Susan Sontag – Η γοητεία του φασισμού. Δυο δοκίμια

Οι καλές1 τέχνες του κακού

Διατηρώ ιδιαίτερα ζωντανό στη μνήμη μου το ντοκιμαντέρ για την Λένι Ρίφενσταλ που παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την χρονιά που κυκλοφόρησε [Ray Mueller – Die Macht der Bilder, 1993]. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το τελευταίο μέρος, που αφορούσε τα ενδιαφέροντα της σκηνοθέτιδας του ναζισμού σε όψιμη ηλικία: την φωτογράφιση του υποβρύχιου κόσμου κι ενός «πρωτόγονου» αφρικανικού λαού. Ακριβώς από το λεύκωμα για τους τελευταίους εκκινεί η Sontag στο πρώτο της δοκίμιο, από το βιβλίο της Λένι Ρίφενσταλ Οι τελευταίοι των Νούμπα, που περιλαμβάνει φωτογραφίες των σημερινών κατοίκων της αρχαίας Νουβίας.

2H Sontag εκπλήσσεται με την εισαγωγή του βιβλίου της Ρίφενσταλ, όπου αναφέρεται ως «μια μυθική προπολεμική κινηματογραφίστρια μισοξεχασμένη από ένα έθνος που επέλεξε να εξαλείψει από τη μνήμη του μια περίοδο της ιστορίας του» – ένας ιδιαίτερα ντροπαλός υπαινιγμός σχετικά με την Γερμανία και το Τρίτο Ράιχ· στο δε κυρίως κείμενο η δεκαετία του ’30 χαρακτηρίζεται ως … «τραυματική και κρίσιμη» και γενικώς επιχειρείται για άλλη μια φορά η λεύκανση του παρελθόντος της Ρίφενσταλ. Μόνο που το μεγαλύτερο μέρος του έργου της έχει ορθώς χαρακτηριστεί ως ναζιστική προπαγάνδα· οι τέσσερις από τις έξι ταινίες που γύρισε ήταν ντοκυμανταίρ που παρήγγειλε και χρηματοδότησε η ναζιστική κυβέρνηση (για κομματικά συνέδρια, για την Βέρμαχτ ή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες)· υπήρξε φίλη και σύντροφος του Χίτλερ, φίλη του Γκαίμπελς και η μόνη μεταξύ των Γερμανών κινηματογραφιστών που δεν υποχρεωνόταν να λογοδοτεί στην υπηρεσία Κινηματογράφου. Τι συμβαίνει λοιπόν;

leniriefenstahlH έκδοση της Ρίφενσταλ συνοψίζει τη βασική γραμμή της αυτοθυματοποίησης που μηχανεύτηκε η ίδια κατά τη δεκαετία του ’50: αποκάλεσε τη δουλειά της κινηματογράφο – αλήθεια [cinéma – verité] και τόνιζε πως πρόκειται για σκέτη αφήγηση. Ξεχνούσε βέβαια το γεγονός πως στις περίφημες κινηματογραφήσεις της, ιδίως στον Θρίαμβο της θέλησης η εικόνα δεν είναι απλώς η καταγραφή της πραγματικότητας αλλά τελικά η εκτοπισμός της πραγματικότητας από την εικόνα· πως και οι τέσσερις ταινίες της κατά παραγγελία των ναζί δοξολογούν την αναγέννηση του σώματος και της κοινότητας δια μέσου της λατρείας ενός ακαταμάχητου ηγέτη. Οι υπερασπιστές της αργότερα εστίασαν στην ιδέα του κάλλους, τονίζοντας ότι η Ρίφενσταλ ενδιαφερόταν πάντοτε για την ομορφιά. Κι έτσι οι τελευταίοι της Νουβίας είναι το έσχατο αναγκαίο βήμα στην αποκατάστασή της: είναι το τελικό ξαναγράψιμο του παρελθόντος.

