Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 155. Ντίνος Σιώτης

siotisΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το πιο πρόσφατο βιβλίο μου, που ελπίζω να μην είναι το τελευταίο, φέρει τον τίτλο «Οι φτωχοί μας άνθρωποι». Είναι έκδοση της Κοινωνίας των (δε)κάτων, στη σειρά Τρία Έψιλον, (Εκδόσεις Εκτός Εμπορίου) και ο μόνος τρόπος να το βρει κανείς είναι να αγοράσει το 10ο τεύχος του περιοδικού Κουκούτσι που θα κυκλοφορήσει περί τα τέλη Μαΐου. Πρόκειται για ένα τυπογραφικό με θέμα τη φτώχεια, αποτέλεσμα της κρίσης. Γιατί τώρα που εγώ κάθομαι και γράφω απαντώντας στις ερωτήσεις, υπάρχουν δύο εκατομμύρια Έλληνες που έγιναν νεόπτωχοι τα τελευταία τέσσερα χρόνια και πολλοί απ’ αυτούς πεινάνε. Γι’ αυτό το φαινόμενο μιλάω, για το πως οδηγήθηκαν εκεί. Είναι άνθρωποι αξιοπρεπείς και όχι επαίτες. Παρατηρώ τα συμπτώματα, τα αίτια, το ρυθμό ανάπτυξης της φτώχειας. Οι νέοι νεόπτωχοι ήρθαν να συναντήσουν τους παραδοσιακά φτωχούς και πλέον δεν τους ξεχωρίζεις, δεν μπορείς να τους διακρίνεις. Η εξέλιξη της φτώχειας είναι ταχύτατη. Και εννοώ πάντα τη φτώχεια ως στέρηση, ως έλλειψη αγαθών και δομών αξιοπρεπούς ζωής και όχι την πνευματική πενία. Περιγράφω λοιπόν στο «Οι φτωχοί μας άνθρωποι» ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, πώς τα περνούν, πως τα βγάζουν πέρα μέσα στην καφρίλα της κρίσης. Οικογένειες με άδεια ψυγεία αλλά γεμάτη καλοσύνη καρδιά…

Οι φτωχοί μαςΘα μπορούσατε να προβείτε σε μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά; Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Θα προτείνατε για τον νεοεισαχθέντα στο έργο σας αναγνώστη κάποιο αντί των άλλων; 

Εδώ θα σας τα χαλάσω λίγο διότι δεν είμαι ο παραδοσιακός ποιητής που γράφει μία συλλογή και μετά πάει στον εκδότη του να του την εκδώσει. Είμαι άνθρωπος που γράφει καθημερινά πολλά ποιήματα. Πιστεύω ότι ο ποιητής πρέπει να γράφει καθημερινά, όπως ο μουσικός ασκείται καθημερινά, όπως ο ζωγράφος πάει στο ατελιέ του και πιάνει τους χρωστήρες καθημερινά, όπως ο πιανίστας παίζει πιάνο κάθε απόγευμα στις έξη, έτσι και ο ποιητής πρέπει να γράφει κάθε μέρα. Ας μην είναι όλα όσα γράφει άξια λόγου. Ας γράφει όμως. Σαν το ψάρεμα: πας για ψάρεμα κάθε μέρα ανεξάρτητα αν θα φέρεις ψάρια ή κανένα παπούτσι απ’ το λασπωμένο βυθό. Πας για ψάρεμα ό,τι καιρό κι αν κάνει. Ακόμα κι αν γίνεται χαλασμός κόσμου. Γράφεις κάθε μέρα. Ανεξάρτητα αν είναι καλά ή για πέταμα ποιήματα. Δεδομένου ότι γράφω κάθε μέρα, φυσικό είναι να υπάρχουν χιλιάδες ποιήματα στο συρτάρι μου. Τα πιο πολλά είναι, ασφαλώς, ορνιθοσκαλίσματα.

