θέλουμε το παιδί μας να διαβάζει, όταν δεν βλέπει ποτέ εμάς τους ίδιους να χαιρόμαστε ένα βιβλίο, όσος λίγος χρόνος και να υπάρχει, ο κόσμος να χαλάει; Πώς απαιτούμε από ένα βλαστάρι να φτιάξει την δική του βιβλιοθήκη όταν δεν βλέπει εμάς τους ίδιους να ταξινομούμε με ευλάβεια την δική μας; Κι όμως, ακόμα και το παραπάνω αξίωμα, μερικές φορές ατονεί και τότε δεν μένει παρά το επόμενο βήμα, η προσωπική δοκιμή εκείνου που αρνούμαστε. Για να δούμε…

Ιδού, λοιπόν, ο Αριστοτέλης, εμφανώς εκνευρισμένος, με μαλλιά ως «μουτζούρα», όπως μου ψιθυρίζει διακριτικά η Αυγή, για να μην την ακούσει και νευριάσει ακόμα περισσότερο, μας δηλώνει απερίφραστα οργισμένος με τα βιβλία. Δεν τα θέλει ως δώρα, εξοργίζεται όταν βλέπει την μητέρα του να διαβάζει παντού (από το λεωφορείο μέχρι και την μπανιέρα, αν είναι ποτέ δυνατόν!), τον πατέρα του να τελειώνει είκοσι τρία βιβλία το μήνα (ξανά αν είναι ποτέ δυνατόν!), την αδελφή του να επιμένει να διηγείται στους πάντες το μυθιστόρημα που διαβάζει κάθε φορά. Μήπως αγαπούν τα βιβλία περισσότερο και από τον ίδιο; Και τι αξία έχουν βιβλία χωρίς εικόνες στο εσωτερικό τους; Μήπως να ρίξει μερικές πέτρες με την σφεντόνα προς την βιβλιοθήκη;

Αυτός πάντως κρύβει τα ανεπιθύμητα βιβλία στην αποθήκη και αφιερώνεται στις αγαπημένες του συνήθειες: κυνήγι δράκων στην οθόνη, χάζεμα στην τηλεόραση. Όμως μια μέρα ανακαλύπτει ένα κουνέλι να διαβάζει τα βιβλία του, άνετα και ωραία. Απαράδεκτο! Φαίνεται πως το αίσθημα της ιδιοκτησίας είναι ισχυρό στα παιδιά και αναπόφευκτα ταράζει τον Αριστοτέλη που διαμαρτύρεται έντονα. Το κουνέλι πάντως τον μαλώνει ευγενικά: τα βιβλία δεν ανήκουν στις αποθήκες και στις αυλές, γιατί κινδυνεύουν να «χαλάσουν». Φυσικά ο Αριστοτέλης αμυνόμενος επιστρέφει στην αρχική του άρνηση και δηλώνει μίσος για τα βιβλία και αδιαφορία για την κατάληξή τους. Και αποχωρεί συγχυσμένος.

Μόνο που επιστρέφει για να ελέγξει το κουνέλι, που διαβάζει με πλήρη αφοσίωση το ένα βιβλίο μετά το άλλο· παρατηρεί πως η ανάγνωση τού προκαλεί άλλοτε γέλια και άλλοτε δάκρυα, βλέπει πως μπορεί και διαβάζει σε όλες τις στάσεις, μπρούμυτα, ανάσκελα, καθιστός, όρθιος. Και τότε φυτεύεται εντός του μεγάλη περιέργεια. Πως μπορεί αυτό το κουνέλι να χάνεται μέσα στα βιβλία και να μη βαριέται ποτέ; Θα δοκιμάσει κι αυτός ένα βιβλίο, κρυφά φυσικά. Και αδυνατεί να το σταματήσει γιατί ζει ανακαλύψεις, μάχες, ταξίδια και περιπέτειες. Επιστρέφει στην Αποθήκη – Βιβλιοθήκη, παίρνει το ένα βιβλίο μετά το άλλο και δεν διανοείται να φάει πρωινό αν δεν υπάρχει τουλάχιστον ένα βιβλίο στο τραπέζι. «Γιατί όποιος δοκιμάζει αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να σταματήσει!».