leni-riefenstahlΑλλά και εδώ, τόσο οι φωτογραφίες όσο και το κείμενο αποτελούν ολοφάνερη συνέχεια του ναζιστικού της έργου. Οι πρωτόγονοί της Ρίφενσταλ περιμένουν την τελική δοκιμασία της υπερήφανης, ηρωικής κοινότητάς τους. Εξυμνείται μια κοινωνία στην οποία η επίδειξη σωματικής επιδεξιότητας (στις δοκιμασίες των αγώνων πάλης) και η νίκη του ισχυρότερου συνιστούν τα ενοποιητικά σύμβολα μιας κοινοτικής κουλτούρας. Τον ρόλο του «διαφθορέα» δεν τον παίζουν πλέον οι Εβραίοι αλλά ο ίδιος ο «πολιτισμός». Οι γυναίκες φυσικά αποκλείονται από όλες τις επίσημες λειτουργίες και περιορίζονται στον ρόλο της τροφού και της βοηθού. Παραδόξως αποσιωπάται ο εμφύλιος πόλεμος που κατασπάραξε το συγκεκριμένο τμήμα του Σουδάν επί δώδεκα χρόνια καθώς αυτό που την ενδιαφέρει είναι ο μύθος και όχι η ιστορία.

Αυτό που διακρίνει τη φασιστική εκδοχή της παλιάς ιδέας του ευγενούς αγρίου είναι η περιφρόνηση για οτιδήποτε έχει σχέση με τον στοχασμό, την κριτική, τον πλουραλισμό. Στον αντίποδα προτείνεται η συνεχής ενασχόληση με καταστάσεις αυτοκυριαρχίας, υποτακτικής συμπεριφοράς, ακραίας προσπάθειας και αντοχής στη σωματική καταπόνηση και υιοθετούνται δυο φαινομενικά αντίθετες στάσεις: η εγωμανία και η δουλικότητα.

triumph-des-willens-triumph-of-the-will-leni-riefenstahl-1935Οι σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης παίρνουν τη μορφή μιας ορισμένης φαντασμαγορίας που χαρακτηρίζεται από τη μαζικοποίηση των ανθρώπινων ομάδων […] γύρω από μια πανίσχυρη υπνωτιστική ηγετική φιγούρα ή δύναμη. Η φασιστική δραματουργία επικεντρώνεται στις οργιαστικές συναλλαγές μεταξύ ισχυρών δυνάμεων και των ανδρεικέλων τους που ομοιόμορφα ντυμένα παρουσιάζονται κατά ολοένα ογκούμενα κύματα. […] Η φασιστική τέχνη εξυμνεί την υποταγή, εκθειάζει τη βλακεία, μυθοποιεί τον θάνατο. [σ. 29]

Τα χαρακτηριστικά της φασιστικής τέχνης προφανώς αναπαράγονται στην επίσημη τέχνη των κομμουνιστικών χωρών· κοινή είναι η αντίληψη όλων των ολοκληρωτικών καθεστώτων ότι η τέχνη έχει ως λειτουργία να «απαθανατίζει» τους ηγέτες τους και τα δόγματά τους. Αλλά υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές: ο κομμουνισμός τονίζει τον ρεαλισμό, ενώ ο φασισμός τον απορρίπτει εν ονόματι του ιδεαλισμού· πολύ περισσότερο, η τέχνη του πρώτου ενισχύει μια ουτοπική ηθική, ενώ του δεύτερου μια ουτοπική αισθητική. Η κομμουνιστική τέχνη χαρακτηρίζεται από μια άφυλη αγνότητα ενώ η ναζιστική εμφανίζεται ως φιλήδονη.

The Night Porter (1974)Ακριβώς σε αυτό το στοιχείο εστιάζει η Σόντακ στο δεύτερο μέρος του πρώτου δοκιμίου, που αφορά το βιβλίο Εμβλήματα των SS. Η φαντασίωση σχετικά με τις στολές (που υποδηλώνουν την κοινότητα, την τάξη, την ταυτότητα, την νόμιμη άσκηση βίας) και πολύ περισσότερο οι ίδιες οι φωτογραφίες των στολών εκφράζουν την σεξουαλική φαντασίωση της νομιμότητας της βίας, του δικαιώματος να ασκεί κανείς ολοκληρωτική εξουσία πάνω στους άλλους και να τους μεταχειρίζεται ως κατώτερους.