b185416Κάπ2011οια στιγμή κοιτάω αν υπάρχουν ποιήματα που καταπιάνονται με ένα θέμα, που δημιουργούν μια ενότητα. Φυσικό είναι να υπάρχουν. Τότε αρχίζω και τα ξεχωρίζω, τα ξεπαστρεύω θεματικά: έρωτας, θάνατος, κρίση, μαύρο χρήμα. Τα βάζω κάπου και αρχίζει το μαρινάρισμα. Ας πούμε, υπάρχουν αυτή τη στιγμή οκτώ με δέκα συλλογές. Μία λέγεται «Ωροσκόπια νεκρών» και ίσως βρει τον δρόμο της δημόσιας έκθεσης εφέτος από την Κίχλη. Υπάρχει μία άλλη που λέγεται «Μάρθα, Μάρθα» και μία άλλη που έχει τίτλο «Ριάλιτυ διαρκείας με άνω τελείες». Άλλες που είναι έτοιμες είναι η συλλογή «Χρυσοί οδηγοί» και μία άλλη «Λέμε τώρα». Μαρινάρονται. Οι συνθήκες που γράφονται είναι πάντα ίδιες: η απλή και αδιαπραγμάτευτη καθημερινότητα. Πόθοι; Ασφαλώς και αστειεύεστε. Δεν υπάρχουν πόθοι ούτε έμπνευση. Πάθη υπάρχουν. Το θέμα είναι να συμμετέχεις στη ζωή και να την αφήνεις να σε καθοδηγεί. Να βλέπεις τους άλλους με τα μάτια τους, όχι με τα μάτια σου. Με άλλα λόγια να ζεις στον κόσμο και όχι στον κόσμο σου.

2008Ποι2008_ος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τις ιδέες τις παγιδεύω στο πληκτρολόγιο. Με δόλωμα τις εικόνες της ημέρας. Που κατασταλάζουν αργά τη νύχτα, λίγο πριν πάω να κοιμηθώ. Γράφω μόνο όταν είμαι πολύ κουρασμένος και δεν έχω πλήρη έλεγχο του τι κάνω. Κατά κάποιο τρόπο πιστεύω στην αυτόματη γραφή. Αφήνω τα δάχτυλά μου να τα καθοδηγεί η κούραση και η κόπωση. Οπότε για μένα ο προσφιλέστερος τρόπος γραφής είναι να κρατάω σημειώσεις όλη μέρα, όπου κι αν βρεθώ και να τις καθαρογράφω, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, όταν είμαι τελείως εξαντλημένος και τα μάτια μου κλείνουν…

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των ποιημάτων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

2007Χμ2006… Αν με ακολούθησε. Όχι. Οι ήρωες των ποιημάτων μου είναι οι άγνωστοι διαβάτες, πεζοί, συνεπιβάτες σε λεωφορεία, σε βαπόρια, σε αεροπλάνα, σε καφέ, σε αναγνώσεις. Τους βλέπω μια φορά, κάτι μου ψιθυρίζουν και μετά μην τους είδατε. Δεν μαθαίνω ποτέ νέα τους απλούστατα διότι δεν τους ξαναβλέπω. Νέοι ήρωες κάθε μέρα γεννιούνται και προστίθενται, εν προόδω, στο παλκοσένικο του μυαλού μου. Δεν τους αναζητώ, αλλά έρχονται και με βρίσκουν. Ακόμη και στα όνειρά μου.

Περί (δε)κάτων και poetix

Εκδίδετε τα (δε)κατα και poetix. Σε τι διαφέρουν από τα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά;

20042002Τα περιοδικά μιλάνε μόνα τους. Αν διαφέρουν από άλλα λογοτεχνικά περιοδικά αυτό θα το πουν οι αναγνώστες, όχι εγώ, διότι πιθανόν να μην είμαι αντικειμενικός. Απλώς να πω ότι δεν υποστηρίζουμε παρεούλες και το γνωστό σινάφι. Δίνουμε έμφαση στο καινούργιο και στο άγνωστο και όχι στο καθιερωμένο.

Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού τι πνευματικές τέρψεις και τι βάσανα προσφέρει;   

Από τέρψεις μόνο η ηθική ικανοποίηση τού να κάνεις κάτι που σε πληρεί, που σε γεμίζει, που σε ικανοποιεί. Η ευκαιρία τού να διαβάζεις πολλά λογοτεχνικά έργα που σε άλλη περίπτωση δεν θα διάβαζες, μια και καταφθάνουν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο χιλιάδες ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια. Αυτό σου δίνει πολλές πνευματικές τέρψεις.