Η τελευταία αυτή φράση του Αριστοτέλη κρύβει το δεύτερο μεγάλο μυστικό της φιλαναγνωσίας. Από την μία πλευρά, ο μελλοντικός αναγνώστης θα ψυλλιαστεί την μαγεία του διαβάσματος βλέποντας άλλους ευτυχείς αναγνώστες. Από την άλλη, ακόμα και αυτό το παράδειγμα χρειάζεται μερικές φορές το κατάλληλο πρόσωπο: η απορροφημένη οικογένεια του Αριστοτέλη ίσως δεν μπήκε στον κόπο να του εξηγήσει τι χαρές κρύβονται ανάμεσα στις σελίδες, ενώ το περισσότερο «κοντινό» του πλάσμα, στην ηλικία, στην ζαβολιά ή σε κάποια άλλη απροσδιόριστη συγγένεια, του κίνησε την έντονη περιέργεια για δοκιμή. Και σε αυτή ακριβώς την δοκιμή βρίσκεται το δεύτερο σκέλος της φιλαναγνωστικής προτροπής: για κάθε άρνηση, αποφυγή ή απόρριψη, υπάρχει μια διακριτική, αναίμακτη αντιπρόταση: η απλή δοκιμή. Ας δοκιμάσουν οι μικροί αρνητές της ανάγνωσης να διαβάσουν ένα, δύο ή τρία βιβλία και μετά μπορεί κι αυτοί να αναφωνήσουν: όποιος δοκιμάζει αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να σταματήσει!

Η νοτιογαλλίδα συγγραφέας Ingrid  Chabbert που έχει ξεπεράσει τα … εκατό βιβλία και ο ισπανός εικονογράφος Raul Guridi υπογράφουν μια σπαρταριστή συνεργασία. Η συγγραφέας τα τελευταία χρόνια δοκιμάζεται και στα κόμικς, και βρήκε στον εικονογράφο πρόσφορο ταίρι για την ιστορία της, καθώς τα σκίτσα του έχουν ανάλογη τεχνική: ελάχιστες γραμμές αρκούν για να αποδώσουν τα πλείστα, ενώ όλες οι μορφές αναπνέουν στις μεγάλες σελίδες με το λιτό τους φόντο. Και φυσικά η μουρίτσα του Αριστοτέλη π.Α. και μ.Α. (προ αναγνώσεων και μετά αναγνώσεων) τα λέει όλα. Μόνο μη σας ξεφύγει, όπως μου υπενθυμίζει ξανά η Αυγή, ότι τα μαλλιά του μοιάζουν με μουτζούρα!

Εικονογράφηση: Raul Guridi. Εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 38, μτφ. Μαρία Παπαγιάννη [Moi, Albert, détestateur de livres, 2018]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Deborah Marcero – Σ’ ένα βάζο μέσα

Η ωραιότερη συλλογή του κόσμου

Ο Λουέλιν είναι ένας ιδιαίτερος κούνελος που έχει μια ωραία και σπάνια συνήθεια. Κουβαλάει παντού μαζί του ένα γυάλινο βάζο και τοποθετεί εκεί οτιδήποτε κρίνει πως αξίζει να βλέπει και να διατηρεί. Ένα φύλλο, ένα φτερό, ένα μανιτάρι. Καρποί, κοχύλια, λουλούδια, πετρούλες, όλα έχουν το βάζο τους. Τι γίνεται όμως με τα ζωάκια που θαυμάσαμε σε μια βόλτα μας; Δικαιούμαστε να αιχμαλωτίσουμε ένα έντομο, ένα σαλιγκάρι, μια κουκουβάγια; Ο Λουέλιν δεν θα το έκανε ποτέ, άρα πώς γίνεται να εμφανίζονται και αυτά στα βάζα του; Και, ακόμα, πώς είναι δυνατόν να αποθηκεύει στα δοχεία του το ίδιο το ουράνιο τόξο, τον ήχο της θάλασσας ή την μαγεία του χειμώνα; Πώς χωράει μέσα τους ένα  ολόκληρο ανοιξιάτικο λιβάδι με παπαρούνες;

Τότε διαπιστώνουμε ότι ο Λουέλιν δεν «αιχμαλωτίζει» αντικείμενα που άγγιξε αλλά οτιδήποτε είδε και θαύμασε και τώρα θέλει να κρατήσει ζωντανό στο μυαλό του. Φυλάσσει έναν κατακλυσμό φθινοπωρινών φύλλων κι όταν ανοίξει το καπάκι, αυτά γεμίζουν τον χώρο του· το σμήνος των πουλιών που γέμισαν τον ουρανό θα πετάξει και στο δωμάτιο. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να συλλέγονται οι αναμνήσεις, να μπαίνουν σε κουτάκια ή βαζάκια και να είναι πρόσφορες σε κάθε ζήτηση; Φυσικά και είναι, το βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας!

Και είναι δυνατόν, μετά από όλα αυτά, να δει το βυσσινί χρώμα ενός ηλιοβασιλέματος και όχι μόνο να μην το αποθηκεύσει αλλά και να μη δώσει ένα από τα πρόσθετα βαζάκια του σε μια λαγουδίνα, την Έβελιν, που το θαυμάζει κι εκείνη; Μια φιλία γεννιέται αλλά και κοινές εξορμήσεις για περισυλλογή όλων των αξιοθαύμαστων που συμβαίνουν παντού. «Μάζευαν πράγματα που δεν θα φανταζόταν κανείς ότι χωράνε καν σε βάζο. Με κάποιον τρόπο όμως χωρούσαν». Χοροί στο χιόνι και κούπες με ζεστό ρόφημα, μισοφέγγαρα και έναστροι ουρανοί. Μια από τις εκδηλώσεις της φιλίας, το μοίρασμα μιας ιδέας και η μετάδοση μιας συνήθειας έχει ήδη συμβεί.