Όταν το μήνυμα του φασισμού ουδετεροποιείται από μια αισθητική θεώρηση της ζωής, τα διάφορα διακοσμητικά μπιχλιμπίδια αποκτούν σεξουαλικό χαρακτήρα. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε αυτή την ερωτικοποίηση του φασισμού σε συναρπαστικές και εκ βαθέων αποκαλύψεις όπως είναι Οι εξομολογήσεις μιας μάσκας και το Ήλιος και ατσάλι του Μισίμα και σε ταινίες όπως το Scorpio Rising του Kenneth Anger καθώς και στις πιο πρόσφατες και λιγότερο σημαντικές Οι καταραμένοι του Βισκόντι και Ο θυρωρός της νύχτας της Καβάνι. [σ. 40]

Triumph of the will- Riefenstahl in NuremberΔιόλου τυχαία στην πορνογραφία (λογοτεχνία, κινηματογράφο, εξαρτήματα) τα SS παραπέμπουν σε ακραίες περιοχές της σεξουαλικής εμπειρίας. Ουδέποτε πριν αισθητικοποιήθηκε τόσο συνειδητά η σχέση Κυρίου και Δούλου. Ο ίδιος ο Ζενέ είχε γράψει πως «ο φασισμός είναι θέατρο» και μας έδωσε στο μυθιστόρημά του Νεκρικές τελετές ένα από τα πρώτα κείμενα που παρουσιάζουν την ερωτική γοητεία του φασισμού πάνω σε κάποιον με φασίστα. Ακόμα και ο Σαρτρ στο μυθιστόρημα Ο θάνατος μέσα στην ψυχή είχε περιγράψει την αίσθηση της ψυχικής και σωματικής παράδοσης ενός χαρακτήρα του τη στιγμή που έμπαιναν οι ναζί στο Παρίσι.

Το δεύτερο δοκίμιο αφορά την ταινία του Χανς – Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ Χίλτερ, μια ταινία από τη Γερμανία, μια ταινία που για την Σόντακ δημιουργεί φόβο λόγω της ακρότητας του επιτεύγματος και αντιφατικά συναισθήματα. Πρόκειται για ένα θέαμα με θέμα το θέαμα, με μια ποικιλία θεατρικο – αφηγηματικών ειδών (παραμύθι, τσίρκο, θέατρο ηθών, σκηνική αλληγορία, μαγική τελετή, φιλοσοφικό διάλογο), μια επτάωρη φαντασματική ταινία, στοιχειωμένη από πρότυπα (Μελιές, Αιζενστάιν) και αντιπρότυπα (Ρίφενσταλ, Χόλιγουντ), από τον γερμανικό Ρομαντισμό, τον Μπρεχτ και τον Βάγκνερ και ιδίως την φαντασμαγορία – τη στοχαστική – αισθητική φόρμα που προτιμούσε ο τελευταίος.

4Εδώ ο σκηνικός χώρος έχει πολλαπλές χρήσεις: χώρος περισυλλογής, θεατρικής υποβολής, εμβλημάτων, μελαγχολίας, ηθικής Κρίσης και ερημότοπος θανάτου, όπου οι αναστοχαζόμενοι ηθοποιοί απαγγέλουν καταλόγους, διατυπώνουν κρίσεις, θέτουν ερωτήματα, αναλαμβάνουν ρόλους, Μπορεί άραγε αυτό το μεταθέαμα να κατανοήσει και να ξορκίσει το παρελθόν, πράγμα που αποτελούσε τη μέγιστη ηθική φιλοδοξία του σκηνοθέτη; Η Σόντακ σαγηνεύτηκε από το κινηματογραφικό αυτό αριστούργημα αλλά είναι βέβαιη πως το παρελθόν δεν ξεγράφεται.

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, 2010, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, σελ. 84 [Fascintating Fascism, The New York Review of Books, 6.12.1975, Syberberg’s Hitler, The New York Review of Books, 21.2.1980].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 157.

Το Δέντρο, τεύχος 197 – 198 (Μάιος 2014)

δΑφιέρωμα: Η γοητεία της μυθοπλασίας

Μια φορά πηγαίνοντας στο λύκειο με το τραμ, μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας μου ακούμπησε πάνω μου: η πρώτη μεγάλη ταραχή, ένας ευτυχισμένος πανικός. Το στήθος μου άγγιζε το πρόσωπό μου, τα δάχτυλά της πάνω στα δικά μου στη χειρολαβή κι εγώ ακίνητος εκστασιασμένος, γεμάτος αναπάντεχο σφρίγος και διογκώσεις, κολλημένος πάνω της με απελπισία ναυαγού. Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε ξαφνικά και έφυγε. Δεν την ξανασυνάντησα ποτέ, αλλά και να την ξανάβρισκα, ακόμα και σήμερα, θα την ευχαριστούσα. Ίσως να περνάει τα απογεύματα στο ζαχαροπλαστείο, χήρα, μπροστά σε ένα άδειο φλιτζάνι καφέ, με την ομπρέλα κρεμασμένη στην πλάτη της καρέκλας, φτωχή συνταξιούχος με τους ρευματισμούς να της καταπονούν τα κόκαλα. [σ. 61]