1999Ε1996ίχατε κάποιο προσωπικό σχέδιο ή επιθυμία; Πώς αποφασίσατε την έκδοσή τους;

Ένα περιοδικό παίρνει περίπου δυο χρόνια σχεδιασμού. Το δουλεύεις μέσα στο μυαλό σου για περίπου ένα χρόνο και μετά θέλεις άλλον ένα χρόνο για τα πρακτικά θέματα, εξεύρεση πόρων και συνεργατών, εξασφάλιση ύλης για ένα εξάμηνο. Συνεργάτες πάνε κι έρχονται, το έργο παραμένει. Το μυστικό είναι κάτι να σε καίει μέσα σου που να θέλει να βγει έξω. Εδώ υπάρχει ένα πάθος που λέγεται η χαρά της επικοινωνίας, η χαρά του να θέλεις να μοιραστείς με άλλους κάτι που σε γοήτευσε.

Πως επιλέξατε ή καταλήξατε στα συγκεκριμένα ονόματα;

Από αναγνώσεις. Πολυετείς αναγνώσεις και μακρά τριβή με βιβλία και περιοδικά και συγγραφείς και σχέσεις, μακροχρόνιες ή στιγμιαίες.

Ποι1994ος είναι ο μέχρι σήμερα απολ1995ογισμός σας; Πραγματοποιήθηκαν οι αρχικές και οι ύστερες επιθυμίες σας;

Όλες οι επιθυμίες είναι ύστερες, μια και οι αρχικές πάντοτε διαψεύδονται ή αυτοαναιρούνται. Λέω κάπου σε ένα ποίημά μου: «όλα ανήκουν στο μέλλον / αλλά το μέλλον / δεν έχει έρθει ακόμα».

Με ποια κριτήρια επιλέγετε να δημοσιευτεί ένα ποίημα, ένα διήγημα, ένα δοκίμιο;

Poetix3Cover1Αν σε κλοτσάει λίγο, αν σ’ ενοχλεί όπως το σουσάμι ανάμεσα στα δόντια, αν σε κάνει και λες «Αυτό με διαλύει», αν κάτι σου τη δίνει, η πρωτοτυπία, η αφαιρετικότητα, το σκοτεινό βάθος, η ανατροπή, η αιχμηρή γοητεία, η λοξή ματιά. Ξέρεις ότι σου αρέσει κάτι επειδή κάποια στιγμή λες «Α! Γιατί να μην το ’χα γράψει εγώ». Οπότε λες, γιατί να μην το μοιραστώ και με τους αναγνώστες του περιοδικού; 

Ποιο είναι το δυσκολότερο στάδιο της έκδοσης ενός τεύχους και ποιο το απολαυστικότερο;

Όλα τα στάδια είναι δύσκολα εκτός από ένα: όταν έχουν πια γίνει όλες οι διορθώσεις και μετά από πολλά σύρ’ τα φέρ’ τα με επιμελητές και μεταφραστές και γραφίστες, μετά την έσχατη ματιά, λες στον τυπογράφο «Τυπωθήτω!»

Υπάρχει κάποιο τεύχος τους που αγαπάτε περισσότερο από άλλα; Ποια είναι η θέση ενός λογοτεχνικού περιοδικού στον λογοτεχνικό, πνευματικό και ευρύτερο κόσμο μιας χώρας;

Όχι, δεν ξεχωρίζω κανένα τεύχος, όλα τους είναι παιδιά 8 - okμου, τα αγαπάω εξίσου. Η θέση ενός λογοτεχνικού περιοδικού; Όπως την πολιτική δεν μπορούμε να την αφήσουμε στα χέρια τα των πολιτικών, έτσι και τη λογοτεχνία να μην αφήσουμε τον ευρύτερο κόσμο στα χέρια των λογοτεχνών, να μην τον ξεγελάμε με ανάλατα έργα, αποτέλεσμα δημοσιοσχετίστικης νοοτροπίας. Ένα λογοτεχνικό περιοδικό πρέπει, πρωτίστως, να παίρνει θέση, να έχει άποψη, να λέει ευθαρσώς τη γνώμη του για τούτο ή για κείνο.

Σημ.: Το Πανδοχείο έχει παρουσιάσει όλα σχεδόν τα τεύχη των (δε)κατων εδώ:1-11, 12 (Αστυνομική Λογοτεχνία), 13 (Πράσινο Τέυχος), 14, 15 (Ολοκληρωτισμός), 16 (Ψηφιακός Λόγος), 17, 18 (Έρως), 19 (Αυτά έχει η ζωή), 20 (Αμερική), 21 (Η ζωή του συγγραφέα), 23 (Oof), 24 (Τα πρώτα δέκα χρόνια), 25 (LiteraturaLatinoamericana), 26, 27, 29 (Λογοκρισία και λογοκλοπή), 30 (Πατέρες και γιοί), 33 (Αεροδρόμια), 35 (Χρέος), 36 (Darlings). Βλ. επίσης Poetix 5 .