Η ιστορία προχωράει ένα βήμα παραπέρα: τι γίνεται όταν η καθημερινή επαφή των φίλων διακόπτεται για λόγους ανωτέρας βίας; Οι οικογένειες μετακομίζουν, μετοικούν, μεταναστεύουν και οι μικροί αποχωρίζονται. Η οικογένεια της Έβελιν αναχωρεί από την γειτονιά, Ένα βάζο του Λουέλιν θα μείνει άδειο γιατί μέσα του λάμπει δια της απουσίας της η χαρά. Τώρα, λοιπόν, η φιλία των δυο κουνελιών θα χαθεί; Όχι, θα συμβεί το ακριβώς αντίθετο γιατί όχι μόνο θα συνεχιστεί η συνήθεια αλλά θα αποτελέσει το ομορφότερο μέσο επικοινωνίας: με την … ταχυδρομική ανταλλαγή βάζων οι εμπειρίες γίνονται αντικείμενο μοιράσματος και επικοινωνίας όσο μακρινή κι αν είναι η μεταξύ τους απόσταση.

Με τον τρόπο αυτό ο ένας «βλέπει» και «αισθάνεται» την καθημερινότητα του άλλου. Αυτά που δεν μπορούν να διηγηθούν ζωντανά, μπορούν να τα ανταλλάξουν με τον τρόπο που ξέρουν, καθώς τα πάντα χωράνε στα βαζάκια, και όχι μόνο τα στοιχεία της φύσης αλλά και της πόλης: τα πολύχρωμα φώτα της, οι ήχοι της, οι αμέτρητοι άνθρωποί της. Και η ιστορία θα παραμείνει ανοιχτή: ένας νέος ανυποψίαστος κούνελος, ο Μάξ, βρίσκεται στο δάσος φίλος, ο Λουέλιν έχει πάντα ένα περίσσιο βάζο μαζί του και η αλυσίδα της φιλίας και των συλλογών συνεχίζεται.

Ακόμα κι αν γνωρίζαμε ή υποψιαζόμασταν τα πολύτιμα δώρα του Λουέλιν, τώρα που τα μοιράζεται με τους αναγνώστες του τα βλέπουμε καθαρά και ανάγλυφα: μας προτρέπει να ζούμε στο παρόν, να μην προσπερνάμε στις ωραίες μας στιγμές, αλλά να επιστρέφουμε σε αυτές, να τις ξαναχαζεύουμε και να τις συλλογιζόμαστε. Να μην αγνοούμε τα «αυτονόητα» του φυσικού κόσμου, όποια κι αν είναι αυτά, από το χρώμα ενός ηλιοβασιλέματος ή ενός λουλουδιού, τον ήχο ενός πουλιού, την λάμψη ενός αστεριού. Να γινόμαστε κι εμείς συλλέκτες αγαθών, όχι των υλικών αλλά όλων όσων φιλοξενούνται στη μνήμη μας. Και να κρατάμε τους δεσμούς της φιλίας με ανάλογα μοιράσματα, ακόμα κι αν η ζωή μας χωρίζει σε διαφορετικούς τόπους.

Από την βορειότερη άκρη των Ηνωμένων Πολιτειών η Μαρσέρο, με ανήσυχες σπουδές στην Ζωγραφική, την Χαρακτική, την Φωτογραφία και την Ποίηση, και με επαγγελματική δοκιμασία ως Δασκάλα, δεν γράφει μόνο όλα τα παραπάνω αλλά και τα εικονογραφεί με χρώματα που τους προσδίδουν μια εντύπωση ονειρική, σα να ζωγραφίζονται συναισθήματα και μνήμες. Είναι, τέλος, ενδιαφέρον το γεγονός ότι σε πολλά κάδρα επιλέγει να φτιάξει τους αξιαγάπητους κούνελους σε μικρό μέγεθος μέσα σε μεγάλο φόντο, ακριβώς, υποθέτω, για να αποδώσει όλο το θαύμα που βρίσκεται γύρω μας αλλά δεν το βλέπουμε.

Ηλικίες: 3+

Εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σελ. 40, μτφ. Μάρω Ταυρή [In a jar, 2020].

Ιστοσελίδα της συγγραφέως και εικονογράφου εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Σημείωση: Εννοείται ότι οι δυο εικόνες με το κείμενο στα αγγλικά είναι από την αντίστοιχη έκδοση.