….γράφει ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες σ’ ένα κείμενο γεμάτο μνήμες ατάκτως ερριμένες, όπως φαίνεται από τον τίτλο (Η μνήμη παίζει παράξενα παιχνίδια), μεταξύ των οποίων και εικόνες χαμογελαστών ενζενί του κινηματογράφου με μαγιό στο χαρτί κι εγώ σίγουρος ότι χαμογελούν σε μένα. Όσον αφορά την ποσότητα των σκουπιδιών που δημοσιεύονται ο Πορτογάλος συγγραφέας σκέφτεται: άραγε τι σκέπτονται οι συγγραφείς τους για τις αηδίες που έχουν γράψει; Προφανώς είναι πολύ ευχαριστημένοι…

Ant Lobo AntΕμπλουτίζοντας ακριβώς μια οιονεί συζήτηση πάνω στο θέμα – αφιέρωμα στο προηγούμενο τεύχος του Δέντρου, ο Κώστας Μαυρουδής γράφει στις Σκέψεις για την παραλογοτεχνία και το ευπώλητο ανάγνωσμα: Το όχημα της ωριμότητας κυλά μόνο στις ράγες που έστρωσε ο χρόνος. Το διάβασμα (παρηγορητική και βαθειά μαθητεία με τον εαυτό μας και τον κόσμο) χωρίς την πείρα της περιπέτειάς μας μένει αβαθής πρωτογένεια. Παίρνει αρκετό χρόνο να το αντιληφθούμε. Μεταξύ των αναγνώσεων του λογοτεχνικού έργου, πλεονεκτεί κατά κράτος εκείνη που γίνεται με γυαλιά πρεσβυωπίας… Διαφορετική λοιπόν είναι η ανάγνωση του παραλογοτεχνικού αφηγήματος, που διατρέχει την άπνοια των ιδεών και την ανύπαρκτη λογοτεχνικότητα και εκφράζει τεράστιες ομάδες που δεν χρειάστηκαν ποτέ την αρωγή της λογοτεχνίας, τη σωτήρια συνάντηση μαζί της, ούτε βέβαια υποψιάζονται σ’ αυτήν τη σχέση τον ψίθυρο της ανθρώπινης μοίρας.

domenicostarnoneΈνα υπέροχο αφήγημα του Ντομένικο Σταρνόνε (Μάτια κλειστά, μάτια ανοιχτά) κοινωνεί τις μνήμες του συγγραφέα από την μύησή του στον κόσμο του κινηματογράφου. Η είσοδος στο σινεμά αποτελούσε, πριν απ’ όλα, απόδραση από την επαχθή πόλη, από τη γλώσσα της την τόσο ακατάλληλη για την αφήγηση ηρωικών πεπρωμένων, από τη χυδαιότητα των αληθινών ημερών που βιώνονταν μέσα σε αληθινή δυστυχία.

prevert«Η γοητεία της μυθοπλασίας» ή του περί αυτής λόγου εντοπίζεται ή επαληθεύεται σε πλήθος κειμένων από τους Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (Σημεία και σύμβολα), Γιόζεφ Ροτ (Ο Κάιζερ στην Κρύπτη των Καπουτσίνων), Άρθουρ Σνίτσλερ (Όνειρα), Τσαρλς Ντίκενς (Δημόσιος αποκεφαλισμός στη Ρώμη), Τσάρλι Τσάπλιν (Τα φώτα της ράμπας), Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί (Ο φίλος μου, ο μικρός πρίγκιπας), Όσκαρ Εμίλ Τουντέερ (Ταξιδιωτικές αναμνήσεις από την Ελλάδα), σε τρία σύντομα (και απολαυστικά) σύντομα διηγήματα των Αλεχάντρο Μπεντιβόλιο, Μάρκο Ντενέβι, Σέρζι Πάμιες, και άλλα κείμενα από τους Σέρεν Κίρκεγκορ, Ρέι Μπράνμπερι, Βικτόρ Πελέβιν, Κέιτ Σοπέν, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Αλέξιο Μάινα, Γιώτα Τσεμπερίδου. Ακόμα: τρεις επιστολές του Φερντινάν Σελίν στον Ανρί Μοντόρ, εννέα ιταλικά ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, οκτώ μικρά κείμενα του Γιάννη Βαρβέρη, εμπνευσμένα από την μικρή, πυκνή φόρμα του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή Με εισιτήριο επιστροφής, ποιήματα από τους Ζακ Πρεβέρ, Γ.Χ. Όντεν, Ιδέα Βιλαρίνιο, κ.ά.