Τσαρλς Μπουκόβσκι – Η πιο όμορφη γυναίκα στην πόλη και άλλες ιστορίες

cover_2Γύμνια σωμάτων / γύμνια γραφής

Οι άνθρωποι απλά δεν έχουν λεφτά. Παντού ταξιδιωτικά κουπόνια και μπλοκ επιταγών και πιστωτικές κάρτες. Δε τα παίρνουν μαζί τους. Πίστωση παντού. Παίρνει κανείς την επιταγή με το μισθό του και την έχει ήδη ξοδέψει. Βάζουν υποθήκη ολόκληρη τη ζωή τους για να αγοράσουν ένα σπίτι. Και μετά πρέπει να γεμίσουν το σπίτι μ’ ένα σωρό άχρηστα πράγματα και να αγοράσουν αυτοκίνητο. Και είναι πια υπόδουλοι του σπιτιού και οι νομοθέτες ξέρουν την κατάσταση και τους φορολογούν μέχρι να πεθάνουν με φόρους περιουσίας. Κανένας δεν έχει λεφτά. Τα μικρά μαγαζιά σύντομα θα κλείσουν. [Μια όμορφη ερωτική ιστορία, σ. 315]

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι αυτά τα προφανή και πανταχού παρόντα σήμερα λόγια δεν γράφονται από οποιονδήποτε σύγχρονο γραφιά αλλά κάτι δεκαετίες πριν, σε εποχές που τα περιγραφόμενα μόλις άρχιζαν να κακοφορμίζουν στις απατηλές υπερατλαντικές ουτοπίες. Είναι εξίσου ενδιαφέρον και το ότι προέρχονται από τον συγγραφέα, που έχει καταχωρηθεί από τους ταμπελωτές ως ένας από τους κορυφαίους της απροκάλυπτης ερωτικής και σεξουαλικής, λογοτεχνίας – και ορθά – αλλά χωρίς την ταυτόχρονη γνώση άλλων γραπτών ή γραφομένων του – καθόλου ορθά.

Charles-Bukowski-06Ο διαρκώς αναψοκοκκινισμένος λοιπόν διονυσιαστής δεν συμμαζεύει εδώ για άλλη μια φορά μόνο τις πάσης φύσεως ερωτοπάθειές του αλλά και γεμίζει μερικές εξίσου αθυρόστομες σελίδες πολιτικής / κοινωνικής παρωδίας. Ένα δεύτερο ακόμα πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι η Σβάστικα, όπου ο Πρόεδρος των ΗΠΑ απάγεται από τους ίδιους τους πράκτορές του και οδηγείται υπό καταθλιπτική βροχή και ευτράπελους διαλόγους σ’ ένα ξενοδοχείο όπου συναντάει ένα πρόσωπο που δεν αποκαλύπτω, γενικώς συνευρίσκεται «με την Επιστήμη και την Ιστορία» και… αντικαθίσταται από τον σωσία του, σε μια κωμικοτραγική φάρσα.

Tanxxx - Bukowski_Φυσικά η μερίδα της λέαινας στις συλλογές των ιστοριών του άρα και στον κόσμο του αφηγητή εαυτού του ανήκει πάντα στις ιέρειες της ζωής του, τις γυναίκες, όπου, όπως κι όσο κι αν είναι. Hγύμνια των σωμάτων τους συνυπάρχει με την γύμνια της γραφής. Η πάσης φύσεως συν-ουσία και συν-ύπαρξη με τις γυναίκες αποτελεί το επίκεντρο μιας καθημερινότητας που ποτίζεται από το αλκοόλ και αναλώνεται σε περιπλάνηση, απραξία ή αναζήτηση νέων εμπειριών. Ο αφηγητής Μπουκόφσκι – που εμφανώς ταυτίζεται με τον συγγραφέα Μπουκόφσκι δεν αρνείται καμία ευκαιρία να ερωτοτροπήσει με οποιοδήποτε θηλυκό πρόσωπο όπου γης.

«Μια όμορφη ερωτική ιστορία» λοιπόν αφορά τον ίδιο και μια ευτραφέστατη ώριμη κυρία που ζει στην Γαλλική Συνοικία της Νέας Ορλεάνης, ιδιοκτήτρια μιας μικροσκοπικής καφετέριας με άφαντους πελάτες. Η Μαρί Γκλαβιάνο προτίθεται να τον φιλοξενήσει καθώς εκείνος ανέστιος ως συνήθως αναζητά το κατάλυμα των επόμενων ημερών. Κατά δήλωσή της γνωρίζει την πάστα τbukowski_mock-up1ου, αποδέχεται την φάτσα του και συνάπτει σιωπηρή συμφωνία συμβίωσης ενώ εκείνος εφαρμόζει για άλλη μια φορά το προσωπικό μανιφέστο του:

Δεν ήθελα να το ρίξω στο λιγοστό ουίσκι που είχε απομείνει, έτσι κάθισα στην κουζίνα, γυμνός και αναρωτιόμουν γιατί με εμπιστεύονταν τόσο οι άνθρωποι. Ποιος ήμουν εγώ; Οι άνθρωποι ήταν τρελοί, οι άνθρωποι ήταν απλοϊκοί. Αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Ναι, που να πάρει, με έβαλε. Ζούσα για δέκα χρόνια δίχως να δουλεύω πουθενά. Οι άνθρωποι μου έδιναν λεφτά, φαγητό, ένα δωμάτιο για να ζήσω. Είτε πίστευαν ότι ήμουν ηλίθιος ή ιδιοφυΐα, δεν είχε καμιά σημασία. Εγώ ήξερα τι ήμουν. Τίποτε απ’ τα δυο. Δεν με ενδιέφερε το γιατί μου έκαναν οι άνθρωποι αυτά τα δώρα. Τα αποδεχόμουν όπως και τους ίδιους τους ανθρώπους δίχως το παραμικρό αίσθημα νίκης ή και εξαναγκασμού. Η μόνη προϋπόθεση ήταν να μη ζητούσα εγώ τίποτα. [σ. 308]

Bukowski-by-Emiliano-Ponzi_Άρα η φυγή ακόμα κι από μια ήρεμη συντροφική και ερωτική καθημερινότητα είναι μονόδρομος. Ο ίδιος ο δρόμος είναι ένας μπουκοφσκικός μονόδρομος. Κάπως έτσι οι διάφοροι εαυτοί του αποδέχονται τα πάντα ως αναπόσπαστα σημεία της ζωής, ακριβώς όπως έρχονται και χωρίς κανένα αγώνα αλλαγής της αναπότρεπτης πορείας των πραγμάτων. Ποτέ. Ποτέ; Όχι, ίσως μόνο μια φορά: στο κείμενο που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο, που ανοίγει τη συλλογή αλλά άφησα για το τέλος, χωρίς να γνωρίζω την γλυκόπικρη αίσθηση που πρόκειται να μου αφήσει. «Η πιο όμορφη γυναίκα στην πόλη» είναι δέσμια της ίδιας της ομορφιάς της και αναζητά την αυτοκαταστροφή, ερωτοτροπεί με όλους τους άντρες και ιδίως τους άσχημους, κεντάει το δέρμα της και στο τέλος καταστρέφει την ίδια της την ύπαρξη. Εκεί είναι που ο πρόσκαιρος εραστής της που ο ίδιος υπήρξε σκέφτεται πως θα έπρεπε να επιμείνει περισσότερο στην πρόταση για κοινή ζωή, να μην αποδεχτεί έτσι απλά την άρνησή της.