20090729-155434-6_63MbΟι γερμανικές υπηρεσίες είχαν πέσει σε λάθος πρόσωπο. Με είχαν μπερδέψει όχι με κάποιον άλλον, αλλά με ένα άτομο το οποίο είχαν επινοήσει εκ του μηδενός από μια σειρά συκοφαντίες. Και να φανταστεί κανείς ότι κάθε χρόνο, ανάμεσα στις δεκάδες χιλιάδες με­ταναστών που προέρχονται από τη Ρουμανία για οικογενειακή επανασύνδεση έφταναν μερικές εκατοντάδες κατάσκοποι. Ήταν όμως Γερμανοί, και ως εκ τούτου τους υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες. Εγώ ήμουν δακτυλοδεικτούμενη, διότι δεν ήθελα να απαρνηθώ την κατάστασή μου ως πολιτικά διωκόμενης. Αυτή ήταν η αλήθεια· μια ακριβοπληρωμένη αλήθεια. […] Ήμουν εξόριστη, και για μένα αυτός ο χαρακτηρι­σμός δεν ήταν διαπραγματεύσιμος. Τον διεκδικούσα, διότι αντιστοι­χούσε στην πραγματικότητα. Όμως ενοχλούσε τις αρχές δεν ήθελαν να ακούσουν για δικτατορία. Και με διέκοπταν κάθε φορά που προ­σπαθούσα να πω με ποιο τρόπο αυτή η δικτατορία είχε βιάσει ακόμα και τα πιο προσωπικά σημεία της ύπαρξής μου.

Ύποπτη σε δυο χώρες η Χέρτα Μύλλερ καταθέτει το πιο συγκλονιστικό αυτοβιογράφημα για την τραγικότητα της αυτοεξορίας της από την Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Η Μύλλερ είναι αδιάλλακτη ως προς το χρέος της Γερμανίας να τιμήσει τη μνήμη της εξορίας, ως υπεύθυνη του διωγμού της, όπως και για το Ολοκαύτωμα. Αλλά για άλλη μια φορά η εξορία δεν έχει μνημείο για τις ατομικές ανθρώπινες περιπτώσεις. Μένει το χρέος της χώρας απέναντι στην Ιστορία: ένα συλλογικό μουσείο εξορίας.

BunuelΣτις πίσω σελίδες, ανάμεσα στα γνωστά συνοπτικά πλην πλήρη κείμενα των συνεργατών, η Πόλυ Χατζημανωλάκη μας υπενθυμίζει την σκέψη της μετατροπή ενός σκανδάλου σε μια φάρσα από έναν «αιρετικό» δημιουργό, μια σκέψη που καταγράφει ο Λουίς Μπουνιουέλ στο αυτοβιογραφικό βιβλίο Η τελευταία πνοή: «Καθώς πλησιάζει η τελευταία μου πνοή, συχνά φαντάζομαι μια τελευταία φάρσα. Καλώ τους παλιούς μου φίλους, εκείνους που είναι ορκισμένοι άθεοι σαν κι εμένα. Τεθλιμμένα παίρνουν θέση γύρω από το κρεβάτι μου. Τότε καταφθάνει ένας ιερέας που τον έχω καλέσει εγώ. Προς μεγάλο σκανδαλισμό των φίλων μου εξομολογούμαι, ζητάω άφεση των αμαρτιών μου και δέχομαι την τελευταία μετάληψη. Ύστερα γυρίζω στο πλάι και πεθαίνω.»

Φαντάζομαι τη σκηνή – και κρατώ σφιχτά ένα επίγραμμα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες: Τι είναι το όνομα, η ανάμνηση ενός ονόματος; Ορισμένες φορές μπορούμε να παραμείνουμε ζωντανοί χάρη σε μια μόνο φράση. [σ. 176]

Στις εικόνες: Antonio Lobo Antunes, Domenico Starnone, Jacques Prevert, Herta Müller, Luis Buñuel.