tumblr_m7808_Κι έτσι κυλάνε οι ιστορίες του, σπαρμένες με όλες τις λεπτομέρειες, με πλήρεις αναφορές πόσεων – κάποτε και … κενώσεων, με ενδεικτικούς τίτλους: Η γαμησομηχανή, Η συνουσιαζόμενη γοργόνα στο Βένις της Καλιφόρνιας, Θα χορτάσουμε μουνί ­– και άλλες που αναμφίβολα θα οδηγήσουν εδώ και πολλούς κατά – λάθος – πληκτρολόγηση επισκέπτες. Πέρα από φασώματα και μεθοκοπήματα, κάποια κείμενα τοιχογραφούν και άλλες όψεις των δρόμων όπου περιφέρεται ο συγγραφέας. Η γέννηση, η ζωή και ο θάνατος μιας άντεργκραουντ εφημερίδας είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος, άρα θα θυμίσει σε πολλούς ανάλογες ή παράλληλες μνήμες. Βέβαια εδώ τα πράγματα είναι κάπως αντίστροφα: ο Μπουκόφσκι αποδέχεται μια στήλη στο έντυπο Open Pussy μόνο και μόνο για να έχει τα ποτά του. Άρα σχεδόν αμέσως το μετανιώνει: «σχεδόν πενήντα χρονών κι ακόμα χάνει την ώρα του μ’ αυτούς τους μακρυμάλληδες, μουσάτους πιτσιρικάδες». Είναι πράγματι κατάρα να μπαίνεις σε μια τέτοια ιστορία μεγάλος: «όλοι πέταγαν από τον ενθουσιασμό τους εκτός από μένα». Και δεν ενδίδει και καμία από τις πιτσιρίκες, που όλες «φέρονται με τον ίδιο τρόπο, ξιπασμένες χωρίς να γνωρίζουν το γιατί».

BukowskiΣ’ εκείνη τη στήλη λοιπόν δημιουργούνται οι «Σημειώσεις ενός Πορνόγερου» – αλλά ο στηλίστας σύντομα ανακαλύπτει πως τον διαβάζει και κάποιος άλλος εκτός από τους γραφιάδες και καλείται από τις αρχές για να δώσει εξηγήσεις… Στο Λος Άντζελες, υψώνεται γυάλινο το καινούργιο κτήριο της Εισαγγελίας. Παρανοϊκό και μοντέρνο με τις καφκικές σειρές των δωματίων, με το καθένα παραδομένο σε κάποια αδιανόητη μαλακία. Τα πάντα ζουν σε βάρος των πάντων και θεριεύουν με την ίδια ζέση και δεξιότητα του σκουληκιού μέσα στο μήλο. Πλήρωσα τα σαράντα πέντε σεντς την ώρα για το παρκάρισμα, η καλύτερα, μου έδωσαν ένα κουπόνι μ’ αυτό το αντίτιμο και μπήκα στο κτήριο της Εισαγγελίας με την είσοδο διακοσμημένη με τοιχογραφίες που θα μπορούσε να είχε φτιάξει ο Ντιέγκο Ριβιέρα αν του αφαιρούσαν τα εννέα δέκατα της ευαισθησίας του; χαμογελαστοί αμερικανοί ναύτες και ινδιάνοι και στρατιώτες που προσπαθούσαν να δείχνουν μεγαλοπρεπείς μέσα στα αμυδρά κίτρινα, τα ξεπλυμένα πράσινα και τα νερουλιασμένα μπλε χρώματα. [σ. 187 – 188]

Το παράπτωμά του: ταχυδρομικός υπάλληλος ων, βγήκε από τον καλό δρόμο και έγραψε σε μια ιστορία του πως μια φορά ήταν τόσο τύφλα μεθυσμένος που πήδηξε κατά λάθος έναν φίλο του, νομίζοντας πως ήταν κάποια από τις φίλες του και στο τέλος του πήρε και δυο βδομάδες να τον ξεφορτωθεί. Ο έκπληκτός υπάλληλος («ο τοπικός κουραδόμαγκας» του ζητάει ευγενικά να μην γράφει αυτά τα πράγματα και εκείνος αφού τους διαβεβαιώνει πως είναι αληθινή ιστορία, ολοκληρώνει: «Κύριοι, έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου που πρέπει να επιλέξει αν θα σταθεί όρθιος ή αν θα το βάλει στα πόδια. Επιλέγω το πρώτο».

Tα διηγήματα του τόμου δημοσCharles-Bukowski-04ιεύτηκαν για πρώτη φορά στα λογοτεχνικά και μη έντυπα: Open City, Nola Express, Knight Adam, Adam Reader, Pix, The Berkeley Barb και Evergreen Review.

Εκδ. Ηριδανός, 2012, μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, 360 σελ. [Charles Bukowski, The most beautiful woman in town, 1983, συλλογή από το Ejaculations, Exhibitions and General Tales of Ordinary Madness, 1972].

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, 152 υπό τον τίτλο Take me in, tender women. Με υπόκρουση τίτλου: _.